Servicers: Η κυβέρνηση μιλά για προστασία των δανειοληπτών, αλλά ανοίγει τον δρόμο για εκτέλεση χωρίς προηγούμενη διαταγή πληρωμής

Σκληρή αντιπαράθεση για το άρθρο 23 του νέου νομοσχεδίου – Οι δικηγορικοί σύλλογοι ζητούν την απόσυρσή του, ενώ το υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι ενισχύει τα δικαιώματα των οφειλετών. Τι πραγματικά προβλέπεται και ποια κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα.

Μια ολόκληρη ανακοίνωση επιστράτευσε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για να αντικρούσει τις αντιδράσεις που προκαλεί το νέο νομοσχέδιο για τους servicers.

Οκτώ ενότητες, διαβεβαιώσεις για περισσότερη προστασία, αναφορές στη διαφάνεια, στη δικαστική προσφυγή και στη δυνατότητα διάσωσης της κύριας κατοικίας.

Μόνο που στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται μια συγκεκριμένη διάταξη: το άρθρο 23, με το οποίο η σύμβαση ρύθμισης οφειλής προβλέπεται να αποτελεί εκτελεστό τίτλο.

Και αυτό δεν είναι μια ασήμαντη νομική λεπτομέρεια.

Σημαίνει ότι, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ο πιστωτής θα μπορεί να στηριχθεί στην ίδια τη συμφωνία ρύθμισης για να κινήσει διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να αποκτήσει διαταγή πληρωμής.

Η κυβέρνηση θεωρεί ότι έτσι αποφεύγονται περιττές διαδικασίες.

Οι εκπρόσωποι των δικηγορικών συλλόγων προειδοποιούν ότι η αλλαγή περιορίζει ουσιώδεις δικονομικές εγγυήσεις.

Ας δούμε, λοιπόν, μία προς μία τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις και τα ερωτήματα που προκαλούν.

1. «Η κριτική είναι αβάσιμη και παραπλανητική» – Ποιος ακριβώς παραπλανά;

Το υπουργείο ξεκινά επιχειρώντας να απαξιώσει την κριτική, υποστηρίζοντας ότι δημιουργείται παραπλανητική εικόνα για το νομοσχέδιο.

Υπάρχει, όμως, ένα γεγονός που δεν μπορεί να παρακαμφθεί.

Στις 29 Οκτωβρίου 2026, η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία χαρακτήρισε την επίμαχη διάταξη ιδιαίτερα ευνοϊκή για τράπεζες και funds και ζήτησε την απόσυρσή της.

Δεν πρόκειται, επομένως, αποκλειστικά για μια πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση.

Πρόκειται για συγκεκριμένη ένσταση εκπροσώπων του νομικού κόσμου, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το άρθρο 23 μεταβάλλει τη διαδικαστική ισορροπία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη.

Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να διαφωνεί.

Οφείλει, όμως, να απαντήσει στην ουσία αυτής της ένστασης.

Γιατί χρειάζεται να αποκτά εκτελεστή ισχύ μια ιδιωτική σύμβαση ρύθμισης, χωρίς την προηγούμενη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής;

Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα.

2. «Κανένας servicer δεν δημιουργεί μονομερώς εκτελεστούς τίτλους» – Η μισή απάντηση

Το υπουργείο επισημαίνει ότι η διάταξη αφορά συμφωνίες στις οποίες συναινεί ο οφειλέτης.

Η διευκρίνιση είναι ουσιαστική. Δεν προβλέπεται να μετατρέπεται αυτομάτως κάθε αρχική δανειακή σύμβαση σε εκτελεστό τίτλο.

Όμως η ύπαρξη συμφωνίας δεν εξαντλεί το ζήτημα.

Ένας δανειολήπτης που βρίσκεται αντιμέτωπος με την απειλή πλειστηριασμού μπορεί να θεωρεί ότι δεν διαθέτει πολλές πραγματικές επιλογές.

Η συναίνεσή του έχει νομική σημασία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραβλέπονται οι οικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες δίνεται.

Ας υποθέσουμε ότι ένας οφειλέτης υπογράφει ρύθμιση προκειμένου να αποφύγει την απώλεια της κατοικίας του.

Λίγους μήνες αργότερα, λόγω ανεργίας ή άλλης σοβαρής οικονομικής δυσκολίας, αδυνατεί να τηρήσει τους συμφωνημένους όρους.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι ακολουθεί.

Θα χρειάζεται ο πιστωτής να περάσει από τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής ή θα μπορεί να κινηθεί βάσει της ήδη υπογεγραμμένης σύμβασης;

Αυτή ακριβώς είναι η πρακτική σημασία της νέας διάταξης.

Και δεν απαντάται με τη γενική διαβεβαίωση ότι ο οφειλέτης υπέγραψε οικειοθελώς.

3. «Η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη παραμένει κατοχυρωμένη» – Πριν ή μετά την έναρξη της εκτέλεσης;

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της διαφωνίας.

Το υπουργείο επικαλείται το άρθρο 933 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο επιτρέπει στον οφειλέτη να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Η δυνατότητα αυτή πράγματι υπάρχει.

Επομένως, δεν είναι ακριβές να υποστηρίζεται ότι το νομοσχέδιο καταργεί κάθε μορφή δικαστικής προστασίας.

Αλλά υπάρχει μια σημαντική διάκριση.

Άλλο πράγμα είναι να αμφισβητεί ο οφειλέτης μια διαταγή πληρωμής και άλλο να αναγκάζεται να προσβάλει διαδικασία εκτέλεσης που έχει ήδη ξεκινήσει βάσει άλλου εκτελεστού τίτλου.

Οι δικηγορικοί σύλλογοι υποστηρίζουν ότι η προτεινόμενη αλλαγή παρακάμπτει τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής και τη δυνατότητα ειδικής ανακοπής εναντίον της.

Η ανακοπή κατά της εκτέλεσης δεν εξαφανίζεται.

Αλλά η ύπαρξή της δεν σημαίνει ότι όλες οι προηγούμενες διαδικαστικές εγγυήσεις διατηρούνται αναλλοίωτες.

Επιπλέον, η άσκηση ανακοπής δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναστολή κάθε πράξης εκτέλεσης.

Για έναν οικονομικά πιεσμένο πολίτη, το κόστος της δικαστικής διαδικασίας, οι προθεσμίες και η ανάγκη να ζητήσει αναστολή μπορεί να έχουν καθοριστική σημασία.

Το υπουργείο οφείλει να εξηγήσει όχι μόνο ποιο ένδικο βοήθημα παραμένει διαθέσιμο, αλλά και εάν η νέα διαδικασία διατηρεί ισοδύναμο επίπεδο προστασίας.

4. «Περισσότερη διαφάνεια στις οφειλές» – Θετικό μέτρο, διαφορετικό ζήτημα

Η κυβέρνηση ανακοινώνει περισσότερα δικαιώματα ενημέρωσης.

Οι οφειλέτες θα μπορούν να ζητούν στοιχεία για το ύψος του χρέους, τις χρεώσεις και το ιστορικό πληρωμών τους.

Πρόκειται για σημαντικές προβλέψεις.

Για χρόνια, πολλοί δανειολήπτες διαμαρτύρονται ότι δυσκολεύονται να αποκτήσουν σαφή εικόνα για την εξέλιξη των υποχρεώσεών τους.

Η πρόσβαση σε πλήρη και κατανοητά στοιχεία είναι απαραίτητη.

Όμως εδώ το υπουργείο συνδέει δύο διαφορετικά θέματα.

Η καλύτερη ενημέρωση δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα αν πρέπει να αλλάξει ο τρόπος απόκτησης εκτελεστού τίτλου.

Μπορεί μια διάταξη για τη διαφάνεια να είναι χρήσιμη και μια άλλη διάταξη του ίδιου νομοσχεδίου να προκαλεί εύλογες νομικές αντιρρήσεις.

Δεν υπάρχει αντίφαση σε αυτό.

Η συνολική αξιολόγηση ενός νομοσχεδίου δεν σημαίνει ότι όλες οι επιμέρους ρυθμίσεις του πρέπει υποχρεωτικά να γίνουν αποδεκτές ως ενιαίο σύνολο.

5. «Περισσότερες ευκαιρίες ρύθμισης» – Αλλά με ποιες δόσεις;

Το υπουργείο υποστηρίζει ότι δημιουργούνται νέες δυνατότητες διαπραγμάτευσης, ακόμη και για οφειλέτες που έχουν ήδη επιχειρήσει ανεπιτυχώς να ρυθμίσουν τις οφειλές τους.

Αυτή η δυνατότητα μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη.

Αλλά μια συμφωνία δεν είναι βιώσιμη μόνο και μόνο επειδή υπογράφηκε.

Το ουσιαστικό κριτήριο είναι εάν ο δανειολήπτης μπορεί να πληρώνει τη δόση του σε βάθος χρόνου, χωρίς να στερείται τα αναγκαία για τη διαβίωσή του.

Αν μια οικογένεια διαθέτει περιορισμένο εισόδημα, η ύπαρξη περισσότερων διαδικασιών ρύθμισης δεν αρκεί από μόνη της.

Χρειάζονται όροι που ανταποκρίνονται στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητές της.

Και χρειάζεται να είναι απολύτως σαφές τι συμβαίνει όταν μια ρύθμιση καταρρεύσει.

Διότι εκεί ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη σημασία η πρόβλεψη περί εκτελεστού τίτλου.

6. «Πρόσθετη προστασία της κύριας κατοικίας» – Για ποιους και υπό ποιες προϋποθέσεις;

Η κυβερνητική ανακοίνωση αναφέρεται σε εργαλεία προστασίας της κύριας κατοικίας και σε ειδικές δυνατότητες για ευάλωτους οφειλέτες.

Πρόκειται για μέτρα που πρέπει να αξιολογηθούν με βάση τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις τους.

Δεν συνιστούν, όμως, καθολική απαγόρευση πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας.

Η προστασία εξαρτάται από κριτήρια επιλεξιμότητας, την περιουσιακή κατάσταση, τη δυνατότητα καταβολής των προβλεπόμενων ποσών και τη διατήρηση της ρύθμισης.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το ζήτημα του Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων.

Ο φορέας αυτός δεν πρέπει να συγχέεται με τη διατήρηση της ιδιοκτησίας από τον οφειλέτη. Το μοντέλο του προβλέπει, υπό προϋποθέσεις, απόκτηση της κατοικίας και επαναμίσθωσή της στον πρώην ιδιοκτήτη.

Άρα, η δυνατότητα παραμονής ενός ευάλωτου νοικοκυριού στο σπίτι του δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με τη διατήρηση της κυριότητας.

Αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά που πρέπει να γνωρίζουν οι πολίτες.

7. «Η καθυστέρηση έχει κόστος» – Η ταχύτητα δεν αρκεί ως επιχείρημα

Το υπουργείο υποστηρίζει ότι οι παρατεταμένες διαδικασίες αυξάνουν τους τόκους και τα έξοδα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό πράγματι συμβαίνει.

Ωστόσο, η επιτάχυνση της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν αποτελεί αυτομάτως προστατευτικό μέτρο για τον οφειλέτη.

Το ζήτημα είναι ποιος ωφελείται από την ταχύτερη διαδικασία και ποιες εγγυήσεις διατηρούνται.

Ο πιστωτής έχει προφανές συμφέρον να μπορεί να εισπράττει ταχύτερα μια ληξιπρόθεσμη απαίτηση.

Ο οφειλέτης έχει εξίσου ουσιαστικό συμφέρον να μπορεί να αμφισβητήσει εγκαίρως το ύψος της οφειλής, τη νομιμότητα των χρεώσεων και την τήρηση των συμφωνημένων όρων.

Μια δίκαιη διαδικασία οφείλει να λαμβάνει υπόψη και τα δύο.

Η ταχύτητα έχει αξία όταν συνοδεύεται από αποτελεσματικό έλεγχο. Δεν αποτελεί υποκατάστατό του.

8. «Περισσότερα δικαιώματα για τους οφειλέτες» – Το τελικό ερώτημα

Στο τέλος της ανακοίνωσης, η κυβέρνηση παρουσιάζει τη νομοθετική παρέμβαση ως συνολική ενίσχυση της προστασίας των πολιτών.

Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο από τον αριθμό των νέων δικαιωμάτων που απαριθμούνται.

Χρειάζεται να εξεταστεί η λειτουργία ολόκληρου του συστήματος.

Ένας δανειολήπτης μπορεί να αποκτά περισσότερα δικαιώματα ενημέρωσης και, ταυτόχρονα, να αντιμετωπίζει διαφορετικές διαδικαστικές συνέπειες όταν αθετήσει μια ρύθμιση.

Μπορεί να διαθέτει περισσότερες δυνατότητες διαπραγμάτευσης, αλλά να χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή πριν υπογράψει μια σύμβαση που θα μπορεί να αποτελέσει εκτελεστό τίτλο.

Αυτές οι επιπτώσεις δεν αλληλοαναιρούνται.

Γι’ αυτό και η αντίδραση των δικηγορικών συλλόγων δεν μπορεί να απορριφθεί απλώς ως παραπλανητική.

Απαιτεί συγκεκριμένη νομική απάντηση.

Το άρθρο 23 και η ουσία της αντιπαράθεσης

Το νομοσχέδιο βρίσκεται στη διαδικασία κοινοβουλευτικής επεξεργασίας και η τελική του μορφή μπορεί να διαφοροποιηθεί.

Στο μεταξύ, το υπουργείο έχει την ευκαιρία να διευκρινίσει δημόσια γιατί θεωρεί αναγκαία τη συγκεκριμένη αλλαγή, ποιες εγγυήσεις θα ισχύουν πριν από την αναγκαστική εκτέλεση και πώς θα προστατεύεται ο οφειλέτης που αμφισβητεί μια απαίτηση.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η συναίνεση του δανειολήπτη και η δυνατότητα ανακοπής επαρκούν.

Οι δικηγορικοί σύλλογοι εκτιμούν ότι η κατάργηση της ανάγκης προηγούμενης διαταγής πληρωμής για τις συγκεκριμένες συμφωνίες συνιστά σοβαρή υποχώρηση των δικονομικών εγγυήσεων.

Αυτό είναι το πραγματικό αντικείμενο της διαφωνίας.

Όχι αν η ενημέρωση των δανειοληπτών πρέπει να βελτιωθεί. Ασφαλώς πρέπει.

Όχι αν πρέπει να υπάρχουν περισσότερες βιώσιμες ρυθμίσεις. Ασφαλώς χρειάζονται.

Αλλά αν η επιτάχυνση της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσω μιας ιδιωτικής συμφωνίας, εξασφαλίζει επαρκή προστασία στον οικονομικά ασθενέστερο συμβαλλόμενο.

Για τους πολίτες που κινδυνεύουν να χάσουν την κατοικία ή την περιουσία τους, αυτή η διάκριση δεν είναι θεωρητική.

Είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια ρύθμιση που μπορεί να τους βοηθήσει να σταθούν ξανά στα πόδια τους και σε μια συμφωνία της οποίας τις συνέπειες πρέπει να γνωρίζουν απολύτως πριν υπογράψουν.

Και σε αυτό το ερώτημα, οι γενικές διαβεβαιώσεις περί προστασίας δεν αρκούν. Χρειάζονται σαφείς, ελέγξιμες νομικές εγγυήσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ