Τα «ορφανά του Σημίτη», ο Μητσοτακισμός και η επίθεση στον Τσίπρα: Γιατί αποφεύγουν το ερώτημα «πού είναι τα στοιχεία;»

Δύο πολιτικά σχόλια, δύο διαφορετικές επιθέσεις στον Αλέξη Τσίπρα και ένα κοινό χαρακτηριστικό: αντί για συγκεκριμένη απάντηση στις αιτιάσεις του πρώην πρωθυπουργού, κυριαρχούν οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί, οι υπαινιγμοί και η συζήτηση για το ύφος.

Υπάρχει μια κατηγορία πολιτικής αντιπαράθεσης που δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ουσία όσο για την εντύπωση.

Αντί να εξετάζει τι ακριβώς υποστηρίζει ο πολιτικός αντίπαλος, αναζητά μια φράση, μια εικόνα, μια διαδήλωση ή μια ιδεολογική αναφορά, προκειμένου να μεταφέρει εκεί ολόκληρη τη συζήτηση.

Αυτή η λογική αναδεικνύεται χαρακτηριστικά σε δύο σχόλια εναντίον του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα.

Το πρώτο τον αποκαλεί «περιπατητή των Παρισίων», τον εμφανίζει ξεκομμένο από την πραγματικότητα και του αποδίδει πρόθεση να επαναφέρει το «μπάχαλο» του δρόμου.

Το δεύτερο εστιάζει στην έκφραση «βουλώστε το», επιχειρώντας να συναγάγει από αυτή συμπεράσματα για το ήθος, την παιδεία, τον εκνευρισμό και την υποτιθέμενη ανησυχία του.

Το ουσιαστικό ζήτημα, ωστόσο, είναι πολύ συγκεκριμένο.

Γιατί η συζήτηση μεταφέρεται διαρκώς από τις κατηγορίες που διατυπώνονται εναντίον του Τσίπρα στον τρόπο με τον οποίο εκείνος απαντά;

Ο «περιπατητής των Παρισίων» και η πραγματικότητα της επίσκεψης

Το πρώτο σχόλιο επιχειρεί να παρουσιάσει την παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στο Παρίσι ως μια επιστροφή σε ξεπερασμένες ιδεολογικές εμμονές.

Τον κατηγορεί ότι επιδιώκει να αναβιώσει την πολιτική ατμόσφαιρα του 2015, να αναζητήσει διεθνή επιβεβαίωση και να επαναφέρει στην Ελλάδα το κλίμα των διαδηλώσεων.

Όμως η επίσκεψη του πρώην πρωθυπουργού δεν περιορίστηκε σε έναν περίπατο ούτε σε μια συμβολική εμφάνιση στον δρόμο.

Στις 4 και 5 Νοεμβρίου πραγματοποίησε επαφές με εκπροσώπους του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, των Οικολόγων, του Κομμουνιστικού Κόμματος και συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν η κοινωνική δικαιοσύνη, οι εργασιακές διεκδικήσεις, η αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς και η συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων στην Ευρώπη.

Συμμετείχε επίσης σε μεγάλη κινητοποίηση στη γαλλική πρωτεύουσα, εκφράζοντας τη στήριξή του στους εργαζομένους και στα συνδικάτα.

Αυτές οι δραστηριότητες μπορούν ασφαλώς να αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικής κριτικής. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με τις θέσεις του, με τους συνομιλητές του ή με τη στρατηγική της ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Αλλά άλλο πράγμα η κριτική σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές και άλλο η αυθαίρετη απόδοση πρόθεσης πρόκλησης αναταραχών.

Ποια συγκεκριμένη δήλωση του Τσίπρα αποδεικνύει ότι σχεδιάζει να εισαγάγει «μπάχαλο» στην Ελλάδα;

Στο συγκεκριμένο σχόλιο δεν παρατίθεται καμία.

Από πότε η συμμετοχή σε διαδήλωση αποτελεί πολιτικό αδίκημα;

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η συμμετοχή ενός πρώην πρωθυπουργού σε μια διαδήλωση ως κάτι σχεδόν ύποπτο.

Οι διαδηλώσεις αποτελούν αναγνωρισμένη μορφή δημοκρατικής έκφρασης.

Δεν είναι όλες ίδιες. Δεν είναι όλες ειρηνικές. Δεν είναι όλες πολιτικά ορθές. Και ασφαλώς κάθε συγκεκριμένη κινητοποίηση μπορεί να αξιολογείται για τα αιτήματα και τις πρακτικές της.

Όμως η εξίσωση της κοινωνικής διαμαρτυρίας με το «μπάχαλο» απαιτεί αποδείξεις, όχι χαρακτηρισμούς.

Η δημοκρατία δεν εξαντλείται στις κυβερνητικές αποφάσεις και στις κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες.

Περιλαμβάνει και το δικαίωμα των πολιτών να διαφωνούν δημόσια, να οργανώνονται και να διεκδικούν.

Το γεγονός ότι ο Τσίπρας συμμετείχε σε μια κινητοποίηση δεν αποδεικνύει πως επιδιώκει την αποσταθεροποίηση της χώρας.

Όπως και το γεγονός ότι συνομιλεί με ευρωπαϊκά αριστερά κόμματα δεν αποδεικνύει πως αναζητά κάποια ύποπτη «ξένη επικύρωση».

Εάν η διεθνής δικτύωση αποτελεί θεμιτή πολιτική δραστηριότητα για τα κυβερνητικά στελέχη, χρειάζεται συγκεκριμένη αιτιολόγηση για να θεωρείται προβληματική όταν την πραγματοποιεί ένας πολιτικός αντίπαλος.

Το 2015 ως μόνιμη κατηγορία

Η αναφορά στην «αντίσταση του 2015» δεν είναι τυχαία.

Το 2015 παραμένει περίοδος έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, με αποφάσεις και συνέπειες που εξακολουθούν να αξιολογούνται διαφορετικά.

Η κυβέρνηση Τσίπρα μπορεί και πρέπει να κρίνεται για τη διαπραγμάτευση, το δημοψήφισμα, τη συμφωνία με τους δανειστές και τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες των επιλογών της.

Αλλά μια τέτοια κριτική χρειάζεται γεγονότα και επιχειρήματα.

Δεν αρκεί η επίκληση του 2015 ως μόνιμου χαρακτηρισμού, ικανού να ακυρώνει εκ των προτέρων κάθε σημερινή πολιτική δραστηριότητα του πρώην πρωθυπουργού.

Αν ο Τσίπρας παρουσιάζει σήμερα συγκεκριμένες προτάσεις, αυτές πρέπει να εξετάζονται ως προς το περιεχόμενό τους.

Η διαρκής επιστροφή σε ιδεολογικούς χαρακτηρισμούς δεν υποκαθιστά την αξιολόγηση αυτών των προτάσεων.

Και φτάνουμε στο «βουλώστε το» – Τι προηγήθηκε;

Το δεύτερο σχόλιο επιτίθεται στο ύφος της ανακοίνωσης της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, η οποία κάλεσε την κυβερνητική πλευρά να παρουσιάσει στοιχεία και ονόματα για τις κατηγορίες που συνδέονται με τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες.

Η ανακοίνωση χρησιμοποίησε τη φράση «βουλώστε το».

Είναι σκληρή έκφραση; Αναμφίβολα.

Είναι αγενής; Μπορεί απολύτως να χαρακτηριστεί έτσι.

Αρκεί, όμως, η αγένεια μιας απάντησης για να εξαφανιστεί η υποχρέωση τεκμηρίωσης των κατηγοριών που προηγήθηκαν;

Εδώ βρίσκεται η ουσία.

Ο Τσίπρας δεν περιορίστηκε σε έναν προσβλητικό χαρακτηρισμό. Αμφισβήτησε τις κατηγορίες και απαίτησε να παρουσιαστούν συγκεκριμένα στοιχεία.

Στις 6 Νοεμβρίου, μιλώντας στο MEGA News από το Παρίσι, επανήλθε στο ίδιο αίτημα, ζητώντας ονόματα και αποδείξεις και χαρακτηρίζοντας την επίθεση εναντίον του συκοφαντική.

Το αν η απάντησή του ήταν υπερβολική μπορεί να συζητηθεί.

Δεν μπορεί, όμως, η συζήτηση για το ύφος να αντικαταστήσει τον έλεγχο της αλήθειας των αρχικών ισχυρισμών.

Η αγανάκτηση δεν είναι ομολογία ενοχής

Ο συντάκτης του δεύτερου σχολίου θεωρεί ότι η φράση αποκαλύπτει ανεξέλεγκτο εκνευρισμό και περίεργη ανησυχία.

Πρόκειται για ερμηνείες.

Μια οργισμένη απάντηση μπορεί να εκφράζει πολλά διαφορετικά πράγματα: αγανάκτηση, πολιτική τακτική, αίσθημα αδικίας ή απλώς επιλογή επιθετικού ύφους.

Δεν υπάρχει ασφαλής τρόπος να εξαχθεί από μία φράση συμπέρασμα για την εσωτερική κατάσταση ή την ενοχή ενός πολιτικού προσώπου.

Η ερμηνεία ότι ο Τσίπρας αισθάνεται αδικημένος επειδή θεωρεί πως κατηγορείται χωρίς αποδείξεις είναι απολύτως συμβατή με όσα ο ίδιος δηλώνει.

Δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι έχει δίκιο.

Αλλά ούτε η ένταση της απάντησής του αποδεικνύει ότι οι κατηγορίες εναντίον του είναι βάσιμες.

Το μόνο ασφαλές κριτήριο είναι τα πραγματικά στοιχεία.

Ποια πράξη του αποδίδεται;

Ποιος την καταγγέλλει;

Με ποια συγκεκριμένα δεδομένα;

Και τι προκύπτει από αυτά;

Χωρίς απαντήσεις, η αναφορά σε «περίεργη ανησυχία» παραμένει ένας υπαινιγμός.

Το δικαίωμα στην κριτική και η υποχρέωση στην απόδειξη

Κανένας πρώην πρωθυπουργός δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής.

Ούτε ο Αλέξης Τσίπρας.

Οι κυβερνητικές του αποφάσεις, οι νομοθετικές επιλογές του και οι πολιτικές του ευθύνες αποτελούν απολύτως θεμιτό αντικείμενο δημόσιου ελέγχου.

Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται να διακρίνουμε την πολιτική κριτική από την απόδοση συγκεκριμένης προσωπικής ευθύνης για παράνομες ή αθέμιτες εξυπηρετήσεις.

Η πρώτη μπορεί να βασίζεται σε διαφορετικές πολιτικές εκτιμήσεις.

Η δεύτερη απαιτεί συγκεκριμένη τεκμηρίωση.

Και εδώ πρέπει να υπάρχει το ίδιο μέτρο για όλους.

Για τον Τσίπρα, για τον Μητσοτάκη και για οποιονδήποτε έχει ασκήσει κυβερνητική εξουσία.

Όποιος καταγγέλλει συγκεκριμένες αθέμιτες πράξεις οφείλει να παρουσιάζει τα στοιχεία που στηρίζουν την καταγγελία του.

Όποιος αμφισβητεί μια κυβερνητική πολιτική δικαιούται να την επικρίνει χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ποινική ευθύνη.

Η σύγχυση ανάμεσα σε αυτές τις δύο κατηγορίες εξυπηρετεί την πόλωση, όχι την ενημέρωση.

Τα «ορφανά του Σημίτη» και το ερώτημα της πολιτικής συνέπειας

Ο χαρακτηρισμός «ορφανά του Σημίτη και νυν φερέφωνα του Μητσοτακισμού» αποτυπώνει μια οξεία πολιτική κριτική προς όσους θεωρείται ότι αντιμετωπίζουν διαφορετικά τις ίδιες πρακτικές ανάλογα με το ποιος τις εφαρμόζει.

Εφαρμόζουν τα ίδια κριτήρια όταν ελέγχουν τον Αλέξη Τσίπρα και όταν ελέγχουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη;

Αν θεωρούν απαράδεκτη τη σκληρή φρασεολογία, την καταδικάζουν ανεξαρτήτως πολιτικής προέλευσης;

Αν αποδοκιμάζουν τη συμμετοχή πολιτικών σε κινητοποιήσεις, το κάνουν με ενιαία κριτήρια;

Αν ζητούν σοβαρότητα στον δημόσιο διάλογο, απαιτούν εξίσου σοβαρή τεκμηρίωση για τις κατηγορίες που διατυπώνονται από την κυβερνητική πλευρά;

Αυτά τα ερωτήματα είναι πολύ πιο ουσιαστικά από τους προσωπικούς χαρακτηρισμούς.

Και οι απαντήσεις τους μπορούν να αποκαλύψουν εάν υπάρχει συνεπής πολιτική κριτική ή επιλεκτική αντιμετώπιση του αντιπάλου.

Δύο σχόλια, ένα ερώτημα που παραμένει

Το πρώτο σχόλιο επιχειρεί να απαξιώσει τον Τσίπρα για τη συμμετοχή του σε διαδήλωση και τις επαφές του με την ευρωπαϊκή Αριστερά.

Το δεύτερο επιχειρεί να τον απαξιώσει για τη σκληρότητα της απάντησής του στις κυβερνητικές κατηγορίες.

Κανένα από τα δύο, όμως, δεν εξετάζει αναλυτικά την ουσία της αντιπαράθεσης για τους Ποινικούς Κώδικες.

Κανένα δεν παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία που να απαντούν στην απαίτησή του για τεκμηρίωση.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι κάθε κυβερνητική κριτική προς τον Τσίπρα είναι αβάσιμη.

Αποδεικνύει, όμως, ότι τα συγκεκριμένα δύο σχόλια δεν αρκούν για να την τεκμηριώσουν.

Και τελικά αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης.

Μπορεί κάποιος να διαφωνεί με τον Αλέξη Τσίπρα.

Μπορεί να θεωρεί λανθασμένες τις πολιτικές του επιλογές.

Μπορεί ακόμη και να θεωρεί απαράδεκτη τη φράση «βουλώστε το».

Αλλά τίποτε από αυτά δεν απαντά στο ερώτημα που ο ίδιος θέτει: ποιες είναι οι συγκεκριμένες κατηγορίες και πού βρίσκονται οι αποδείξεις;

Αν υπάρχουν, πρέπει να παρουσιαστούν και να ελεγχθούν.

Αν δεν υπάρχουν, οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί, οι υπαινιγμοί και οι συζητήσεις περί ευγένειας δεν μπορούν να πάρουν τη θέση τους.

Γιατί η ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν κρίνεται από το πόσο ευγενικά απαντά κάποιος σε μια κατηγορία, αλλά από το αν η κατηγορία είναι αληθινή και τεκμηριωμένη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ