Ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει αναμφίβολα ένα πολιτικό χάρισμα: μπορεί να πάρει μια σύνθετη ιστορία δεκαετιών, να αφαιρέσει σχεδόν όλους τους υπόλοιπους πρωταγωνιστές και στο τέλος να παρουσιάσει τον εαυτό του ως εκείνον που άλλαξε την πορεία της χώρας.
Αυτή τη φορά το αντικείμενο είναι η κρουαζιέρα.
Σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, το 2011 παρέλαβε περίπου μια Ελλάδα αποκλεισμένη από τα κρουαζιερόπλοια, συγκρούστηκε με το ΚΚΕ, «έσπασε» έναν «κομμουνιστικό νόμο» και σήμερα, βλέποντας δύο κρουαζιερόπλοια στη Θεσσαλονίκη, αισθάνεται δικαιωμένος.
Ωραία ιστορία. Μόνο που η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο σύνθετη.
Πρώτο πρόβλημα: Τα κρουαζιερόπλοια δεν απαγορευόταν να έρχονται στην Ελλάδα
Η φράση ότι το καμποτάζ ήταν ένας νόμος που «απαγόρευε στην ουσία στα κρουαζιερόπλοια να έρχονται στα λιμάνια της Ελλάδος» δημιουργεί μια εντελώς παραπλανητική εικόνα.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν ήταν αν μπορούσε ένα ξένο κρουαζιερόπλοιο να επισκεφθεί ελληνικό λιμάνι.
Μπορούσε. Και το έκανε.
Το επίμαχο ζήτημα αφορούσε κυρίως το home porting, δηλαδή τη δυνατότητα πλοίων τρίτων χωρών να χρησιμοποιούν ελληνικό λιμάνι ως αφετηρία και τερματισμό κρουαζιέρας υπό συγκεκριμένο καθεστώς.
Αυτή είναι τεράστια διαφορά.
Άλλο «δεν επιτρέπω στα κρουαζιερόπλοια να έρχονται στην Ελλάδα» και άλλο «υπάρχουν περιορισμοί στο καθεστώς εκκίνησης και τερματισμού της κρουαζιέρας».
Το πρώτο ακούγεται εντυπωσιακό σε μια ανάρτηση. Το δεύτερο περιγράφει πολύ καλύτερα την πραγματικότητα.
Δεύτερο πρόβλημα: Η άρση δεν ξεκίνησε με τον Άδωνι
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο κενό της αφήγησης.
Ο ίδιος αναφέρεται στη Λούκα Κατσέλη, αλλά την παρουσιάζει περίπου σαν να έκανε μια εικονική μεταρρύθμιση «για να ξεγελάσει τους ξένους».
Μόνο που είχε ήδη προηγηθεί ο Ν. 3872/2010, με τον οποίο άνοιξε θεσμικά ο δρόμος για την άρση των περιορισμών στο καμποτάζ της κρουαζιέρας για πλοία υπό σημαία τρίτων χωρών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Το 2012 ακολούθησε περαιτέρω απελευθέρωση και κατάργηση περιορισμών.
Άρα μπορεί κανείς απολύτως να υποστηρίξει ότι ο Γεωργιάδης συνέβαλε στην ολοκλήρωση ή στην επιτάχυνση της απελευθέρωσης.
Αυτό όμως είναι πολύ διαφορετικό από το:
«Αποφάσισα να σπάσω το καμποτάζ».
Η πολιτική ιστορία δεν αρχίζει την ημέρα που αναλαμβάνει ένας υπουργός.
Τρίτο πρόβλημα: «Αναχρονιστικός, κομμουνιστικός νόμος»
Εδώ η ιστορική ανάλυση δίνει τη θέση της στην πολιτική ατάκα.
Το καμποτάζ δεν είναι κάποια ελληνική κομμουνιστική εφεύρεση. Περιορισμοί στις εσωτερικές θαλάσσιες μεταφορές και πολιτικές προστασίας της εθνικής ναυτιλίας έχουν υπάρξει σε πολλές χώρες και διαφορετικά οικονομικά συστήματα.
Μπορούσε να πει:
«Ήταν ένας αναχρονιστικός προστατευτικός περιορισμός που έπρεπε να καταργηθεί».
Θα ήταν μια απολύτως θεμιτή πολιτική θέση.
Το «κομμουνιστικός νόμος» όμως είναι περισσότερο τηλεοπτικό σύνθημα παρά σοβαρή περιγραφή μιας ναυτιλιακής πολιτικής.
Και τώρα το μεγαλύτερο άλμα: Από μια μεταρρύθμιση του 2011 στα κρουαζιερόπλοια του 2026
Εδώ η ανάρτηση αποκτά σχεδόν επικό χαρακτήρα.
Βλέπει ο Άδωνις δύο κρουαζιερόπλοια να μπαίνουν σήμερα στη Θεσσαλονίκη και ουσιαστικά τραβάει μια ευθεία γραμμή:
2011 → Άδωνις → κατάργηση καμποτάζ → 2026 → δύο κρουαζιερόπλοια → τουρίστες → δουλειές.
Μόνο που ανάμεσα στα δύο σημεία υπάρχουν 15 ολόκληρα χρόνια.
Υπάρχουν επενδύσεις στα λιμάνια, τουριστική ανάπτυξη, στρατηγικές εταιρειών κρουαζιέρας, γεωπολιτικές μεταβολές, αεροπορικές συνδέσεις, υποδομές, marketing προορισμών, διεθνής έκρηξη της κρουαζιέρας και δουλειά δεκάδων κυβερνήσεων, υπουργών, οργανισμών λιμένων, Περιφερειών, Δήμων και επαγγελματιών.
Η άρση των περιορισμών ήταν ένας παράγοντας.
Δεν ήταν μαγικό κουμπί που πάτησε ένας υπουργός το 2011 και δεκαπέντε χρόνια αργότερα εμφανίστηκαν δύο πλοία στη Θεσσαλονίκη.
Και κάτι ακόμη: τα κρουαζιερόπλοια υπήρχαν στην Ελλάδα πριν από τον Άδωνι
Αυτό είναι το σημείο που κάνει τη φράση περί «άτυπης απομόνωσης» να χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Η Ελλάδα και ελληνικοί προορισμοί όπως ο Πειραιάς, η Σαντορίνη, η Μύκονος, η Κέρκυρα, το Κατάκολο και η Ρόδος αποτελούσαν προορισμούς κρουαζιέρας πολύ πριν από το 2011.
Επομένως, δεν άνοιξε ξαφνικά η πόρτα της Ελλάδας στα κρουαζιερόπλοια.
Αυτό που άλλαξε ήταν το θεσμικό πλαίσιο και κυρίως οι δυνατότητες αξιοποίησης ελληνικών λιμένων ως home ports.
Και αυτή ακριβώς η διάκριση είναι που εξαφανίζεται από την ανάρτηση.
Η πραγματική συζήτηση που αξίζει να γίνει
Υπάρχει μάλιστα ένα πολύ σοβαρό επιχείρημα υπέρ της απελευθέρωσης.
Το home porting έχει πολύ μεγαλύτερη οικονομική αξία από μια απλή επίσκεψη κρουαζιερόπλοιου. Οι επιβάτες μπορεί να διανυκτερεύσουν, χρησιμοποιούν αεροδρόμια, ταξί, ξενοδοχεία και εστίαση, ενώ δημιουργείται ζήτηση για τροφοδοσία, υπηρεσίες και λιμενικές εργασίες.
Εκεί θα μπορούσε να στηριχθεί μια σοβαρή αποτίμηση της μεταρρύθμισης.
Με στοιχεία.
Πόσο αυξήθηκε το home porting μετά την απελευθέρωση;
Πόσα πρόσθετα έσοδα δημιουργήθηκαν;
Πόσες θέσεις εργασίας;
Ποια ελληνικά λιμάνια κέρδισαν;
Και πόσο από αυτή την ανάπτυξη μπορεί πράγματι να αποδοθεί στη συγκεκριμένη θεσμική αλλαγή;
Αυτή θα ήταν ενδιαφέρουσα πολιτική συζήτηση.
Το «βλέπω δύο καράβια στη Θεσσαλονίκη και αισθάνομαι υπερήφανος για αυτό που έκανα το 2011» είναι περισσότερο πολιτικό storytelling με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον αφηγητή.
Η πολιτική είναι πράγματι δράση
Σε αυτό ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει δίκιο.
Η πολιτική είναι δράση.
Είναι όμως και κάτι ακόμη:
είναι ακρίβεια απέναντι στα γεγονότα και στοιχειώδης σεβασμός στη θεσμική συνέχεια του κράτους.
Μια μεταρρύθμιση μπορεί να ήταν σωστή χωρίς να χρειάζεται να ξαναγραφτεί ολόκληρη η ιστορία γύρω από έναν υπουργό.
Και ένας πολιτικός μπορεί να διεκδικεί το μερίδιο που πραγματικά του αναλογεί χωρίς να εμφανίζεται περίπου ως ο άνθρωπος που έφερε τα κρουαζιερόπλοια στην Ελλάδα.
Γιατί, τελικά, τα πλοία μπορεί να είναι μεγάλα.
Αλλά ακόμη μεγαλύτερο δεν χρειάζεται να γίνεται το «εγώ».



