Ρεύμα και καύσιμα «καίνε» το Μαξίμου: Ο δύσκολος χειμώνας που απειλεί να γίνει πολιτικός εφιάλτης για τον Μητσοτάκη

Μπροστά σε έναν χειμώνα γεμάτο οικονομικές και πολιτικές παγίδες βρίσκεται η κυβέρνηση, καθώς η ενεργειακή ακρίβεια απειλεί να εξανεμίσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και να αυξήσει ακόμη περισσότερο το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Το Μέγαρο Μαξίμου αναζητά δημοσιονομικά περιθώρια για νέες παρεμβάσεις, ενώ περιμένει απαντήσεις από τις Βρυξέλλες. Όμως το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι πολίτες καλούνται να αντιμετωπίσουν έναν ακόμη δύσκολο χειμώνα, με ακριβό ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα και καθημερινά αγαθά.

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις δυσκολότερες οικονομικές εξισώσεις των τελευταίων ετών. Και αυτή τη φορά η απάντηση δεν θα δοθεί μόνο στους πίνακες του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, αλλά κυρίως στους λογαριασμούς που θα φτάσουν στα σπίτια και στις επιχειρήσεις.

Η ενεργειακή ακρίβεια επιστρέφει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, την ώρα που οι καταναλωτές έχουν ήδη επιβαρυνθεί από τις αυξήσεις σε τρόφιμα, υπηρεσίες και βασικά αγαθά.

Για το Μέγαρο Μαξίμου, ο χειμώνας του 2026-2027 ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολος.

Όχι μόνο επειδή οι διεθνείς εξελίξεις δημιουργούν αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας, αλλά και επειδή τα περιθώρια για νέες κρατικές ενισχύσεις δεν είναι απεριόριστα.

Το ηλεκτρικό ρεύμα γίνεται ξανά πολιτικός πονοκέφαλος

Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά την πορεία των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου.

Μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών θα μπορούσε να επιβαρύνει σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ιδιαίτερα τους μήνες που αυξάνονται οι ανάγκες θέρμανσης.

Για τις επιχειρήσεις, το πρόβλημα είναι εξίσου σοβαρό.

Το αυξημένο ενεργειακό κόστος επηρεάζει την παραγωγή, τη λειτουργία των καταστημάτων και τις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών.

Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερες δαπάνες, οι καταναλωτές πληρώνουν περισσότερα και η αγορά δυσκολεύεται να διατηρήσει την αγοραστική της δυναμική.

Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι μια νέα ενεργειακή αναταραχή δεν θα περιοριστεί σε οικονομικούς δείκτες.

Θα επηρεάσει άμεσα την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών και, κατά συνέπεια, την αξιολόγηση της κυβερνητικής πολιτικής.

Οι λογαριασμοί δεν περιμένουν τις κυβερνητικές αποφάσεις

Για ένα νοικοκυριό, η οικονομική πραγματικότητα είναι απλή.

Το ηλεκτρικό ρεύμα πρέπει να πληρωθεί, το σπίτι πρέπει να θερμανθεί και οι καθημερινές ανάγκες δεν μπορούν να αναβληθούν.

Αντίστοιχα, μια μικρή επιχείρηση δεν έχει πάντοτε τη δυνατότητα να απορροφήσει νέες αυξήσεις χωρίς να περιορίσει το εισόδημά της ή να μετακυλίσει μέρος του κόστους στους πελάτες.

Εδώ βρίσκεται και το μεγαλύτερο πολιτικό πρόβλημα για το Μαξίμου.

Η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί κυβερνητική προτεραιότητα, όμως οι πολίτες αξιολογούν την οικονομία πρωτίστως με βάση το διαθέσιμο εισόδημά τους.

Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση ανάμεσα στους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες και στην καθημερινή εμπειρία των νοικοκυριών, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την κυβέρνηση να πείσει ότι η οικονομική της πολιτική αποδίδει.

Παράταση στις επιδοτήσεις καυσίμων εξετάζει η κυβέρνηση

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, στο κυβερνητικό επιτελείο εξετάζεται η παράταση των παρεμβάσεων στην αντλία για τουλάχιστον ακόμη δεκαπέντε ημέρες.

Οι σχετικές συζητήσεις αφορούν το πετρέλαιο θέρμανσης, το diesel κίνησης και την αμόλυβδη βενζίνη.

Πρόκειται για ενδεχόμενη παράταση μέτρων που έχουν στόχο να συγκρατήσουν μέρος της επιβάρυνσης των καταναλωτών.

Ωστόσο, μέχρι να υπάρξουν επίσημες αποφάσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ούτε το τελικό περιεχόμενο ούτε η διάρκεια οποιασδήποτε νέας παρέμβασης.

Ακόμη και αν προχωρήσει μια τέτοια παράταση, το πρόβλημα δεν θα έχει λυθεί.

Μια βραχυπρόθεσμη επιδότηση μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, δεν μπορεί όμως από μόνη της να αντιμετωπίσει μια παρατεταμένη περίοδο υψηλών τιμών στην ενέργεια.

Και αυτό ακριβώς είναι το δύσκολο δίλημμα της κυβέρνησης: πόσο μπορεί να συνεχιστεί η στήριξη και με ποιους πόρους;

Το δημοσιονομικό αδιέξοδο

Οι δυνατότητες του κρατικού προϋπολογισμού αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για τις επόμενες κινήσεις.

Η κυβέρνηση καλείται να αποφασίσει πόσα χρήματα μπορεί να διαθέσει για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, χωρίς να διακινδυνεύσει τους δημοσιονομικούς της στόχους.

Εάν οι υψηλές ενεργειακές τιμές διατηρηθούν για λίγες εβδομάδες, η αντιμετώπιση μπορεί να είναι διαφορετική.

Εάν όμως η πίεση συνεχιστεί για ολόκληρο τον χειμώνα, το κόστος των παρεμβάσεων θα αυξηθεί σημαντικά.

Σε αυτή την περίπτωση, οι προσωρινές επιδοτήσεις ενδέχεται να μην επαρκούν.

Το ερώτημα είναι ποιες κοινωνικές ομάδες θα ενισχυθούν κατά προτεραιότητα και ποιο θα είναι το ύψος της βοήθειας.

Χαμηλοσυνταξιούχοι, εργαζόμενοι με περιορισμένα εισοδήματα, οικογένειες με παιδιά και μικρές επιχειρήσεις είναι μεταξύ εκείνων που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες.

Για την κυβέρνηση, η επιλογή των δικαιούχων και των ποσών θα έχει όχι μόνο οικονομικές αλλά και πολιτικές συνέπειες.

Στις Βρυξέλλες αναζητείται λύση έως 400 εκατ. ευρώ

Μέρος της κυβερνητικής στρατηγικής στρέφεται προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, η Αθήνα επιδιώκει να εξασφαλίσει ευρωπαϊκή δημοσιονομική ευελιξία για τη χρηματοδότηση παρεμβάσεων κατά της ενεργειακής ακρίβειας.

Στο τραπέζι βρίσκεται αίτημα αξιοποίησης πόρων που συνδέονται με τη ρήτρα διαφυγής, με το ποσό που εξετάζεται να φτάνει έως τα 400 εκατομμύρια ευρώ.

Πρόκειται, ωστόσο, για επιδιωκόμενη δυνατότητα χρηματοδότησης και όχι για εγκεκριμένο πακέτο ενισχύσεων.

Η σχετική συζήτηση αναμένεται να απασχολήσει το Eurogroup της 9ης Νοεμβρίου.

Η ελληνική πλευρά προσβλέπει σε μεγαλύτερη ευελιξία, προκειμένου να μπορέσει να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Το πρόβλημα είναι ότι η ευρωπαϊκή έγκριση δεν θεωρείται δεδομένη.

Ακόμη και στην περίπτωση θετικής εξέλιξης, παραμένει ανοιχτό εάν οι διαθέσιμοι πόροι θα επαρκούν για μια ενεργειακή κρίση μεγάλης διάρκειας.

Η Ευρώπη χωρίς ενιαία απάντηση

Η αβεβαιότητα ενισχύεται από το γεγονός ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν έχει διαμορφωθεί, μέχρι στιγμής, μια συνολική απάντηση αντίστοιχης έκτασης με τις έκτακτες παρεμβάσεις προηγούμενων κρίσεων.

Τα κράτη-μέλη έχουν διαφορετικές δημοσιονομικές δυνατότητες, ενεργειακές ανάγκες και πολιτικές προτεραιότητες.

Αυτό δυσκολεύει την επίτευξη συμφωνίας για κοινά μέτρα μεγάλης κλίμακας.

Παράλληλα, οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη και στον Περσικό Κόλπο δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους για την προσφορά και τις διεθνείς τιμές ενέργειας.

Οι αγορές αντιδρούν όχι μόνο σε πραγματικές διαταραχές της τροφοδοσίας, αλλά και στην πιθανότητα νέων εντάσεων.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι προβλέψεις για την εξέλιξη των τιμών γίνονται δυσκολότερες.

Ο κίνδυνος να μεταφερθεί η ενεργειακή ακρίβεια σε ολόκληρη την αγορά

Το ηλεκτρικό ρεύμα και τα καύσιμα δεν αποτελούν μεμονωμένες δαπάνες.

Επηρεάζουν το κόστος μεταφορών, την παραγωγή τροφίμων, την εστίαση, τη βιομηχανία και μεγάλο μέρος των υπηρεσιών.

Μια παρατεταμένη αύξηση του ενεργειακού κόστους μπορεί επομένως να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και σε άλλους τομείς της οικονομίας.

Αυτό σημαίνει ότι η επιβάρυνση των νοικοκυριών δεν περιορίζεται στον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος ή στο γέμισμα του αυτοκινήτου.

Μπορεί να εμφανιστεί και στις τιμές των προϊόντων που αγοράζουν καθημερινά.

Εάν συμβεί αυτό, η κυβέρνηση θα κληθεί να αντιμετωπίσει ένα πολύ ευρύτερο πρόβλημα από την αύξηση των τιμολογίων ενέργειας.

Το πολιτικό κόστος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη

Η κυβέρνηση βρίσκεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί βασικό κριτήριο με το οποίο οι πολίτες αξιολογούν την οικονομική πολιτική.

Οι ενεργειακές ανατιμήσεις θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη δυσαρέσκεια, ιδιαίτερα εάν οι παρεμβάσεις στήριξης αποδειχθούν περιορισμένες ή καθυστερήσουν.

Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η πρόκληση δεν είναι απλώς να παρουσιάσει ένα ακόμη πακέτο μέτρων.

Είναι να πείσει ότι οι κυβερνητικές αποφάσεις μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική και διαρκή ανακούφιση.

Η πολιτική πίεση μπορεί να ενταθεί εάν τα νοικοκυριά συνεχίσουν να βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να περιορίζεται, παρά τις όποιες ενισχύσεις.

Την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις θα ζητούν μέτρα που θα συγκρατούν το λειτουργικό τους κόστος και θα προστατεύουν την ανταγωνιστικότητά τους.

Πρόκειται για διαφορετικές ανάγκες, οι οποίες απαιτούν σημαντικούς πόρους.

Ένας χειμώνας που μπορεί να αλλάξει τις πολιτικές ισορροπίες

Το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει ότι οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί.

Εάν οι ενεργειακές τιμές αποκλιμακωθούν, η κυβέρνηση θα αποκτήσει μεγαλύτερα περιθώρια διαχείρισης.

Εάν όμως διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα ή αυξηθούν περαιτέρω, η πίεση για πρόσθετα μέτρα θα ενταθεί.

Σε αυτή την περίπτωση, το δίλημμα θα γίνει ακόμη πιο δύσκολο: περισσότερες ενισχύσεις με υψηλότερο δημοσιονομικό κόστος ή περιορισμένη στήριξη με μεγαλύτερο κίνδυνο κοινωνικής δυσαρέσκειας.

Και όλα αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα πλησιάζει στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Ο πραγματικός πολιτικός εφιάλτης για την κυβέρνηση δεν είναι ένας μεμονωμένος ακριβός λογαριασμός. Είναι το ενδεχόμενο να συμπέσουν ακριβό ρεύμα, υψηλές τιμές καυσίμων, επίμονη ακρίβεια και ανεπαρκείς παρεμβάσεις στήριξης.

Εάν αυτό το μείγμα διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, η ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να μετατραπεί σε μια πολύ σοβαρότερη δοκιμασία για την κυβέρνηση.

Και τότε, το πολιτικό «μπλακ άουτ» δεν θα είναι απλώς ένας εντυπωσιακός τίτλος, αλλά ένας κίνδυνος που το Μέγαρο Μαξίμου θα κληθεί να αποτρέψει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ