Η κυβέρνηση επιχειρεί να καθησυχάσει τους ασφαλισμένους, όμως ο νόμος που συνδέει τα όρια συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής παραμένει σε ισχύ. Οι ευρωπαϊκές προβολές δείχνουν αύξηση των ηλικιών τα επόμενα χρόνια και το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί μετά τη σημερινή κυβερνητική διαβεβαίωση.
«Δεν θα προκύψει αύξηση των ορίων ηλικίας για το 2027».
Με αυτή την κατηγορηματική δήλωση η υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Άννα Ευθυμίου, επιχείρησε να καθησυχάσει εκατομμύρια ασφαλισμένους που παρακολουθούν με ανησυχία τις νέες ευρωπαϊκές προβολές για το μέλλον των συντάξεων.
Η διαβεβαίωση είναι ασφαλώς σημαντική.
Υπάρχει, όμως, μια ουσιαστική λεπτομέρεια: αφορά το 2027.
Και το ερώτημα που απασχολεί τους εργαζομένους δεν περιορίζεται στο τι θα συμβεί μέσα σε μία συγκεκριμένη χρονιά.
Αφορά το πότε τελικά θα μπορέσουν να συνταξιοδοτηθούν, ιδιαίτερα όσοι βρίσκονται σήμερα στην ηλικία των 50 ή των 55 ετών και προσπαθούν να προγραμματίσουν τα επόμενα χρόνια της ζωής τους.
Η διαβεβαίωση για το 2027 δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ότι τα όρια θα παραμείνουν αμετάβλητα και μετά το 2030.
Ο νόμος που επιτρέπει την αύξηση εξακολουθεί να ισχύει
Το σημαντικότερο στοιχείο της υπόθεσης βρίσκεται στην ίδια την ελληνική νομοθεσία.
Ο νόμος 3863/2010 προβλέπει σύνδεση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης με τη μεταβολή του προσδόκιμου ζωής στην ηλικία των 65 ετών.
Η σχετική διάταξη τέθηκε σε εφαρμογή από το 2021, ενώ από το 2024 προβλέπεται επανεξέταση ανά τριετία.
Η αναπροσαρμογή πραγματοποιείται με κοινή υπουργική απόφαση, βάσει των σχετικών δημογραφικών δεικτών της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat.
Επομένως, υπάρχει ήδη θεσμοθετημένος μηχανισμός που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των ηλικιακών ορίων.
Η κυβέρνηση δηλώνει ότι ο μηχανισμός δεν οδηγεί σε αύξηση το 2027.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο μηχανισμός καταργήθηκε.
Ούτε ότι δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί σε επόμενη επανεξέταση.
Και εδώ βρίσκεται το βασικό κενό της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.
Η υφυπουργός απαντά τι δεν θα συμβεί το 2027, χωρίς να δίνει αντίστοιχη μακροχρόνια εγγύηση για τους ασφαλισμένους.
Το 2030 είναι πολύ πιο κοντά απ’ όσο φαίνεται
Οι προβολές που δημοσιοποιήθηκαν στο πλαίσιο της προετοιμασίας του ευρωπαϊκού Ageing Report 2027 εξετάζουν τη μακροχρόνια εξέλιξη των δημογραφικών δεδομένων και του ασφαλιστικού συστήματος.
Στα σχετικά στοιχεία αποτυπώνεται η προοπτική αύξησης του γενικού ορίου ηλικίας από τα 67 στα 68 έτη έως το 2030, υπό τις παραδοχές των προβολών.
Αυτό δεν αποτελεί ειλημμένη κυβερνητική απόφαση.
Ούτε σημαίνει ότι έχει ήδη ψηφιστεί αύξηση στα 68.
Αποτελεί, όμως, μια σοβαρή προβολή, η οποία δεν μπορεί να εξαφανιστεί από τη δημόσια συζήτηση επειδή η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι δεν θα υπάρξει αλλαγή το 2027.
Για έναν εργαζόμενο που σήμερα είναι 58 ή 59 ετών, το 2030 δεν είναι ένα μακρινό και θεωρητικό ενδεχόμενο.
Είναι ο χρονικός ορίζοντας μέσα στον οποίο μπορεί να σχεδιάζει τη συνταξιοδότησή του.
Επομένως, δικαιούται να γνωρίζει τι ακριβώς σημαίνουν οι προβολές για τη δική του περίπτωση.
Δεν αρκεί να του λέμε ότι δεν αλλάζει τίποτα του χρόνου, όταν ο ίδιος ενδιαφέρεται για το τι θα ισχύει σε τρία ή τέσσερα χρόνια.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αποφασίζει – Αλλά αυτό δεν λύνει το πρόβλημα
Η Άννα Ευθυμίου υπογράμμισε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν νομοθετεί για τα όρια συνταξιοδότησης στην Ελλάδα.
Σε αυτό έχει δίκιο.
Οι ευρωπαϊκές προβολές δεν αποτελούν αυτομάτως νομοθετικές αποφάσεις.
Η Ελλάδα διατηρεί την αρμοδιότητα να ρυθμίζει το συνταξιοδοτικό της σύστημα σύμφωνα με το εθνικό και ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.
Ωστόσο, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι ποιος εκδίδει την τελική απόφαση.
Είναι ότι η ελληνική νομοθεσία προβλέπει ήδη τη δυνατότητα προσαρμογής των ορίων ηλικίας.
Επομένως, η διαβεβαίωση ότι οι Βρυξέλλες δεν επιβάλλουν σήμερα μια αύξηση δεν απαντά στο εάν η ελληνική κυβέρνηση θα εφαρμόσει μελλοντικά τον υφιστάμενο μηχανισμό.
Η συζήτηση μεταφέρεται έτσι από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην ίδια την κυβέρνηση.
Θα διατηρήσει το ισχύον πλαίσιο;
Θα εξετάσει αλλαγές στον μηχανισμό;
Θα υπάρξουν μεταβατικές ρυθμίσεις για όσους πλησιάζουν στη συνταξιοδότηση;
Και ποια θα είναι η αντιμετώπιση των εργαζομένων που αδυνατούν να παραμείνουν στην εργασία μέχρι μεγαλύτερη ηλικία;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που απαιτούν συγκεκριμένες απαντήσεις.
Άλλο η μέση ηλικία εξόδου από την εργασία και άλλο το νόμιμο όριο συνταξιοδότησης
Ένα ακόμη σημείο που χρειάζεται αποσαφήνιση αφορά τους αριθμούς της ευρωπαϊκής έκθεσης.
Οι προβολές για τη μέση ηλικία εξόδου από την απασχόληση δεν ταυτίζονται με τα νόμιμα όρια συνταξιοδότησης.
Η μέση ηλικία εξόδου είναι στατιστικό μέγεθος.
Τα νόμιμα όρια καθορίζουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης.
Αυτό σημαίνει ότι η προβλεπόμενη αύξηση της μέσης ηλικίας αποχώρησης δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι το γενικό όριο θα αυξηθεί κατά ακριβώς το ίδιο διάστημα.
Αντίστοιχα, οι προβολές για τα μελλοντικά νόμιμα όρια πρέπει να διαβάζονται ως εκτιμήσεις βάσει συγκεκριμένων παραδοχών και όχι ως ήδη εφαρμοστέες διατάξεις.
Η διάκριση είναι απαραίτητη, ώστε οι εργαζόμενοι να μην παραπληροφορούνται ούτε προς την κατεύθυνση της υπερβολικής ανησυχίας ούτε προς την κατεύθυνση του εφησυχασμού.
Το δημογραφικό δεν αντιμετωπίζεται μόνο με περισσότερα χρόνια εργασίας
Η κυβέρνηση επικαλείται τις δημογραφικές εξελίξεις και τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Το πρόβλημα είναι πραγματικό.
Η γήρανση του πληθυσμού, η υπογεννητικότητα και η μείωση του αριθμού των εργαζομένων δημιουργούν μακροχρόνιες πιέσεις στη χρηματοδότηση των συντάξεων.
Αλλά η αύξηση των ηλικιακών ορίων δεν αποτελεί τη μοναδική παράμετρο που επηρεάζει τη βιωσιμότητα.
Σημαντικό ρόλο έχουν επίσης οι μισθοί, η απασχόληση, οι ασφαλιστικές εισφορές, η παραγωγικότητα και η συμμετοχή περισσότερων εργαζομένων στην επίσημη οικονομία.
Ένα ασφαλιστικό σύστημα με περισσότερους εργαζομένους, καλύτερες αποδοχές και περιορισμό της αδήλωτης εργασίας έχει διαφορετικές χρηματοδοτικές δυνατότητες.
Επομένως, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο πόσα επιπλέον χρόνια θα χρειαστεί να εργαστούν οι ασφαλισμένοι.
Πρέπει να εξετάζει και ποιες πολιτικές εφαρμόζονται για την ενίσχυση των εσόδων και της απασχόλησης.
Μπορεί ένας 65χρονος να εργάζεται με τις ίδιες συνθήκες σε κάθε επάγγελμα;
Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής αποτελεί σημαντική κοινωνική κατάκτηση.
Δεν σημαίνει, όμως, ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούν να παραμένουν στην εργασία με τις ίδιες δυνατότητες.
Ένας εργαζόμενος γραφείου και ένας οικοδόμος δεν αντιμετωπίζουν τις ίδιες σωματικές απαιτήσεις.
Το ίδιο ισχύει για εργαζομένους σε βαριές χειρωνακτικές εργασίες, στη βιομηχανία, στην καθαριότητα ή σε απαιτητικές βάρδιες.
Επομένως, κάθε μελλοντική συζήτηση για αύξηση των ορίων ηλικίας πρέπει να περιλαμβάνει και τις πραγματικές συνθήκες εργασίας.
Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο ασφαλισμένοι με εντελώς διαφορετικές δυνατότητες παραμονής στην αγορά εργασίας.
Η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού είναι αναγκαία.
Αλλά πρέπει να εξετάζεται μαζί με την κοινωνική δικαιοσύνη και την προστασία των εργαζομένων.
Η διαβεβαίωση για το 2027 δεν είναι απάντηση για μια ολόκληρη γενιά
Η Άννα Ευθυμίου ζήτησε ψυχραιμία από τους ασφαλισμένους.
Και πράγματι, δεν υπάρχει λόγος να παρουσιάζονται οι ευρωπαϊκές προβολές ως ήδη αποφασισμένες αυξήσεις.
Αυτό θα ήταν ανακριβές.
Εξίσου ανακριβές, όμως, θα ήταν να δημιουργείται η εντύπωση ότι το θέμα έχει οριστικά κλείσει επειδή δεν προβλέπεται μεταβολή το 2027.
Το δημογραφικό πρόβλημα παραμένει.
Ο μηχανισμός σύνδεσης των ηλικιακών ορίων με το προσδόκιμο ζωής παραμένει.
Και οι μακροχρόνιες ευρωπαϊκές προβολές εξακολουθούν να εξετάζουν την προοπτική υψηλότερων ηλικιών συνταξιοδότησης.
Αυτό που χρειάζονται οι εργαζόμενοι δεν είναι μόνο μια διαβεβαίωση για την επόμενη χρονιά.
Χρειάζονται σαφή ενημέρωση για τον επόμενο κύκλο επανεξέτασης, για τις πιθανές αλλαγές και για την προστασία όσων πλησιάζουν στη σύνταξη.
Γιατί η σύνταξη δεν είναι μια αφηρημένη δημογραφική προβολή. Είναι ο προγραμματισμός της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων.
Και όταν μια κυβέρνηση λέει ότι δεν θα αλλάξει τίποτα το 2027, το επόμενο ερώτημα είναι απολύτως εύλογο:
Τι ακριβώς δεσμεύεται ότι θα ισχύει το 2030;



