Τέμπη: Επιστρατεύουν τους νεκρούς της Ισπανίας για να δικαιώσουν τον Μητσοτάκη – Η σύγκριση που καταρρέει!

Άρθρο πολιτικής κριτικής

Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στην αναζήτηση της αλήθειας για μια σιδηροδρομική τραγωδία και στην προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί μια δεύτερη τραγωδία ως πολιτικό άλλοθι για την πρώτη.

Αυτή ακριβώς η διαφορά αναδεικνύεται μέσα από μια δημόσια παρέμβαση που επιχειρεί να παρουσιάσει το πολύνεκρο δυστύχημα στην Ισπανία ως δικαίωση της κυβέρνησης Μητσοτάκη για την υπόθεση των Τεμπών.

Η επιχειρηματολογία είναι αποκαλυπτική.

«Το σιδηροδρομικό δυστύχημα στην Ισπανία γκρεμίζει την αισχρή εργαλειοποίηση του δυστυχήματος των Τεμπών», υποστηρίζει η επίμαχη ανάρτηση.

Και συνεχίζει:

«Αποδεικνύεται ότι η τηλεδιοίκηση και η αυτόματη πέδηση δεν σώζουν δυστύχημα από ανθρώπινο λάθος».

Δύο ισχυρισμοί, ένα κοινό πρόβλημα: κανένας δεν αποδεικνύει αυτό που επιχειρεί να υποστηρίξει.

Από τα «ορφανά του Σημίτη» στα «φερέφωνα του μητσοτακισμού»

Στην πολιτική αντιπαράθεση χρησιμοποιούνται συχνά οι χαρακτηρισμοί «ορφανά του Σημίτη» και «φερέφωνα του μητσοτακισμού» για πρόσωπα που προέρχονται από τον χώρο του σημιτικού εκσυγχρονισμού και σήμερα υπερασπίζονται δημόσια τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Η επίμαχη παρέμβαση εντάσσεται σε αυτή τη συζήτηση ως προς το περιεχόμενό της: επιχειρεί να μετατρέψει ένα νέο σιδηροδρομικό δυστύχημα σε επιχείρημα υπέρ της σημερινής κυβέρνησης.

Το ουσιαστικό, ωστόσο, δεν είναι η πολιτική προέλευση εκείνου που εκφράζει μια άποψη.

Είναι αν η άποψη στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα.

Και εδώ η συλλογιστική παρουσιάζει σοβαρά κενά.

Το δυστύχημα στην Ισπανία δεν αποτελεί απόδειξη για τα Τέμπη

Στην Ισπανία σημειώθηκε μια νέα πολύνεκρη σιδηροδρομική τραγωδία.

Οι αρμόδιες αρχές καλούνται να διερευνήσουν τις συνθήκες της σύγκρουσης, τη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας και τις ενέργειες όσων είχαν την ευθύνη της κυκλοφορίας.

Στα Τέμπη, στις 28 Φεβρουαρίου 2023, 57 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε μετωπική σύγκρουση δύο τρένων.

Η ελληνική τραγωδία έχει τη δική της αλληλουχία γεγονότων, τις δικές της τεχνικές παραμέτρους και τις δικές της δικαστικές διαδικασίες.

Το ότι συνέβη ένα δυστύχημα σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν αποδεικνύει πως οι ελληνικές σιδηροδρομικές υποδομές ήταν επαρκείς.

Δεν αποδεικνύει ότι οι ελλείψεις ασφαλείας στα Τέμπη ήταν άνευ σημασίας.

Δεν αποδεικνύει ότι οι ευθύνες που διερευνώνται στην Ελλάδα είναι ανύπαρκτες.

Πρόκειται για δύο διαφορετικά περιστατικά που πρέπει να εξεταστούν με βάση τα δικά τους στοιχεία.

Η σύγκρισή τους μπορεί να προσφέρει χρήσιμα τεχνικά συμπεράσματα.

Δεν μπορεί, όμως, να λειτουργήσει ως αυτόματη απαλλαγή οποιασδήποτε κυβέρνησης από την υποχρέωση λογοδοσίας.

Η αυτόματη πέδηση υπάρχει ακριβώς για να περιορίζει το ανθρώπινο λάθος

Το μεγαλύτερο τεχνικό πρόβλημα της ανάρτησης βρίσκεται στον ισχυρισμό ότι τα συστήματα τηλεδιοίκησης και αυτόματης πέδησης δεν μπορούν να αποτρέψουν δυστυχήματα που προκαλούνται από ανθρώπινο λάθος.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Τα συστήματα αυτόματης προστασίας των τρένων σχεδιάζονται ακριβώς για να περιορίζουν τους κινδύνους που δημιουργούνται από ανθρώπινες αστοχίες.

Ανάλογα με την τεχνολογία και τις συνθήκες λειτουργίας τους, μπορούν να επιτηρούν την ταχύτητα, να ελέγχουν την τήρηση περιορισμών κυκλοφορίας και να ενεργοποιούν αυτόματη πέδηση όταν διαπιστώνεται επικίνδυνη κατάσταση.

Δεν είναι αλάνθαστα.

Δεν μπορούν να αποτρέψουν κάθε πιθανό δυστύχημα.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν καθοριστική σημασία.

Η λογική της σιδηροδρομικής ασφάλειας βασίζεται σε πολλαπλές δικλίδες προστασίας.

Όταν ένας άνθρωπος κάνει λάθος, ένα άλλο επίπεδο ασφαλείας πρέπει, όπου είναι τεχνικά δυνατόν, να περιορίζει ή να αποτρέπει τις συνέπειές του.

Γι’ αυτό και η διερεύνηση ενός δυστυχήματος δεν σταματά στη διαπίστωση ότι κάποιος έκανε λάθος.

Εξετάζει επίσης γιατί οι υπόλοιποι μηχανισμοί δεν απέτρεψαν την τραγωδία.

Η ύπαρξη ανθρώπινου λάθους δεν καταργεί την ανάγκη των συστημάτων ασφαλείας. Είναι ένας από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους αυτά υπάρχουν.

Άλλο να υπάρχει ένα σύστημα και άλλο να λειτουργεί

Η επίμαχη ανάρτηση επιχειρεί να στηρίξει το επιχείρημά της στην αναφορά ότι το ισπανικό σιδηροδρομικό δίκτυο διέθετε τηλεδιοίκηση και αυτόματη πέδηση.

Όμως η ύπαρξη τεχνολογικού εξοπλισμού δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι αυτός λειτουργούσε κανονικά τη στιγμή της σύγκρουσης.

Ούτε ότι μπορούσε να αποτρέψει το συγκεκριμένο σενάριο.

Για μια τεχνικά έγκυρη αξιολόγηση απαιτούνται απαντήσεις σε συγκεκριμένα ερωτήματα.

Ποιο σύστημα ήταν εγκατεστημένο;

Ποια ήταν η λειτουργική του κατάσταση;

Υπήρξε βλάβη ή παράκαμψη διαδικασίας;

Ποιες εντολές δόθηκαν από το κέντρο ελέγχου;

Ποια επίπεδα προστασίας ήταν ενεργά;

Χωρίς αυτές τις πληροφορίες, το συμπέρασμα ότι «η αυτόματη πέδηση δεν σώζει από ανθρώπινο λάθος» είναι αυθαίρετο.

Και ασφαλώς δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για τις συνθήκες της ελληνικής τραγωδίας.

Και το «μπάζωμα» των Τεμπών; Πώς ακριβώς το εξηγεί η Ισπανία;

Υπάρχει και μια ακόμη κρίσιμη παράμετρος που η επίμαχη παρέμβαση αφήνει εντελώς έξω από τη συζήτηση.

Στην Ελλάδα, η υπόθεση των Τεμπών δεν αφορά μόνο τα αίτια της σύγκρουσης.

Αφορά και τη διαχείριση του τόπου της τραγωδίας μετά το δυστύχημα.

Τις παρεμβάσεις στον χώρο.

Την απομάκρυνση χωμάτων και υλικών.

Τη διατήρηση των αποδεικτικών στοιχείων.

Τις αποφάσεις που ελήφθησαν από τους αρμόδιους φορείς.

Για αυτές τις ενέργειες έχουν ανακύψει αυτοτελή δικαστικά ζητήματα.

Για το πρόσφατο ισπανικό δυστύχημα δεν έχουν παρουσιαστεί μέχρι στιγμής αντίστοιχα τεκμηριωμένα στοιχεία αλλοίωσης του χώρου, ενώ η διερεύνησή του βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη.

Η σύγκριση, επομένως, δεν μπορεί να απαντήσει στα ερωτήματα για τη διαχείριση του τόπου της τραγωδίας των Τεμπών.

Ακόμη κι αν δύο δυστυχήματα είχαν πανομοιότυπα τεχνικά αίτια —κάτι που δεν έχει αποδειχθεί— αυτό δεν θα σήμαινε ότι όσα συνέβησαν μετά τη σύγκρουση ήταν επίσης ίδια.

Το ισπανικό δυστύχημα δεν εξηγεί τις εργασίες στον χώρο των Τεμπών. Δεν εξηγεί την απομάκρυνση υλικών. Δεν απαντά στις δικαστικές εκκρεμότητες.

Αυτά απαιτούν ανεξάρτητη διερεύνηση.

Καταγγέλλουν την εργαλειοποίηση και επικαλούνται μια άλλη τραγωδία

Η πιο έντονη αντίφαση βρίσκεται στο τελευταίο μέρος της ανάρτησης.

Αφού παρουσιάζει το δυστύχημα στην Ισπανία ως πολιτική δικαίωση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, καταλήγει ζητώντας «σεβασμό στους νεκρούς» και καταγγέλλοντας την «τυμβωρυχία» των Τεμπών.

Εδώ προκύπτει ένα απλό ερώτημα.

Εάν η χρήση μιας τραγωδίας στην πολιτική αντιπαράθεση θεωρείται απαράδεκτη, γιατί η ίδια η ανάρτηση χρησιμοποιεί τους νεκρούς μιας νέας τραγωδίας για να υποστηρίξει την κυβέρνηση;

Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο διαφορετικά κριτήρια.

Δεν μπορεί η αναζήτηση ευθυνών για τα Τέμπη να παρουσιάζεται συλλήβδην ως πολιτική εκμετάλλευση, ενώ η επίκληση των νεκρών της Ισπανίας να θεωρείται θεμιτό επιχείρημα κυβερνητικής υπεράσπισης.

Η αντίφαση είναι εμφανής.

Και δεν χρειάζεται κανείς να συμφωνεί με την αντιπολίτευση για να την αναγνωρίσει.

Ο σεβασμός στους νεκρούς δεν σημαίνει παραίτηση από την αναζήτηση ευθυνών

Οι οικογένειες των θυμάτων των Τεμπών έχουν δικαίωμα να ζητούν πλήρη διερεύνηση της τραγωδίας.

Το ίδιο ισχύει για τις οικογένειες των θυμάτων στην Ισπανία.

Η απόδοση ευθυνών πρέπει να βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και στις αποφάσεις των αρμόδιων δικαστικών αρχών.

Όμως η αναζήτηση αυτών των ευθυνών δεν αποτελεί από μόνη της «τυμβωρυχία».

Ο δημόσιος έλεγχος των κρατικών μηχανισμών, των συστημάτων ασφαλείας και των κυβερνητικών αποφάσεων είναι αναγκαίο μέρος της δημοκρατικής λειτουργίας.

Και δεν μπορεί να σταματά επειδή μια κριτική χαρακτηρίζεται πολιτικά ενοχλητική.

Η ουσία που δεν αλλάζει

Τα Τέμπη και η Ισπανία δεν είναι το ίδιο δυστύχημα.

Η διερεύνηση της μιας τραγωδίας δεν υποκαθιστά τη διερεύνηση της άλλης.

Η λειτουργία ή η αστοχία ενός συστήματος ασφαλείας στην Ισπανία δεν αποδεικνύει ποια θα ήταν η επίδραση των συστημάτων ασφαλείας στα Τέμπη.

Και κανένα ξένο δυστύχημα δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις για τις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν στον τόπο της ελληνικής τραγωδίας μετά τη σύγκρουση.

Η επίμαχη παρέμβαση επιχειρεί να συνδέσει αυτά τα διαφορετικά ζητήματα και να καταλήξει σε ένα πολιτικό συμπέρασμα που δεν στηρίζεται επαρκώς στα στοιχεία.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπως κάθε κυβέρνηση, οφείλει να απαντά για τις δικές της πράξεις και παραλείψεις. Όχι για όσα συνέβησαν στην Ισπανία, αλλά για όσα συνέβησαν στην Ελλάδα.

Και όσοι επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τη νέα τραγωδία ως επιχείρημα υπεράσπισής της οφείλουν πρώτα να αποδείξουν ότι η σύγκριση που κάνουν έχει πραγματική τεχνική και λογική βάση.

Αλλιώς ΑΣ ΣΙΩΠΗΣΟΥΝ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ