Φρόσω Μπελαβίτα & Πίτσα Κατινέλα: «Βοσκοπούλα: Παγωτό μόκα, Αθλητική Κυριακή και κρυφά φλερτ στην πλατεία!» ❤️😂

Φρόσω Μπελαβίτα & Πίτσα Κατινέλα: «Ωρή, η Βοσκοπούλα ξεκίνησε με γάλα στα Δειλινάτα κι εμείς εψάχναμε γαμπρό πάνω από το προφιτερόλ!»

Η σατιρική σειρά του Kefalonia Magazine – Επεισόδιο 11

Υπάρχουν μαγαζιά που κλείνουν, αλλά δεν φεύγουν ποτέ από μια πόλη. Μένουν στις κουβέντες, στις παλιές φωτογραφίες, στις μυρωδιές που θυμάσαι ξαφνικά και στις ιστορίες που αρχίζουν πάντα με το ίδιο: «Θυμάσαι τότε;»

Ένα τέτοιο κομμάτι της ιστορίας του Αργοστολίου είναι η «Βοσκοπούλα». Μια επιχείρηση που γεννήθηκε στα Δειλινάτα το 1910, γνώρισε πολέμους, σεισμούς, μετακομίσεις και μεγάλες αλλαγές, αλλά κατάφερε να συνδέσει το όνομά της με τις γλυκές αναμνήσεις γενεών Κεφαλονιτών.

Και ποιος καλύτερος τρόπος να ξαναζωντανέψουν αυτές οι αναμνήσεις από μια κουβέντα της Φρόσως Μπελαβίτα και της Πίτσας Κατινέλα;

Αργοστόλι, σήμερα. Η Φρόσω καταφθάνει στην πλατεία Βαλλιάνου με μια τεράστια κόκκινη τσάντα, γυαλιά ηλίου και ένα παλιό άλμπουμ φωτογραφιών. Η Πίτσα κάθεται με τον καφέ της και μελετά ένα δημοσίευμα για την ιστορία της «Βοσκοπούλας».

ΦΡΟΣΩ: ΩΡΗ ΠΙΤΣΑΑΑ! ΕΔΑ ΘΑ ΚΑΜΟΥΜΕ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ!

ΠΙΤΣΑ: Κάτσε πρώτα, μωρή, γιατί με εφκειά τα τακούνια θα ταξιδέψεις κατευθείαν στα Επείγοντα!

ΦΡΟΣΩ: Εδιάβασα την ιστορία τση Βοσκοπούλας κι εσυγκινήθηκα!

ΠΙΤΣΑ: Κι εγώ, ωρή. Αλλά εσύ γιατί εκράτησες την τσάντα με τα καλλυντικά;

ΦΡΟΣΩ: Γιατί άμα γυρίσουμε στο παρελθόν, θέλω να είμαι περιποιημένη!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΣΥ ΑΜΑ ΕΠΗΓΑΙΝΕΣ ΜΕ ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΟ 1910, ΘΑ ΕΡΩΤΟΥΣΕΣ ΠΡΩΤΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΜΜΩΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΠΟΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΙΝΑΙ!

ΦΡΟΣΩ: Μα άκου τι έμαθα! Η ιστορία ξεκίνησε το 1910 στα Δειλινάτα, με τον Παναγή και τον Παντελή Καππάτο που ασχολήθηκαν με το εμπόριο γάλακτος!

ΠΙΤΣΑ: Εφκειό είναι το ωραίο, ωρή. Από το γάλα ξεκίνησε μια ιστορία που εμεγάλωσε μαζί με την Κεφαλονιά.

ΦΡΟΣΩ: Δηλαδή τότε δεν είχανε προφιτερόλ;

ΠΙΤΣΑ: Όχι ακόμα, μωρή! Πρώτα έπρεπε να φτιαχτεί η επιχείρηση!

ΦΡΟΣΩ: Αχ, τι απογοήτευση!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΜΟΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΟ 1910 ΚΑΙ ΘΑ ΕΚΑΝΕ ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΕΤΟΙΜΟ ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ 1970!

Από τα Δειλινάτα στο Αργοστόλι

Η Φρόσω γυρίζει σελίδα στο άλμπουμ. Η Πίτσα φαντάζεται το παλιό χωριό, τα δοχεία με το γάλα και την καθημερινή προσπάθεια μιας οικογένειας που χτίζει τη δουλειά της.

ΦΡΟΣΩ: Και γύρω στο 1939 με 1940 κατεβήκανε στο Αργοστόλι με γάλα, ρυζόγαλα και κρέμες!

ΠΙΤΣΑ: Αχ, το ρυζόγαλο, ωρή! Εφκειό το γλυκό που σου έλεγε η μάνα σου πως είναι ελαφρύ και μετά σου έβαζε κανέλα μέχρι να μη φαίνεται το ρύζι!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ θα ήμουνα η καλύτερη πελάτισσα!

ΠΙΤΣΑ: ΕΣΥ, ΜΩΡΗ, ΘΑ ΕΖΗΤΑΓΕΣ ΡΥΖΟΓΑΛΟ ΧΩΡΙΣ ΡΥΖΙ, ΜΕ ΠΟΛΛΗ ΚΡΕΜΑ ΚΑΙ ΛΙΓΗ ΣΟΚΟΛΑΤΑ ΑΠΟ ΠΑΝΩ, ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΕΛΕΓΕΣ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΟ!

ΦΡΟΣΩ: Μην υπερβάλλεις!

ΠΙΤΣΑ: Δεν υπερβάλλω, ωρή. Θυμάμαι που κάποτε επήρες δύο προφιτερόλ γιατί το πρώτο, λέει, ήτανε μικρό και δεν εχόρτασε το μάτι σου!

ΦΡΟΣΩ: Η παρουσίαση του γλυκού παίζει ρόλο!

ΠΙΤΣΑ: ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΣΗ ΖΥΓΑΡΙΑΣ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ, ΩΡΗ, ΑΛΛΑ ΕΦΚΕΙΗ ΔΕΝ ΤΗΝ ΚΟΙΤΑΖΕΣ ΠΟΤΕ!

Η Πίτσα σοβαρεύει καθώς η κουβέντα φτάνει στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής.

ΠΙΤΣΑ: Σκέψου όμως τι εποχές περάσανε. Πόλεμος, Κατοχή, δυσκολίες. Και το πρώτο κατάστημα ελειτούργησε τότε και σαν καφενείο και μεζεδοπωλείο, με λιγοστά γλυκά.

ΦΡΟΣΩ: Και στον επάνω όροφο του κτιρίου είχε την έδρα της η ιταλική μεραρχία Άκουι, όπως γράφει η ιστορία.

ΠΙΤΣΑ: Δύσκολα χρόνια, ωρή. Γι’ αυτό έχει αξία που η οικογένεια κατάφερε να συνεχίσει.

ΦΡΟΣΩ: Και μετά ήρθαν τα μαντολάτα!

ΠΙΤΣΑ: Ε, εκεί αρχίζει να γλυκαίνει πάλι η κουβέντα!

Μάντολες, μαντολάτα και το μεγάλο κεφαλονίτικο γλυκό

ΦΡΟΣΩ: Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 άρχισαν να φτιάχνουν μαντολάτο και δημιουργήθηκε η πρώτη κουφετοβιομηχανία στη Δυτική Ελλάδα!

ΠΙΤΣΑ: Και να σκεφτείς, ωρή, πως σήμερα η μάντολα είναι από τα πρώτα πράματα που παίρνει ο επισκέπτης για να πάει δώρο στην Αθήνα!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ άμα ταξιδεύω παίρνω δύο κουτιά!

ΠΙΤΣΑ: Το ξέρω, μωρή. Ένα για δώρο κι ένα για να το φας στο καράβι!

ΦΡΟΣΩ: Ε, είναι μακρύ το ταξίδι!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΒΓΕΙ ΑΚΟΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΚΙ ΕΣΥ ΕΙΧΕΣ ΦΑΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΣΗ ΞΑΔΕΡΦΗΣ ΣΟΥ!

ΦΡΟΣΩ: Της επήρα άλλο!

ΠΙΤΣΑ: Ναι, μωρή, από το περίπτερο! Μια τσίχλα και μια κάρτα με την Κεφαλονιά!

ΦΡΟΣΩ: Η σκέψη μετράει!

ΠΙΤΣΑ: Η ΣΚΕΨΗ ΜΕΤΡΑΕΙ, ΑΛΛΑ ΤΣΙ ΜΑΝΤΟΛΕΣ ΤΣΙ ΕΜΕΤΡΗΣΑ ΕΓΩ: ΕΙΚΟΣΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΙΧΕ ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝ ΕΦΤΑΣΑΝΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ!

Η Φρόσω γελάει και αλλάζει γρήγορα θέμα.

ΦΡΟΣΩ: Πάντως η Βοσκοπούλα είχε τότε διάφορα σημεία μέσα στο Αργοστόλι. Στην οδό Θεάτρου, στο Μουσείο, στη Σιτεμπόρων…

ΠΙΤΣΑ: Εφκειό δείχνει πόσο εμεγάλωνε η δουλειά τους. Κι ύστερα ήρθε το 1953.

Οι σεισμοί του 1953 και το καινούργιο ξεκίνημα

Για λίγο οι δύο φίλες σωπαίνουν.

ΦΡΟΣΩ: Οι σεισμοί ερημάξανε το Αργοστόλι. Κι η Βοσκοπούλα έπρεπε να ξαναρχίσει από την αρχή.

ΠΙΤΣΑ: Όπως τόσες οικογένειες, ωρή. Εφκειό είναι που αξίζει να θυμόμαστε. Όχι μόνο τα γλυκά και τα όμορφα τραπέζια, αλλά και τη δύναμη των ανθρώπων να ξαναστήσουν τη ζωή τους.

ΦΡΟΣΩ: Και έτσι δημιουργήθηκε το κεντρικό κατάστημα στην πλατεία Βαλλιάνου!

ΠΙΤΣΑ: Εφκειό που έγινε ένα από τα στέκια του παλιού Αργοστολίου.

ΦΡΟΣΩ: Ωρή, εφκειό θυμάμαι! Τα τραπεζάκια, τα γλυκά, τον κόσμο…

ΠΙΤΣΑ: Κι εσύ να περνάς από μπροστά δεκατέσσερις φορές!

ΦΡΟΣΩ: Γιατί δεκατέσσερις;

ΠΙΤΣΑ: Γιατί στο δέκατο τρίτο πέρασμα δεν σε είχε προσέξει ακόμα ο νεαρός που σου άρεσε!

ΦΡΟΣΩ: ΨΕΜΑΤΑ!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΣΥ ΕΙΧΕΣ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΑΣΑΡΕΛΑ! ΑΜΑ ΣΟΥ ΕΔΙΝΑΝΕ ΕΝΑ ΔΡΑΧΜΟ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΓΥΡΟ, ΘΑ ΕΙΧΕΣ ΑΓΟΡΑΣΕΙ ΟΛΟ ΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ!

Η Βοσκοπούλα της πλατείας: Προφιτερόλ, σοκολατίνες και έρωτες

ΦΡΟΣΩ: Αχ, Πίτσα! Θυμάσαι τις σοκολατίνες;

ΠΙΤΣΑ: Και τα προφιτερόλ, ωρή! Εφκειά τα θυμάμαι σαν να τα έφαγα χθες!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ πάντα έλεγα πως θα πάρω μόνο ένα γλυκό!

ΠΙΤΣΑ: Ναι, μωρή, αλλά δεν έλεγες πόσες φορές θα παραγγείλεις!

ΦΡΟΣΩ: Μη με κατηγορείς!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΣΥ ΕΜΠΑΙΝΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΟΚΟΛΑΤΙΝΑ ΚΑΙ ΕΒΓΑΙΝΕΣ ΜΕ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΣΑΝ ΝΑ ΕΙΧΕΣ ΚΑΝΕΙ ΤΡΑΠΕΖΙ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ!

ΦΡΟΣΩ: Τουλάχιστον είχα γούστο!

ΠΙΤΣΑ: Γούστο είχες. Στο φλερτ όμως είχες μεγαλύτερη όρεξη κι από το προφιτερόλ!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ ήμουνα ρομαντική!

ΠΙΤΣΑ: Ρομαντική; Ωρή, άμα σου έλεγε ένας «καλησπέρα», μέχρι να έρθει ο λογαριασμός είχες διαλέξει εκκλησία, κουμπάρα και ονόματα για τα παιδιά!

ΦΡΟΣΩ: Ε, τι ήθελες; Να χάνω χρόνο;

ΠΙΤΣΑ: Ο ΚΑΗΜΕΝΟΣ ΕΙΧΕ ΕΡΘΕΙ ΓΙΑ ΠΑΓΩΤΟ, ΩΡΗ, ΚΙ ΕΣΥ ΤΟΥ ΕΙΧΕΣ ΕΤΟΙΜΑΣΕΙ ΠΡΟΙΚΟΣΥΜΦΩΝΟ!

Η Φρόσω ξεσπά σε γέλια. Ύστερα κοιτάζει την πλατεία και αναστενάζει.

ΦΡΟΣΩ: Όμως τι ωραία που ήτανε, Πίτσα μου. Ο κόσμος έβγαινε, μιλούσε, γνωριζότανε…

ΠΙΤΣΑ: Και οι κουβέντες εκρατούσανε ώρες. Δεν εχρειαζότανε να βγάλεις φωτογραφία τον καφέ για να αποδείξεις πως επέρασες καλά.

ΦΡΟΣΩ: Εγώ θα έβγαζα!

ΠΙΤΣΑ: Το ξέρω, ωρή! ΑΜΑ ΕΙΧΕΣ ΚΙΝΗΤΟ ΤΟΤΕ, ΘΑ ΕΚΑΝΕΣ SELFIE ΜΕ ΤΗ ΣΟΚΟΛΑΤΙΝΑ ΚΑΙ ΘΑ ΕΓΡΑΦΕΣ «ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΤΟΥΣ ΘΑΥΜΑΣΤΕΣ ΜΟΥ»!

Η «Αθλητική Κυριακή» και η τηλεόραση που ένωνε μια πόλη

ΦΡΟΣΩ: Και θυμάσαι, ωρή, τις Κυριακές με το ποδόσφαιρο;

ΠΙΤΣΑ: Αχ, εφκειές! Ο Μάκης Βαρδαραμάτος τις έχει περιγράψει τόσο όμορφα.

ΦΡΟΣΩ: Όταν ήρθε η τηλεόραση στην Κεφαλονιά, οι ποδοσφαιρόφιλοι εστεκόντουσαν έξω από τα καταστήματα των Χαλιωτήδων για να παρακολουθήσουν λίγο αγγλικό ποδόσφαιρο!

ΠΙΤΣΑ: Και την Κυριακή όλοι εμαζεύονταν στη Βοσκοπούλα. Οι αδελφοί Καππάτου είχαν βάλει τηλεόραση στο κάτω μέρος του ζαχαροπλαστείου.

ΦΡΟΣΩ: Κι εγινότανε το αδιαχώρητο!

ΠΙΤΣΑ: Φωνές, κουβέντες, κουταλάκια στα πιατάκια… Κι όταν άρχιζε η Αθλητική Κυριακή, άκρα σιγή!

ΦΡΟΣΩ: Εκτός από μένα!

ΠΙΤΣΑ: Ε, ναι! Εσύ, ωρή, ήθελες να μάθεις ποιος ήτανε ο ωραίος με το μπλε πουκάμισο στο διπλανό τραπέζι!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ δεν καταλάβαινα από ποδόσφαιρο!

ΠΙΤΣΑ: ΤΟ ΞΕΡΩ! ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΡΩΤΗΣΕΣ ΑΝ Ο ΕΠΟΠΤΗΣ ΓΡΑΜΜΩΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟΣ ΚΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ ΕΠΝΙΓΗΚΕ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΦΙΤΕΡΟΛ!

ΦΡΟΣΩ: Είχα περιέργεια!

ΠΙΤΣΑ: Και μετά ερώτησες γιατί ο τερματοφύλακας φοράει διαφορετική μπλούζα!

ΦΡΟΣΩ: Ε, δεν ήτανε ασορτί με τους άλλους!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΣΥ ΘΑ ΕΔΙΝΕΣ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΑΡΤΑ ΣΕ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΤΗ ΕΠΕΙΔΗ ΔΕΝ ΤΑΙΡΙΑΖΑΝΕ ΟΙ ΚΑΛΤΣΕΣ ΜΕ ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ!

ΦΡΟΣΩ: Η εμφάνιση μετράει παντού!

ΠΙΤΣΑ: Ε, βέβαια! Κι άμα έμπαινε γκολ, εσύ θα ερώταγες αν ο σκόρερ είναι ελεύθερος!

Οι δυο τους γελούν, μα η Πίτσα χαμηλώνει ξανά τη φωνή.

ΠΙΤΣΑ: Ξέρεις τι μου λείπει από τότε; Όχι μόνο η εκπομπή. Μου λείπει που εβλέπαμε όλοι μαζί το ίδιο πράμα.

ΦΡΟΣΩ: Και μιλούσαμε μεταξύ μας.

ΠΙΤΣΑ: Εφκειό, ωρή. Μια τηλεόραση, πολλά τραπέζια, ολόκληρη παρέα. Σήμερα μπορεί να έχεις εκατό κανάλια και να μη μιλάς με τον άνθρωπο που κάθεται δίπλα σου.

Η παλιά τέχνη του παγωτού και η λάτα που επέστρεψε

ΦΡΟΣΩ: Κι εδά άκου το πιο συγκινητικό! Η παλιά μεταλλική λάτα παγωτού τση Βοσκοπούλας εγύρισε στον Διονύση Καππάτο μετά από τριάντα εφτά χρόνια!

ΠΙΤΣΑ: Εφκειό είναι σαν να σου επιστρέφει κάποιος ένα κομμάτι από τα παιδικά σου χρόνια.

ΦΡΟΣΩ: Ο πατέρας του Διονύση, μαζί με τον Θεμιστοκλή Σπυράτο, είχαν φτιάξει μια αυτοσχέδια παγωτομηχανή με ξύλινο βαρέλι και μεταλλικό δοχείο!

ΠΙΤΣΑ: Πάγος, χοντρό αλάτι, γάλα, ζάχαρη, αυγά και πολύς κόπος.

ΦΡΟΣΩ: Και γεύσεις! Μόκα, σοκολάτα, τούτι φρούτι, φιστίκι, σορμπέ με φράουλες από το Ληξούρι…

ΠΙΤΣΑ: Και βερίκοκα από τη Λειβαθώ και μυρωδάτα λεμόνια!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ θέλω μόκα!

ΠΙΤΣΑ: Μόκα θα πάρεις!

ΦΡΟΣΩ: Και σοκολάτα!

ΠΙΤΣΑ: Σοκολάτα θα πάρεις!

ΦΡΟΣΩ: Και τούτι φρούτι!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΣΥ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙΣ ΠΑΓΩΤΟ! ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ ΤΟΥ ΚΑΤΑΨΥΚΤΗ!

ΦΡΟΣΩ: Είμαι άνθρωπος με πολλές προτιμήσεις!

ΠΙΤΣΑ: Το ξέρω, μωρή! Και στα παγωτά και στους γαμπρούς!

ΦΡΟΣΩ: ΠΙΤΣΑ!

ΠΙΤΣΑ: Τι είπα, ωρή; Και τα δύο θέλουνε καλή επιλογή!

Η Φρόσω συνεχίζει να διαβάζει.

ΦΡΟΣΩ: Η κυρία Στάμω είχε κρατήσει τη λάτα, που ο σύζυγός της είχε περισώσει όταν κατεδαφίστηκε το παλιό κτίριο το 1989. Και την επέστρεψε στον Διονύση.

ΠΙΤΣΑ: Να ‘ναι καλά η γυναίκα. Εφκειές οι πράξεις αξίζουνε πολύ.

ΦΡΟΣΩ: Τριάντα εφτά χρόνια, Πίτσα μου…

ΠΙΤΣΑ: Και όμως, ωρή, ένα αντικείμενο που κάποιος εφύλαξε μπορεί να ξαναφέρει μπροστά σου μια ολόκληρη εποχή.

ΦΡΟΣΩ: Εγώ θα φυλάξω κι εφκειό το παλιό μου κόκκινο φόρεμα!

ΠΙΤΣΑ: Ωχ! Ποιο φόρεμα;

ΦΡΟΣΩ: Εφκειό που εφόραγα στις βόλτες μου στην πλατεία!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΑΜΑ ΤΟ ΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ, ΔΩΣ’ ΤΟ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ! ΘΑ ΤΟ ΒΑΛΟΥΝΕ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ ΛΑΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΓΡΑΦΗ «ΣΠΑΝΙΟ ΕΥΡΗΜΑ: ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ ΠΟΥ ΕΠΙΒΙΩΣΕ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΦΤΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΑ ΦΛΕΡΤ»!

ΦΡΟΣΩ: ΩΡΗ, ΘΑ ΣΕ ΠΝΙΞΩ!

Από την πλατεία Βαλλιάνου στα παραδοσιακά προϊόντα

ΦΡΟΣΩ: Πάντως η ιστορία δεν σταμάτησε στην πλατεία.

ΠΙΤΣΑ: Όχι, ωρή. Υπήρξε και κατάστημα στην παραλία από το 1974 ως το 1984, μετά ήρθε το 1989 με την κατεδάφιση του παλιού κτιρίου και τη μεταφορά της δραστηριότητας στην οδό Χαροκόπου.

ΦΡΟΣΩ: Και αργότερα στα Περατάτα!

ΠΙΤΣΑ: Κι ύστερα η επιχείρηση εστράφηκε περισσότερο στα παραδοσιακά γλυκά, στις μάντολες, στα μαντολάτα, στα αμυγδαλωτά, στα γλυκά του κουταλιού.

ΦΡΟΣΩ: Δηλαδή η Βοσκοπούλα άλλαξε μορφή, αλλά δεν έχασε τη γλυκιά της ψυχή.

ΠΙΤΣΑ: Μπράβο, ωρή! Είπες και κάτι ποιητικό!

ΦΡΟΣΩ: Εγώ είμαι ποιητική φύση!

ΠΙΤΣΑ: ΤΟ ΞΕΡΩ! ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΕΣ ΠΟΤΕ ΕΛΕΓΕ «Ω ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥ ΣΟΚΟΛΑΤΙΝΑ, Σ’ ΑΓΑΠΩ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΚΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ»!

ΦΡΟΣΩ: Δεν έγραψα ποτέ εφκειό!

ΠΙΤΣΑ: Ε, καλά! Αλλά θα μπορούσες!

Η Φρόσω ξεφυλλίζει το τελευταίο κομμάτι της ιστορίας.

ΦΡΟΣΩ: Από το 2005 η Βοσκοπούλα βρίσκεται στην καρδιά του Λιθοστρώτου, απέναντι από τα δικαστήρια, και τα σύγχρονα παρασκευαστήρια λειτουργούν στην Πεσσάδα.

ΠΙΤΣΑ: Να πώς μια ιστορία που ξεκίνησε με γάλα στα Δειλινάτα έφτασε να γίνει κομμάτι της γαστρονομικής ταυτότητας της Κεφαλονιάς.

ΦΡΟΣΩ: Κι όταν περνάω από το Λιθόστρωτο και βλέπω τα γλυκά, πάντα μου έρχεται να πάρω ένα κουτάκι!

ΠΙΤΣΑ: Ένα κουτάκι; Εσύ, ωρή, άμα σου δώσουνε δοκιμή, κάνεις τρεις γύρους στο τετράγωνο και ξαναμπαίνεις με άλλα γυαλιά για να μη σε γνωρίσουνε!

ΦΡΟΣΩ: ΕΦΚΕΙΟ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΦΟΡΑ ΕΦΟΡΑΓΕΣ ΚΑΙ ΚΑΠΕΛΟ! ΣΕ ΕΓΝΩΡΙΣΑΝΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΑΝΤΑ, ΠΟΥ ΗΤΑΝΕ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ!

Ένα μουσείο γεμάτο μνήμες

ΦΡΟΣΩ: Πίτσα, ξέρεις τι είναι το πιο όμορφο; Που ο Διονύσης Καππάτος έχει διασώσει παλιά μηχανήματα, πάγκους, καζάνια και αντικείμενα της επιχείρησης.

ΠΙΤΣΑ: Κι έχει αξία να παρουσιάζεται εφκειή η ιστορία στις νεότερες γενιές. Γιατί η μνήμη του τόπου δεν είναι μόνο τα μεγάλα μνημεία. Είναι και η καθημερινή ζωή.

ΦΡΟΣΩ: Είναι το παγωτό που σου αγόραζε ο πατέρας σου.

ΠΙΤΣΑ: Είναι η πρώτη φορά που επήγες με την παρέα σου στο ζαχαροπλαστείο.

ΦΡΟΣΩ: Είναι ο πρώτος σου έρωτας…

ΠΙΤΣΑ: Είναι κι ο πρώτος σου χωρισμός, ωρή.

ΦΡΟΣΩ: Εφκειό μην το θυμίζεις!

ΠΙΤΣΑ: Γιατί, μωρή; Επήρες τότε ένα προφιτερόλ να παρηγορηθείς!

ΦΡΟΣΩ: Δύο επήρα!

ΠΙΤΣΑ: Ε, ΒΕΒΑΙΑ! ΕΣΥ, ΩΡΗ, ΔΕΝ ΕΚΑΝΕΣ ΧΩΡΙΣΜΟΥΣ! ΕΚΑΝΕΣ ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ!

Η Φρόσω γελάει δυνατά, αλλά μετά κοιτάζει την παλιά φωτογραφία.

ΦΡΟΣΩ: Ξέρεις τι σκέφτομαι; Πόσοι άνθρωποι πέρασαν από εφκειό το μαγαζί και δεν είναι πια μαζί μας…

ΠΙΤΣΑ: Ναι, ωρή. Κι όμως, όταν μιλάμε γι’ αυτούς, για τα μέρη όπου συναντιόμασταν και για όσα ζήσαμε, κάτι από εκείνη την εποχή μένει ζωντανό.

ΦΡΟΣΩ: Σαν να ξανακούς τσι φωνές τους.

ΠΙΤΣΑ: Σαν να ξαναβλέπεις τα τραπεζάκια γεμάτα.

ΦΡΟΣΩ: Σαν να μυρίζει πάλι μόκα και σοκολάτα…

ΠΙΤΣΑ: Και σαν να περιμένεις να αρχίσει η Αθλητική Κυριακή.

Το τελευταίο παγωτό και η μεγάλη αποκάλυψη

Η Φρόσω κλείνει το άλμπουμ. Για λίγο επικρατεί σιωπή. Ύστερα σηκώνεται αποφασιστικά.

ΦΡΟΣΩ: Ωρή Πίτσα! Έχω μια ιδέα!

ΠΙΤΣΑ: Ωχ! Κρύψε το πορτοφόλι σου, Πίτσα, γιατί κάτι θα πληρώσεις!

ΦΡΟΣΩ: Να κάνουμε μια μεγάλη ρετρό βραδιά για τη Βοσκοπούλα!

ΠΙΤΣΑ: Ωραία!

ΦΡΟΣΩ: Με παλιές φωτογραφίες, μουσική, παγωτά, μάντολες, προφιτερόλ και μια τηλεόραση που θα παίζει Αθλητική Κυριακή!

ΠΙΤΣΑ: Κι εγώ θα φέρω το παλιό μου φόρεμα!

ΦΡΟΣΩ: Κι εγώ εκείνο το κόκκινο που εφόραγα όταν ήμουνα κοπελίτσα!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΕΦΚΕΙΟ ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ ΘΕΛΕΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΥΡΗΜΑΤΟΣ! ΜΗΝ ΤΟ ΦΟΡΕΣΕΙΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΕΞΕΤΑΣΕΙ ΕΙΔΙΚΟΣ, ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΜΑΣ ΜΕΙΝΕΙ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ Η ΙΣΤΟΡΙΑ!

ΦΡΟΣΩ: ΕΙΝΑΙ VINTAGE!

ΠΙΤΣΑ: Ναι, μωρή! Και το δικό μου είναι ρετρό, αλλά δεν το παρουσιάζω για έκθεμα μουσείου!

ΦΡΟΣΩ: Και θα καλέσουμε όλους τους παλιούς μας φίλους!

ΠΙΤΣΑ: Όλους;

ΦΡΟΣΩ: Όλους!

ΠΙΤΣΑ: Και τσου παλιούς σου έρωτες;

ΦΡΟΣΩ: Ε, γιατί όχι;

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, ΑΜΑ ΚΑΛΕΣΟΥΜΕ ΟΛΟΥΣ ΤΣΟΥ ΠΑΛΙΟΥΣ ΣΟΥ ΕΡΩΤΕΣ, ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΣ ΦΤΑΣΕΙ Η ΠΛΑΤΕΙΑ! ΘΑ ΧΡΕΙΑΣΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΘΟΣΤΡΩΤΟ ΓΙΑ ΧΩΡΟ ΣΤΑΘΜΕΥΣΗΣ!

ΦΡΟΣΩ: ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ!

ΠΙΤΣΑ: Και θα βάλουμε και ταμπελάκια στα τραπέζια!

ΦΡΟΣΩ: Τι ταμπελάκια;

ΠΙΤΣΑ: «Πρώτος έρωτας», «Δεύτερος έρωτας», «Εκείνος που δεν ετηλεφώνησε ποτέ»…

ΦΡΟΣΩ: ΩΡΗ ΠΙΤΣΑ!

ΠΙΤΣΑ: ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΘΑ ΒΑΛΟΥΜΕ ΕΝΑ ΤΡΑΠΕΖΙ «ΧΑΜΕΝΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ», ΝΑ ΚΑΘΙΣΟΥΝΕ ΟΣΟΙ ΣΟΥ ΕΙΠΑΝΕ «ΘΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ» ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΕΞΑΝΑΕΙΔΕΣ!

Η Φρόσω γελάει τόσο δυνατά που παραλίγο να ρίξει το φλιτζάνι της.

ΦΡΟΣΩ: Αχ, μωρή! Είσαι αδιόρθωτη!

ΠΙΤΣΑ: Κι εσύ, ωρή, είσαι ολόκληρη ιστορία της Κεφαλονιάς! Μόνο που η Βοσκοπούλα ξεκίνησε το 1910, ενώ η δική σου ιστορία αρχίζει πάντα από το ίδιο: «Ήτανε ένας πολύ ωραίος νεαρός…»!

ΦΡΟΣΩ: Πάντως, Πίτσα μου, ένα πράμα δεν αλλάζει.

ΠΙΤΣΑ: Ποιο, ωρή;

ΦΡΟΣΩ: Ότι οι πιο γλυκές αναμνήσεις δεν χρειάζονται φωτογραφία για να μείνουν ζωντανές.

ΠΙΤΣΑ: Έτσι είναι. Κι η Βοσκοπούλα είναι μία από εφκειές. Μια γεύση, μια εποχή, ένα κομμάτι από την καρδιά του Αργοστολίου.

ΦΡΟΣΩ: Στην υγειά τση Βοσκοπούλας, λοιπόν!

ΠΙΤΣΑ: Και σ’ όλους όσοι τη δημιούργησαν, τη δούλεψαν, την αγάπησαν και κράτησαν ζωντανή την ιστορία της.

ΦΡΟΣΩ: Ωραία τα είπαμε! Πάμε τώρα για ένα γλυκό;

ΠΙΤΣΑ: Ένα, ωρή! ΜΟΝΟ ΕΝΑ!

ΦΡΟΣΩ: Εννοείται! Ένα προφιτερόλ, ένα παγωτό μόκα κι ένα κουτί μάντολες!

ΠΙΤΣΑ: ΩΡΗ, Η ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ ΕΧΕΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ, ΑΛΛΑ Η ΟΡΕΞΗ ΣΟΥ ΕΧΕΙ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ! ΑΜΑ ΤΗΝ ΕΒΑΖΑΝΕ ΣΕ ΜΟΥΣΕΙΟ, ΘΑ ΕΧΡΕΙΑΖΟΤΑΝΕ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΠΤΕΡΥΓΑ ΚΑΙ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ!

Και καθώς οι δυο φίλες απομακρύνονται γελώντας από την πλατεία, το Αργοστόλι συνεχίζει τον σημερινό του ρυθμό. Μα κάπου, μέσα στις αναμνήσεις όσων γνώρισαν την παλιά «Βοσκοπούλα», η τηλεόραση εξακολουθεί να παίζει «Αθλητική Κυριακή», τα κουταλάκια χτυπούν στα πιατάκια και μια μπάλα παγωτό μόκα έχει ακόμα τη γεύση της νιότης.


Σημείωση σατιρικής μυθοπλασίας: Η Φρόσω Μπελαβίτα και η Πίτσα Κατινέλα είναι φανταστικοί χαρακτήρες. Οι διάλογοι, οι προσωπικές αναμνήσεις και τα χιουμοριστικά περιστατικά αποτελούν μυθοπλασία. Τα ιστορικά στοιχεία για τη «Βοσκοπούλα», την οικογένεια Καππάτου, την παρασκευή παγωτού και τις συγκεντρώσεις για την «Αθλητική Κυριακή» βασίζονται σε δημοσιευμένες ιστορικές αφηγήσεις και μαρτυρίες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ