Η δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στον Νίκο Ανδρουλάκη και τον Ευάγγελο Βενιζέλο για την παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επαναφέρει ένα ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα: μπορεί η ανάγκη εθνικής συνεννόησης να αποσυνδεθεί από την αξιολόγηση των κυβερνητικών χειρισμών;
ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Μια παρέμβαση από τη σκοπιά του ιστορικού ΠΑΣΟΚ
Σύντροφοι,
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική κατά τις οποίες η σιωπή δεν βοηθά να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Και υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες μια δημόσια παρέμβαση, ακόμη κι όταν γίνεται με επίκληση της θεσμικής ευθύνης, δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά.
Μια τέτοια συζήτηση άνοιξε με την τοποθέτηση του συντρόφου Ευάγγελου Βενιζέλου για την παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και την απάντηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος υπερασπίστηκε την ανάγκη στήριξης του εκάστοτε πρωθυπουργού όταν παρουσιάζει τις εθνικές θέσεις σε ένα κορυφαίο διεθνές όργανο.
Η θεσμική αυτή αρχή έχει τη δική της σημασία. Αλλά δεν εξαντλεί τη συζήτηση.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι αν ένας Έλληνας πρωθυπουργός δικαιούται να υπερασπίζεται τις θέσεις της χώρας στο εξωτερικό. Αυτό αποτελεί αυτονόητη υποχρέωσή του.
Το ζήτημα είναι τι έχει προηγηθεί, ποια προβλήματα παραμένουν ανοιχτά και ποια αποτελέσματα έχουν επιτευχθεί.
«Εθνικόν είναι το αληθές»
Η ιστορική φράση του Διονυσίου Σολωμού, «Εθνικόν είναι το αληθές», αποτελεί πολύτιμη υπενθύμιση για κάθε δημόσια συζήτηση γύρω από την εξωτερική πολιτική.
Η υπεράσπιση της χώρας δεν προϋποθέτει την αποσιώπηση των λαθών. Αντιθέτως, απαιτεί να εξετάζονται με σοβαρότητα και ειλικρίνεια.
Στην περίπτωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, έχουν διατυπωθεί σοβαρές επικρίσεις για τη διαχρονική διαχείριση του ζητήματος και για το κατά πόσο η ελληνική διπλωματία κινήθηκε εγκαίρως απέναντι στις εξελίξεις στη Λιβύη.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η συζήτηση για τη στάση της ανατολικής Λιβύης και του στρατηγού Χαλίφα Χαφτάρ απέναντι στο μνημόνιο.
Αυτές οι ανησυχίες δεν μπορούν να απαντηθούν μόνο με μια θετική αξιολόγηση της παρουσίας του πρωθυπουργού στον ΟΗΕ.
Χρειάζεται να γνωρίζουμε τι διπλωματικές ενέργειες έγιναν, πότε πραγματοποιήθηκαν, ποιες πρωτοβουλίες αναλήφθηκαν προληπτικά και ποια αποτελέσματα προέκυψαν.
Η απουσία δημοσιοποιημένων απαντήσεων σε αυτά τα ερωτήματα δεν αποδεικνύει αυτομάτως διπλωματική αποτυχία. Καθιστά, όμως, αναγκαία την ουσιαστική λογοδοσία.
Άλλο η εθνική συνεννόηση, άλλο το πολιτικό συγχωροχάρτι
Το ΠΑΣΟΚ έχει ιστορικά αναγνωρίσει τη σημασία της εθνικής συνεννόησης στα μεγάλα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Αλλά η συνεννόηση δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση απαλλάσσεται από την υποχρέωση να εξηγεί τις επιλογές της.
Ούτε σημαίνει ότι η αντιπολίτευση οφείλει να χειροκροτεί κάθε κυβερνητική ενέργεια.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης έθεσε τη διάκριση ανάμεσα στο καθήκον του πρωθυπουργού να εκπροσωπεί τη χώρα και στην αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής.
Πρόκειται για δύο διαφορετικά ζητήματα.
Μια ομιλία μπορεί να παρουσιάζει με σαφήνεια τις ελληνικές θέσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί από μόνο του απόδειξη ότι έχουν επιλυθεί τα διπλωματικά προβλήματα.
Αντίστοιχα, η αναγνώριση μιας θετικής ενέργειας δεν συνεπάγεται συνολική επιδοκιμασία της κυβερνητικής πολιτικής.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο πρωθυπουργός μίλησε στον ΟΗΕ. Είναι τι αλλάζει στην πράξη μετά την παρέμβασή του.
Η πολιτική βαρύτητα της παρέμβασης Βενιζέλου
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχει κάθε δικαίωμα να εκφράζει την προσωπική του άποψη.
Έχει διατελέσει πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, αντιπρόεδρος κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών. Η εμπειρία του δίνει ιδιαίτερο βάρος στις δημόσιες παρεμβάσεις του.
Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η τοποθέτησή του δεν αντιμετωπίζεται στον δημόσιο διάλογο ως μια οποιαδήποτε γνώμη.
Όταν ένας πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αξιολογεί θετικά μια ενέργεια της κυβέρνησης σε ένα θέμα για το οποίο η σημερινή ηγεσία του κόμματος διατυπώνει κριτική, δημιουργείται αναπόφευκτα πολιτική συζήτηση.
Πώς ερμηνεύεται αυτή η διαφορά;
Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στην προσωπική θεσμική τοποθέτηση και στην πολιτική επίδραση που μπορεί να έχει;
Και πώς διασφαλίζεται ότι ο δημόσιος διάλογος δεν μετατοπίζεται από την ουσία του τουρκολιβυκού μνημονίου σε μια εσωκομματική αντιπαράθεση;
Αυτά είναι ερωτήματα για τις πολιτικές συνέπειες μιας παρέμβασης, όχι αποδείξεις για τις προσωπικές προθέσεις εκείνου που την πραγματοποιεί.
Η ιστορία και οι εύκολες επικλήσεις του πατριωτισμού
Η ιστορία της ελληνικής πολιτικής ζωής μάς υπενθυμίζει πόσο επικίνδυνο είναι να χρησιμοποιείται η έννοια του εθνικού συμφέροντος ως επιχείρημα για να περιορίζεται η διαφωνία.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τους πολιτικούς αντιπάλους του, σε μια περίοδο βαθύτατου Εθνικού Διχασμού, παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές διεκδίκησαν την εκπροσώπηση του πατριωτισμού.
Οι ιστορικές συνθήκες ήταν εντελώς διαφορετικές από τις σημερινές. Το διαχρονικό δίδαγμα, ωστόσο, είναι ότι καμία πολιτική πλευρά δεν διαθέτει μονοπώλιο στην έννοια του εθνικού συμφέροντος.
Ο πατριωτισμός δεν μετριέται από το πόσο συχνά κάποιος συμφωνεί με την κυβέρνηση.
Κρίνεται και από την ευθύνη με την οποία αναζητά την αλήθεια, αναγνωρίζει τα προβλήματα και απαιτεί αποτελεσματικές λύσεις.
Το ΠΑΣΟΚ έχει εκλεγμένη ηγεσία και θεσμική συνέχεια
Η ιστορία μιας παράταξης δεν ανήκει αποκλειστικά σε όσους την ηγήθηκαν στο παρελθόν.
Ανήκει στα μέλη της, στις δημοκρατικές διαδικασίες της, στις συλλογικές της αποφάσεις και στην πολιτική της συνέχεια.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι ο σημερινός εκλεγμένος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και έχει την ευθύνη της επίσημης εκπροσώπησής του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι πρώην πρόεδροι χάνουν το δικαίωμα να διαφωνούν. Σημαίνει ότι πρέπει να είναι σαφές ποιος εκφράζει την προσωπική του θέση και ποιος τη συλλογική πολιτική του κόμματος.
Η διαφωνία μπορεί να είναι δημιουργική. Μπορεί όμως και να αποπροσανατολίσει τη δημόσια συζήτηση, όταν το ενδιαφέρον μεταφέρεται από την κυβερνητική διαχείριση ενός εθνικού ζητήματος στις σχέσεις των στελεχών της αντιπολίτευσης.
Αυτός είναι ένας κίνδυνος που αξίζει να επισημανθεί, ανεξάρτητα από τις προθέσεις οποιουδήποτε.
Η κυβέρνηση οφείλει απαντήσεις
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν είναι ένα επικοινωνιακό επεισόδιο.
Είναι ένα ζήτημα με γεωπολιτικές και διπλωματικές προεκτάσεις που αφορά τα ελληνικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η κυβέρνηση καλείται να εξηγήσει ποια στρατηγική ακολουθεί απέναντι στις εξελίξεις στη Λιβύη, πώς αντιμετωπίζει τις τουρκικές επιδιώξεις και ποια συγκεκριμένα βήματα έχουν γίνει για την προάσπιση των ελληνικών θέσεων.
Αυτή η υποχρέωση δεν μειώνεται επειδή ο πρωθυπουργός εκπροσώπησε τη χώρα σε ένα διεθνές όργανο.
Ούτε αίρεται επειδή ένας πρώην πρόεδρος της αντιπολίτευσης αξιολόγησε θετικά τη συγκεκριμένη παρουσία.
Η θεσμική στήριξη της εθνικής εκπροσώπησης και ο αυστηρός έλεγχος των κυβερνητικών χειρισμών μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν.
Η ουσία δεν πρέπει να χαθεί
Η συζήτηση που άνοιξε ανάμεσα στον Νίκο Ανδρουλάκη και τον Ευάγγελο Βενιζέλο δεν πρέπει να μετατραπεί σε προσωπική αντιπαράθεση που θα αφήσει στο περιθώριο το ίδιο το τουρκολιβυκό.
Το ουσιαστικό διακύβευμα είναι να αποσαφηνιστεί η κατάσταση, να παρουσιαστούν τα διπλωματικά δεδομένα και να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών επιλογών.
Η εθνική συνεννόηση είναι αναγκαία. Η πολιτική λογοδοσία είναι εξίσου αναγκαία.
Γιατί, τελικά, «Εθνικόν είναι το αληθές». Και η αλήθεια δεν μπορεί να υποκατασταθεί ούτε από τις δημόσιες φιλοφρονήσεις ούτε από τις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις.
«Ένας παλιός ΠΑΣΟΚος»



