Μέσα σε λίγες ημέρες ο υπουργός Υγείας έχει βρεθεί στο επίκεντρο αλλεπάλληλων αντιπαραθέσεων, έχει αναγκαστεί να αποσύρει τηλεοπτική του φράση και να ζητήσει συγγνώμη, ενώ ακόμη και στελέχη της ΝΔ μιλούν πλέον για συμπεριφορές που πρέπει να αλλάξουν. Κι όμως, υπάρχει ένα ακροατήριο που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κάθε νέα σύγκρουση περίπου σαν γκολ απέναντι στον αντίπαλο. Εκεί βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Υπάρχει κάτι παράξενο που συμβαίνει τις τελευταίες ημέρες στον δημόσιο διάλογο.
Και δεν αφορά μόνο τον Άδωνι Γεωργιάδη.
Αφορά κυρίως όσους έχουν αποφασίσει ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης πρέπει πάντοτε να έχει δίκιο επειδή είναι ο Άδωνις Γεωργιάδης.
Ότι κάθε τηλεοπτική έκρηξη είναι «αποστόμωση».
Κάθε ειρωνεία είναι «τάπα».
Κάθε προσωπική επίθεση είναι «απάντηση».
Και όποιος αντιδρά, απλώς δεν αντέχει επειδή δήθεν έχασε τη συζήτηση.
Μόνο που μέσα σε λίγες ημέρες έχουν συσσωρευτεί αρκετά περιστατικά ώστε να υπάρχει ένα πολύ απλούστερο ερώτημα:
Υπάρχει τελικά κάποιο όριο στον δημόσιο λόγο ενός υπουργού;
Και κυρίως:
ποιος ωφελείται όταν κάθε υπέρβαση βαφτίζεται πολιτική μαγκιά;
Άλλο ο μαχητικός πολιτικός, άλλο ο υπουργός που θεωρεί ότι όλα επιτρέπονται
Ο Άδωνις Γεωργιάδης είναι ένας από τους πλέον έμπειρους ανθρώπους στην τηλεοπτική πολιτική αντιπαράθεση.
Το γνωρίζει.
Το γνωρίζουν οι αντίπαλοί του.
Γνωρίζει πώς να δημιουργεί ένταση, πώς να επιβάλλει την ατζέντα μιας συζήτησης και πώς μια φράση του θα γίνει τίτλος μέσα σε λίγα λεπτά.
Αυτό αποτελεί μέρος του πολιτικού του ύφους εδώ και χρόνια.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά:
σήμερα δεν είναι τηλεπωλητής, τηλεσχολιαστής ή απλώς βουλευτής που δίνει τηλεοπτικές μάχες.
Είναι υπουργός Υγείας.
Εκπροσωπεί έναν θεσμό.
Και αυτό δημιουργεί απαιτήσεις πολύ διαφορετικές από εκείνες ενός ανθρώπου που προσπαθεί απλώς να κερδίσει ένα τηλεοπτικό debate.
Όταν χρειάζεται να πεις «πλάκα έκανα» και μετά να ζητήσεις συγγνώμη
Το πιο πρόσφατο περιστατικό είναι αποκαλυπτικό.
Σε απολύτως πολιτική ερώτηση δημοσιογράφου για το ενδεχόμενο μετεκλογικής κυβέρνησης συνεργασίας, ο υπουργός απάντησε με υπαινιγμό για χρήση κάνναβης.
Ο δημοσιογράφος αντέδρασε επιτόπου και ο υπουργός στη συνέχεια είπε ότι έκανε πλάκα. Αργότερα ο ίδιος ο Γεωργιάδης αναγνώρισε ότι ο συνομιλητής του ενοχλήθηκε, δήλωσε ότι σέβεται την αντίδρασή του, ζήτησε συγγνώμη και απέσυρε τη φράση.
Αυτό από μόνο του θα έπρεπε να τελειώνει τη συζήτηση για το εάν υπήρξε υπέρβαση.
Ο ίδιος ο άνθρωπος που την έκανε την απέσυρε.
Κι όμως, εμφανίζονται τρίτοι να αντιμετωπίζουν περίπου ως πολιτική ήττα οποιαδήποτε κριτική ασκείται στον υπουργό.
Δηλαδή ο ίδιος μπορεί να αναγνωρίσει ότι χρειάζεται συγγνώμη, αλλά οι φανατικότεροι υποστηρικτές του δεν αναγνωρίζουν ούτε καν ότι υπήρχε λόγος να ζητηθεί.
Αυτό είναι εντυπωσιακό.
Και δεν είναι πια μόνο η αντιπολίτευση
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πολιτικό στοιχείο.
Δεν είναι πλέον μόνο πολιτικοί αντίπαλοι του Γεωργιάδη που μιλούν για το ύφος του.
Στο ρεπορτάζ του OPEN καταγράφηκαν διαφορετικές φωνές μέσα στη Νέα Δημοκρατία μετά το τελευταίο περιστατικό, ενώ ο Στέλιος Πέτσας επέμεινε ότι υπάρχουν αλαζονικές συμπεριφορές και ότι αυτές πρέπει να αλλάξουν. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης παρέπεμψε μάλιστα στον πρωθυπουργό ως εκείνον που αξιολογεί τέτοιες συμπεριφορές.
Άρα δεν πρόκειται για κάποιο κατασκεύασμα της αντιπολίτευσης.
Υπάρχει πραγματική πολιτική συζήτηση ακόμη και μέσα στην κυβερνητική παράταξη για τα όρια του ύφους που χρησιμοποιείται.
Και αυτό θα έπρεπε να προβληματίζει περισσότερο από οποιαδήποτε παλιά αφίσα.
Τα νανογιλέκα και η μεγάλη αντίφαση
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ιστορία που αποκαλύπτει ένα ενδιαφέρον πρόβλημα αξιοπιστίας.
Ο υπουργός έχει εξαπολύσει τις τελευταίες ημέρες σφοδρή επίθεση στη Μαρία Καρυστιανού για τους ισχυρισμούς της περί «κβαντικής ιατρικής».
Και εδώ πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι:
οι επιστημονικοί ισχυρισμοί της Καρυστιανού πρέπει να ελεγχθούν αυστηρά.
Η ιδιότητά της ως συγγενούς θύματος των Τεμπών δεν της παρέχει επιστημονικό αλάθητο.
Αλλά τότε εμφανίζεται το παρελθόν του ίδιου του υπουργού.
Τα περίφημα νανογιλέκα.
Και τι έκανε ο ίδιος;
Παραδέχθηκε δημόσια ότι η παρουσίασή τους σε εκπομπές τηλεπώλησης υπήρξε «λάθος του παρελθόντος», αν και υποστήριξε ότι δεν τα είχε παρουσιάσει ως ιατροτεχνολογικά προϊόντα ή θεραπείες αλλά ως προϊόντα ευεξίας.
Εδώ βρίσκεται μια προφανής αντίφαση πολιτικού ύφους.
Όταν ζητάς από τον αντίπαλο απόλυτη επιστημονική ακρίβεια, πρέπει να είσαι εξαιρετικά προσεκτικός με το δικό σου ιστορικό σε εμπορικούς ισχυρισμούς γύρω από προϊόντα ευεξίας.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η Καρυστιανού έχει δίκιο.
Ούτε αποδεικνύει ότι ο Γεωργιάδης έχει άδικο για την «κβαντική ιατρική».
Αποδεικνύει κάτι άλλο:
ότι εκείνος που εμφανίζεται ως αμείλικτος εισαγγελέας της επιστημονικής ακρίβειας έχει και ο ίδιος λόγους να χρησιμοποιεί περισσότερη αυτοσυγκράτηση.
Και κάπου εδώ εξαφανίζεται η ουσία
Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα συνέπεια όλης αυτής της στρατηγικής.
Τι συζητάμε επί ημέρες;
Για χαρακτηρισμούς.
Για ατάκες.
Για τηλεοπτικούς καβγάδες.
Για παλιές τηλεπωλήσεις.
Για αναρτήσεις στο Χ.
Για το ποιος «τάπωσε» ποιον.
Και ποιος είναι ο υπουργός;
Ο υπουργός Υγείας.
Δηλαδή ο άνθρωπος που θα έπρεπε πρωτίστως να λογοδοτεί δημόσια για νοσοκομεία, γιατρούς, νοσηλευτές, αναμονές, ΕΣΥ, πρωτοβάθμια περίθαλψη, φάρμακα και τις πραγματικές δυσκολίες των ασθενών.
Όσο λοιπόν ο δημόσιος διάλογος μετατρέπεται σε προσωπικό σόου, τόσο λιγότερο συζητάμε για το ίδιο το υπουργείο.
Και αυτό δεν είναι επιτυχία της πολιτικής.
Είναι υποβάθμισή της.
Ο υπουργός δεν χρειάζεται οπαδούς που του λένε ότι έχει πάντα δίκιο
Εδώ βρίσκεται τελικά το ουσιαστικότερο πρόβλημα.
Ένας πολιτικός δεν κινδυνεύει περισσότερο από τους αντιπάλους που του ασκούν σκληρή κριτική.
Πολλές φορές κινδυνεύει περισσότερο από εκείνους που τον χειροκροτούν ακόμη και όταν κάνει λάθος.
Γιατί τότε εξαφανίζεται κάθε μηχανισμός αυτοδιόρθωσης.
Η υπερβολή βαφτίζεται «δυναμισμός».
Η ειρωνεία «χιούμορ».
Η προσβολή «αποστόμωση».
Η συγγνώμη σχεδόν παρουσιάζεται σαν περιττή υποχώρηση.
Και ο πολιτικός αρχίζει να πιστεύει ότι το μόνο κριτήριο επιτυχίας είναι εάν εξόργισε το αντίπαλο στρατόπεδο.
Αυτό όμως δεν είναι σοβαρή διακυβέρνηση.
Είναι λογική εξέδρας.
Κανείς δεν ζητά να «φιμωθεί» ο Γεωργιάδης
Αυτό επίσης πρέπει να είναι καθαρό.
Ούτε απαγόρευση χρειάζεται.
Ούτε φίμωση.
Ούτε κάποιο πολιτικό «τσιρότο» στο στόμα του.
Το αντίθετο.
Να μιλάει.
Να υπερασπίζεται την πολιτική του.
Να συγκρούεται.
Να απαντά στην Καρυστιανού.
Να απαντά στον Τσίπρα.
Να απαντά στους δημοσιογράφους.
Αλλά να θυμάται ότι ο θεσμικός ρόλος δεν παρέχει δικαίωμα να μετατρέπεται κάθε διαφωνία σε προσωπική μονομαχία.
Και όταν ξεπερνά ένα όριο, να υπάρχει κριτική.
Αυτό δεν είναι φίμωση.
Αυτό είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η Δημοκρατία.
Το πραγματικό καμπανάκι για τη Νέα Δημοκρατία
Το ενδιαφέρον επομένως δεν βρίσκεται σε κάποια αφίσα έντεκα ετών.
Βρίσκεται στο σήμερα.
Όταν ακόμη και στελέχη της κυβερνητικής παράταξης μιλούν για αλαζονικές συμπεριφορές, υπάρχει πολιτικό μήνυμα που αξίζει να ακουστεί.
Και όταν ο ίδιος ο υπουργός αναγκάζεται να αποσύρει φράση του και να ζητήσει συγγνώμη, υπάρχει τουλάχιστον ένα όριο που αναγνωρίζει και ο ίδιος.
Το παράδοξο είναι ότι μερικοί από τους πλέον ενθουσιώδεις υποστηρικτές του φαίνεται να μην αναγνωρίζουν ούτε αυτό.
Για αυτούς κάθε σύγκρουση είναι νίκη.
Κάθε ένταση επιβεβαίωση.
Κάθε αντίδραση απόδειξη ότι ο υπουργός «τους πονάει».
Μόνο που η πολιτική δεν είναι πρωτάθλημα ατάκας.
Και ο υπουργός Υγείας δεν βρίσκεται στη θέση του για να κερδίζει τηλεοπτικούς καβγάδες.
Βρίσκεται εκεί για να διοικεί το σύστημα Υγείας.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν χρειάζεται λοιπόν κάποιον να τον «σταματήσει» από το να μιλά.
Χρειάζεται ο ίδιος να ξαναβάλει το μέτρο ανάμεσα στον μαχητικό πολιτικό και στον υπουργό που εκπροσωπεί έναν θεσμό.
Και ίσως χρειάζεται και κάτι ακόμη:
λιγότερους ανθρώπους γύρω του που αντιμετωπίζουν κάθε υπερβολή του σαν θρίαμβο.
Γιατί καμιά φορά το χειροκρότημα δεν προστατεύει έναν πολιτικό.
Τον σπρώχνει ακόμη πιο μακριά από το σημείο όπου θα έπρεπε ο ίδιος να είχε σταματήσει.



