Υπάρχει ένας πολύ απλός κανόνας στη δημοκρατική πολιτική συζήτηση.
Ο δημοσιογράφος ρωτά.
Ο υπουργός απαντά.
Μπορεί να θεωρεί την ερώτηση λανθασμένη, υπερβολική, απίθανη ή ακόμη και εντελώς εκτός πραγματικότητας.
Μπορεί να την αποδομήσει.
Μπορεί να εξηγήσει γιατί το σενάριο που του παρουσιάζεται δεν στέκει πολιτικά.
Αυτό ακριβώς είναι το νόημα μιας συνέντευξης.
Αυτό που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί κανονικό μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης είναι να απαντά ένας υπουργός στον δημοσιογράφο:
«Μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο πριν βγείτε στην εκπομπή;»
Κι όμως, αυτό ακριβώς είπε ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης στον δημοσιογράφο Νίκο Ελευθερόγλου, όταν εκείνος του έθεσε ένα υποθετικό ερώτημα για τις μετεκλογικές εξελίξεις.
Και εδώ το ζήτημα ξεπερνά κατά πολύ μια άστοχη τηλεοπτική ατάκα.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:
Πώς αντιμετωπίζει ένας υπουργός μια ερώτηση που δεν του αρέσει;
Ποια ήταν η τόσο «παράλογη» ερώτηση;
Ας δούμε πρώτα τι ακριβώς ρωτήθηκε.
Το υποθετικό σενάριο που τέθηκε στον Άδωνι Γεωργιάδη ήταν, σε γενικές γραμμές, το εξής:
Τι θα μπορούσε να συμβεί εάν στις επόμενες εκλογές η Νέα Δημοκρατία βρισκόταν περίπου στο 28%, ένα κόμμα στα δεξιά της περίπου στο 15% και δεν προέκυπτε αυτοδυναμία;
Θα μπορούσε να υπάρξει κυβέρνηση συνεργασίας με άλλον πρωθυπουργό;
Μπορεί κάποιος να θεωρεί το σενάριο εξαιρετικά απίθανο.
Ο ίδιος ο Γεωργιάδης έχει κάθε δικαίωμα να το θεωρεί πολιτικά αδιανόητο.
Αλλά πρόκειται για υποθετικό πολιτικό ερώτημα.
Και η δουλειά ενός δημοσιογράφου είναι ακριβώς αυτή: να θέτει ακόμη και δύσκολα, υποθετικά ή ενοχλητικά σενάρια στους πολιτικούς.
Η απάντηση θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά απλή:
«Όχι, δεν θεωρώ ότι υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο και θα σας εξηγήσω γιατί».
Τελεία.
Αντί γι’ αυτό, ο υπουργός επέλεξε την ειρωνεία.
Από την απάντηση στην προσωπική απαξίωση
Ο Άδωνις Γεωργιάδης πρώτα επιχείρησε να εξηγήσει γιατί θεωρεί αδιανόητο το συγκεκριμένο σενάριο.
Μέχρι εκεί, απολύτως θεμιτό.
Στη συνέχεια όμως πέρασε από το επιχείρημα στον συνομιλητή:
«Τώρα αυτά τα λέτε σοβαρά; Μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο πριν βγείτε στην εκπομπή;»
Εδώ αλλάζει η φύση της συζήτησης.
Δεν αντικρούεται πλέον μόνο η υπόθεση.
Απαξιώνεται ο άνθρωπος που την έθεσε.
Το υπονοούμενο είναι σαφές: αυτό που ρωτάς είναι τόσο παράλογο ώστε πρέπει να μην είσαι σε φυσιολογική κατάσταση για να το σκέφτεσαι.
Και αυτό ακριβώς είναι το προβληματικό σημείο.
Όχι επειδή ένας υπουργός απαγορεύεται να κάνει χιούμορ.
Αλλά επειδή υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο χιούμορ και στην προσωπική απαξίωση ενός δημοσιογράφου επειδή έκανε μια ερώτηση.
«Πλάκα έκανα»
Μετά την αντίδραση του δημοσιογράφου, ο οποίος απάντησε ότι δεν καπνίζει «ούτε μπάφο ούτε τίποτε άλλο» και ότι δεν πρόκειται να μπει στην ίδια λογική, ο υπουργός είπε:
«Καλά, πλάκα έκανα».
Είναι ασφαλώς μια διευκρίνιση που πρέπει να καταγραφεί.
Δεν αναιρεί όμως ότι η φράση είχε ήδη ειπωθεί.
Και εδώ υπάρχει ένα ευρύτερο ζήτημα στον δημόσιο λόγο.
Πολύ συχνά μια βαριά ή προσωπική διατύπωση παρουσιάζεται εκ των υστέρων ως χιούμορ όταν προκαλεί αντίδραση.
Όμως το «αστειευόμουν» δεν απαντά στο βασικό ερώτημα:
Ήταν αυτός ο κατάλληλος τρόπος για έναν υπουργό να απαντήσει σε δημοσιογραφική ερώτηση;
Το ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα: μιλούσε ο υπουργός Υγείας
Υπάρχει και μια επιπλέον διάσταση που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Δεν έκανε τη συγκεκριμένη αναφορά ένας τυχαίος τηλεοπτικός σχολιαστής.
Την έκανε ο υπουργός Υγείας.
Δηλαδή ο πολιτικός προϊστάμενος ενός συστήματος που καλείται να αντιμετωπίζει, μεταξύ πολλών άλλων, τις εξαρτήσεις και τις συνέπειες της χρήσης ουσιών ως ζήτημα δημόσιας υγείας.
Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη επιλογή λέξεων αποκτά διαφορετικό βάρος.
Η χρήση ουσιών δεν είναι απλώς τηλεοπτική ατάκα.
Υπάρχουν άνθρωποι που αντιμετωπίζουν εξάρτηση.
Υπάρχουν οικογένειες που δίνουν δύσκολες μάχες.
Υπάρχουν επαγγελματίες Υγείας που ασχολούνται καθημερινά με αυτές τις περιπτώσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε χιουμοριστική αναφορά.
Σημαίνει όμως ότι από τον υπουργό Υγείας εύλογα αναμένεται μεγαλύτερη προσοχή όταν χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο θέμα ως μέσο προσωπικής ειρωνείας.
Υπήρχε μάλιστα εύκολη πολιτική απάντηση
Το παράδοξο είναι ότι ο Γεωργιάδης δεν χρειαζόταν καν τη συγκεκριμένη φράση για να υποστηρίξει τη θέση του.
Είχε ένα απολύτως σαφές πολιτικό επιχείρημα.
Η θέση του ήταν ότι εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης κερδίσει τις εκλογές με μεγάλη διαφορά από το δεύτερο κόμμα, δεν θεωρεί ρεαλιστικό βουλευτές της ΝΔ να του ζητήσουν να αποχωρήσει από την πρωθυπουργία προκειμένου να σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας υπό άλλο πρόσωπο.
Αυτό είναι πολιτικό επιχείρημα.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί.
Μπορεί να εξετάσει εναλλακτικά μετεκλογικά σενάρια.
Μπορεί να θυμίσει προηγούμενα από την ελληνική ή ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία.
Αυτό λέγεται πολιτική συζήτηση.
Το «μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο;» δεν προσθέτει κανένα επιχείρημα.
Προσθέτει μόνο ένταση.
Και υπάρχει μια ακόμη αντίφαση
Η συγκεκριμένη ιστορία αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν συνδυαστεί με μια άλλη σημερινή συζήτηση στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας.
Η Ντόρα Μπακογιάννη μίλησε για υπουργούς που έχουν «καβαλήσει το καλάμι» και υποστήριξε ότι ορισμένα κυβερνητικά στελέχη πρέπει να επανέλθουν στην πραγματικότητα.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης διαφώνησε σήμερα με αυτή την εκτίμηση και δήλωσε ότι δεν βλέπει φαινόμενα αλαζονείας στην κυβέρνηση.
Η χρονική σύμπτωση έχει πολιτικό ενδιαφέρον.
Την ίδια ημέρα που συζητείται δημοσίως μέσα στη ΝΔ εάν ορισμένοι υπουργοί εμφανίζουν συμπεριφορές αλαζονείας, ένας υπουργός απαντά σε δημοσιογραφική ερώτηση με το «μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο;».
Δεν χρειάζεται να αποφανθεί κανείς ότι το ένα αποδεικνύει το άλλο.
Ο καθένας μπορεί να κρίνει τη συμπεριφορά.
Η αντίθεση όμως είναι εμφανής.
Το δικαίωμα του δημοσιογράφου να κάνει και «λάθος» ερώτηση
Υπάρχει κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Ένας δημοσιογράφος πρέπει να έχει δικαίωμα να κάνει ακόμη και μια κακή ερώτηση.
Ακόμη και μια ερώτηση που ένας υπουργός θεωρεί εντελώς λανθασμένη.
Ακόμη και ένα σενάριο που δεν πρόκειται ποτέ να πραγματοποιηθεί.
Ο πολιτικός έχει το μικρόφωνο για να το αποδομήσει.
Δεν χρειάζεται να αποδομήσει τον δημοσιογράφο.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Γιατί διαφορετικά δημιουργείται μια επικίνδυνη λογική:
Οι «σωστές» ερωτήσεις παίρνουν απαντήσεις.
Οι «λάθος» ερωτήσεις παίρνουν ειρωνεία.
Αυτό δεν βοηθά ούτε την πολιτική ούτε τη δημοσιογραφία.
Οι υπουργοί δεν είναι σχολιαστές στα social media
Η πολιτική επικοινωνία έχει αλλάξει.
Οι ατάκες γίνονται viral.
Τα αποσπάσματα ταξιδεύουν μέσα σε δευτερόλεπτα στα social media.
Η σύγκρουση φέρνει προβολή.
Η υπερβολή δημιουργεί τίτλους.
Αλλά ένας υπουργός δεν είναι influencer ούτε τηλεοπτικός σχολιαστής.
Εκπροσωπεί έναν θεσμό.
Και η θεσμική ιδιότητα δεν αφαιρεί το δικαίωμα στο χιούμορ.
Επιβάλλει όμως ένα διαφορετικό μέτρο.
Ιδίως απέναντι σε κάποιον που εκείνη τη στιγμή δεν κάνει τίποτε περισσότερο από τη δουλειά του: θέτει ερωτήσεις.
Η ουσία δεν είναι ο «μπάφος»
Τελικά ίσως κάνουμε λάθος εάν μείνουμε μόνο στην επίμαχη λέξη.
Το πραγματικό θέμα δεν είναι η κάνναβη.
Ούτε αν το σχόλιο ήταν αστείο.
Το πραγματικό ζήτημα είναι η σχέση της εξουσίας με την ερώτηση.
Η δημοκρατία δεν χρειάζεται πολιτικούς που συμφωνούν με τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων.
Χρειάζεται πολιτικούς που απαντούν και σε εκείνες που θεωρούν παράλογες.
Και όσο υψηλότερο είναι το αξίωμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η απαίτηση αυτοσυγκράτησης.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης είχε κάθε δικαίωμα να πει ότι το σενάριο που του παρουσίασε ο Νίκος Ελευθερόγλου είναι, κατά την άποψή του, εκτός πολιτικής πραγματικότητας.
Είχε κάθε δικαίωμα να το αποδομήσει μέχρι τελευταίας λέξης.
Αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται η διαφορά:
Αποδομείς την ερώτηση.
Δεν χρειάζεται να απαξιώσεις εκείνον που την έκανε.
Και το «πλάκα έκανα» μπορεί να εξηγεί την πρόθεση.
Δεν εξαφανίζει όμως τη φράση.
Ο δημόσιος λόγος ενός υπουργού κρίνεται τελικά όχι μόνο από αυτό που ήθελε να πει.
Αλλά και από αυτό που επέλεξε πράγματι να πει.



