Μαρινάκης κατά Τσίπρα για τη διαφθορά: Πολλά νούμερα, βαριές κατηγορίες και τα ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα

Η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στον Αλέξη Τσίπρα για τη διαφθορά ήταν μια επίθεση με αριθμούς, αναφορές στο παρελθόν και ιδιαίτερα βαρείς πολιτικούς χαρακτηρισμούς.

Μόνο που πίσω από τους εντυπωσιακούς αριθμούς υπάρχει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Τι ακριβώς αποδεικνύουν όλα αυτά για την αντιμετώπιση της διαφθοράς στην Ελλάδα;

Ο κ. Μαρινάκης παρέθεσε συλλήψεις, προφυλακίσεις, φορολογικούς ελέγχους και αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα. Στη συνέχεια πέρασε στην περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, στο λεγόμενο «παραϋπουργείο Δικαιοσύνης» και στη δίκη της Χρυσής Αυγής.

Πρόκειται για μια πολιτική απάντηση με πολλαπλά μέτωπα. Δεν είναι, όμως, το ίδιο πράγμα η παράθεση κυβερνητικών επιτευγμάτων με την τεκμηριωμένη απάντηση σε μια κατηγορία περί διαφθοράς.

259 εγκληματικές οργανώσεις: Και πόσες υποθέσεις πολιτικής διαφθοράς;

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επικαλείται την εξάρθρωση 259 εγκληματικών οργανώσεων, 3.254 συλλήψεις και 814 προφυλακίσεις από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.

Ασφαλώς πρόκειται για στοιχεία που έχουν σημασία στην αξιολόγηση της αστυνομικής δράσης.

Αλλά πόσες από αυτές τις υποθέσεις αφορούν πολιτική διαφθορά; Πόσες αφορούν δωροδοκίες κρατικών αξιωματούχων; Πόσες αφορούν παράνομες συναλλαγές με δημόσιο χρήμα;

Οργανωμένο έγκλημα και πολιτική διαφθορά δεν είναι συνώνυμα.

Μια αστυνομική επιχείρηση κατά κυκλώματος ναρκωτικών ή λαθρεμπορίου δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη αποτελεσματικότητας απέναντι στη διαφθορά του πολιτικού συστήματος.

Και υπάρχει μια ακόμη ουσιαστική διάκριση: οι συλλήψεις και οι προφυλακίσεις δεν ισοδυναμούν με καταδίκες.

Το τεκμήριο αθωότητας ισχύει για όλους, ανεξάρτητα από το πόσο εντυπωσιακός είναι ένας αριθμός σε μια κυβερνητική ανακοίνωση.

Επομένως, τα συγκεκριμένα στοιχεία δείχνουν δραστηριότητα των διωκτικών αρχών. Δεν αρκούν, από μόνα τους, για να απαντήσουν στο συνολικό ερώτημα της διαφθοράς.

Τα 5,2 δισεκατομμύρια της ΑΑΔΕ: Άλλο βεβαιώνω και άλλο εισπράττω

Ο κ. Μαρινάκης αναφέρεται επίσης σε περισσότερους από 60.000 τακτικούς φορολογικούς ελέγχους τη διετία 2024–2025 και σε βεβαιωμένους φόρους και πρόστιμα άνω των 5,2 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Εδώ η διάκριση είναι απλή, αλλά καθοριστική.

Τα 5,2 δισεκατομμύρια ευρώ που βεβαιώθηκαν δεν σημαίνει ότι εισπράχθηκαν.

Ένας φόρος μπορεί να καταλογιστεί και στη συνέχεια να αμφισβητηθεί, να μειωθεί, να ακυρωθεί ή να παραμείνει ανείσπρακτος.

Πόσα από τα 5,2 δισεκατομμύρια μπήκαν πραγματικά στα δημόσια ταμεία;

Πόσα παραμένουν σε εκκρεμότητα;

Πόσα αφορούν μεγάλες επιχειρήσεις και μεγάλες υποθέσεις φοροδιαφυγής;

Και, κυρίως, ποια είναι η σχέση αυτών των ελέγχων με τη διαφθορά κρατικών αξιωματούχων;

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν δίνει αυτές τις απαντήσεις στη συγκεκριμένη δήλωση.

Επιπλέον, η ΑΑΔΕ είναι ανεξάρτητη αρχή. Οι κυβερνήσεις μπορούν να ενισχύουν τις δυνατότητές της και να νομοθετούν για τη φορολογική διοίκηση, αλλά το ελεγκτικό της έργο δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την πολιτική δράση ενός κόμματος.

Η αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης χρειάζεται να αξιολογείται με πραγματικές εισπράξεις, αποτελέσματα ελέγχων και διαχρονικά συγκρίσιμα στοιχεία, όχι μόνο με το ύψος των καταλογισμών.

Ο Ποινικός Κώδικας: Οι αυστηρότερες ποινές δεν αποτελούν απόδειξη λιγότερης διαφθοράς

Στη συνέχεια ο κ. Μαρινάκης επικαλείται τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα και την αυστηροποίηση των ποινών για σοβαρά αδικήματα.

Πράγματι, οι αλλαγές στην ποινική νομοθεσία είναι σημαντικές και μπορούν να επηρεάζουν τόσο την απονομή της δικαιοσύνης όσο και την αντιμετώπιση του εγκλήματος.

Όμως υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα:

Από πότε η αύξηση μιας προβλεπόμενης ποινής αποτελεί, από μόνη της, απόδειξη ότι μειώθηκε η διαφθορά;

Η αποτελεσματικότητα της ποινικής δικαιοσύνης δεν μετριέται μόνο με τα χρόνια φυλάκισης που προβλέπει ένας νόμος.

Μετριέται επίσης με την πιθανότητα εντοπισμού των παραβάσεων, την αποτελεσματικότητα των ερευνών, την ταχύτητα της δικαστικής διαδικασίας και την εφαρμογή των αποφάσεων.

Ένας αυστηρός νόμος μπορεί να έχει περιορισμένη πρακτική επίδραση αν οι παραβάσεις δεν εντοπίζονται ή αν οι υποθέσεις καθυστερούν υπερβολικά.

Αντίστοιχα, ένας ηπιότερος ποινικός κανόνας δεν αποδεικνύει αυτομάτως ανοχή στο έγκλημα.

Ο νέος Ποινικός Κώδικας του 2019 περιλάμβανε αλλαγές που προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις και είχαν συνέπειες στην ποινική μεταχείριση συγκεκριμένων αδικημάτων.

Αυτές οι αλλαγές μπορούν και πρέπει να κρίνονται συγκεκριμένα.

Αλλά η αντιπαράθεση για τον Ποινικό Κώδικα του 2019 δεν απαντά από μόνη της στο ερώτημα τι αποτελέσματα έχει σήμερα η κυβερνητική πολιτική κατά της διαφθοράς.

Το «παραϋπουργείο Δικαιοσύνης»: Μια βαριά πολιτική κατηγορία δεν αντικαθιστά τα αποδεικτικά στοιχεία

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επαναφέρει και την καταγγελία περί «παραϋπουργείου Δικαιοσύνης» στο Μέγαρο Μαξίμου επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Πρόκειται για εξαιρετικά σοβαρό ισχυρισμό, επειδή αφορά ενδεχόμενες παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν αρκεί να χρησιμοποιείται ως πολιτική ατάκα.

Ποιες συγκεκριμένες ενέργειες καταγγέλλονται;

Ποια πρόσωπα φέρονται να συμμετείχαν;

Ποιες υποθέσεις επηρεάστηκαν;

Ποια στοιχεία έχουν προκύψει από θεσμικές ή δικαστικές διαδικασίες;

Αν υπάρχουν συγκεκριμένα περιστατικά, αυτά πρέπει να παρουσιάζονται και να αξιολογούνται με την απαιτούμενη σοβαρότητα.

Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι υπερβολικά σημαντικό ζήτημα για να περιορίζεται σε μια ανταλλαγή πολιτικών κατηγοριών.

Και η επίκληση προβλημάτων της περιόδου 2015–2019 δεν απαλλάσσει τη σημερινή κυβέρνηση από την υποχρέωση να λογοδοτεί για τη δική της θητεία.

Η Χρυσή Αυγή: Οι καθυστερήσεις ήταν πραγματικές, αλλά η δίκη διεξαγόταν

Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η αναφορά του κ. Μαρινάκη στη δίκη της Χρυσής Αυγής.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατηγορεί τον Αλέξη Τσίπρα ότι επί των ημερών του δεν βρισκόταν αίθουσα για τη διεξαγωγή της δίκης.

Οι δυσκολίες στην εξεύρεση κατάλληλων αιθουσών και οι καθυστερήσεις αποτελούσαν πράγματι σοβαρά προβλήματα.

Όμως η δίκη ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2015 και συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Συνεπώς, άλλο είναι να καταλογίζονται στην τότε κυβέρνηση ευθύνες για την οργάνωση και την υποστήριξη της διαδικασίας και άλλο να δημιουργείται η εντύπωση ότι η δίκη δεν πραγματοποιούνταν.

Η ιστορική ακρίβεια έχει σημασία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μια υπόθεση τόσο μεγάλης θεσμικής και δημοκρατικής βαρύτητας.

Η καταδίκη της εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής ήταν αποτέλεσμα μιας πολυετούς δικαστικής διαδικασίας.

Δεν αποτελεί κομματικό τρόπαιο καμίας κυβέρνησης.

Η τροπολογία για τον Κασιδιάρη: Η αποχή του ΣΥΡΙΖΑ και το πραγματικό αντικείμενο της διαφωνίας

Ο κ. Μαρινάκης επισημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπερψήφισε τη νομοθετική ρύθμιση για τον αποκλεισμό κομμάτων που συνδέονται με καταδικασμένα στελέχη εγκληματικών οργανώσεων.

Η συγκεκριμένη κοινοβουλευτική στάση είναι πραγματικό γεγονός και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής κριτικής.

Ωστόσο, η αποχή από μια συγκεκριμένη τροπολογία δεν αποδεικνύει από μόνη της υποστήριξη προς τη Χρυσή Αυγή.

Για να κριθεί η στάση ενός κόμματος χρειάζεται να εξεταστεί το περιεχόμενο της ρύθμισης, οι συνταγματικές ενστάσεις που διατυπώθηκαν και οι εναλλακτικές προτάσεις.

Διαφορετικά, μια σύνθετη νομική και πολιτική διαφωνία μετατρέπεται σε απλουστευτικό δίλημμα.

Η αντιμετώπιση του νεοναζισμού απαιτεί θεσμική συνέπεια, αποτελεσματική νομοθεσία και σεβασμό στις συνταγματικές εγγυήσεις.

Και η σημερινή κυβερνητική λογοδοσία;

Αυτό είναι το κεντρικό σημείο που χάνεται μέσα στην αντιπαράθεση.

Ο κ. Μαρινάκης απαντά στον Αλέξη Τσίπρα με μια σειρά από αναφορές στο παρελθόν, αλλά η αποτίμηση της σημερινής κυβέρνησης χρειάζεται και αυτοτελή κριτήρια.

Ποια είναι τα αποτελέσματα των ελέγχων σε δημόσιες συμβάσεις;

Πόσες υποθέσεις διαφθοράς δημόσιων λειτουργών έχουν καταλήξει σε τελεσίδικες αποφάσεις;

Πόσο αποτελεσματικά λειτουργούν οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου;

Πόσο γρήγορα εξετάζονται οι καταγγελίες για κακοδιαχείριση δημόσιου χρήματος;

Πόσα χρήματα ανακτώνται από διαπιστωμένες παραβάσεις;

Ποια είναι η πρόοδος στην πρόληψη της διαφθοράς και όχι μόνο στην καταστολή της;

Αυτά είναι ερωτήματα που μπορούν να απαντηθούν με στοιχεία και συγκρίσεις.

Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να υπερασπίζεται το έργο της. Έχει επίσης δικαίωμα να ασκεί κριτική στην προηγούμενη διακυβέρνηση.

Αλλά οι δύο αυτές λειτουργίες δεν είναι ταυτόσημες.

Η υπενθύμιση των λαθών μιας προηγούμενης κυβέρνησης δεν αποτελεί απόδειξη επιτυχίας της σημερινής.

Το συμπέρασμα: Η πολιτική αντιπαράθεση δεν πρέπει να αντικαθιστά τον απολογισμό

Η δήλωση Μαρινάκη συνδυάζει τρεις διαφορετικές κατηγορίες επιχειρημάτων: αριθμητικά στοιχεία για την αστυνομική και φορολογική δράση, αναφορές σε νομοθετικές αλλαγές και κατηγορίες για την περίοδο διακυβέρνησης Τσίπρα.

Κάθε κατηγορία χρειάζεται διαφορετικό έλεγχο.

Οι συλλήψεις δεν είναι καταδίκες.

Οι βεβαιωμένοι φόροι δεν είναι κατ’ ανάγκην εισπραχθέντα έσοδα.

Οι αυστηρότερες ποινές δεν αποδεικνύουν από μόνες τους αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της διαφθοράς.

Και οι ευθύνες μιας προηγούμενης κυβέρνησης δεν αποτελούν απάντηση για κάθε πρόβλημα της σημερινής.

Από την άλλη πλευρά, ούτε η κριτική του Αλέξη Τσίπρα μπορεί να θεωρείται τεκμηριωμένη μόνο και μόνο επειδή στρέφεται κατά της κυβέρνησης. Χρειάζεται και αυτή συγκεκριμένα στοιχεία.

Η ουσιαστική συζήτηση για τη διαφθορά δεν κρίνεται από το ποιος θα χρησιμοποιήσει τις βαρύτερες εκφράσεις ή τους μεγαλύτερους αριθμούς. Κρίνεται από το αν οι ισχυρισμοί αντέχουν στον έλεγχο και αν οι πολίτες μπορούν να διαπιστώσουν πραγματικά αποτελέσματα.

Και αυτό είναι το ερώτημα που αξίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ