Υπάρχουν πολιτικές δηλώσεις που μπορεί κανείς να αντικρούσει με διαφορετικά οικονομικά επιχειρήματα. Και υπάρχουν δηλώσεις που αποδομούνται σχεδόν μόνες τους.
Η σημερινή τοποθέτηση του Άδωνι Γεωργιάδη στον ΣΚΑΪ ανήκει μάλλον στη δεύτερη κατηγορία.
Ο υπουργός Υγείας βρέθηκε αντιμέτωπος με μια πολύ συγκεκριμένη ένσταση του Δημήτρη Οικονόμου: μήπως η περίφημη «υπεραπόδοση» των δημόσιων εσόδων δεν είναι απλώς αποτέλεσμα μιας οικονομίας που απογειώνεται, αλλά συνδέεται και με τους φόρους που πληρώνουν πολίτες και επιχειρήσεις;
Και κάπου εκεί ακούστηκε το επιχείρημα των… διακοπών.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης παρατήρησε ότι άλλος είχε πάει στις Κυκλάδες, άλλος στην Κρήτη, ο ίδιος στη Ρόδο και κατέληξε:
«Δεν είμαστε εικόνα κοινωνικής καταστροφής, μαυρισμένοι και ωραίοι γυρίσαμε».
Η δήλωση έχει πράγματι καταγραφεί έτσι από το σημερινό δημοσίευμα του Gazzetta.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.
Η παρέα ενός τηλεοπτικού πλατό δεν αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της ελληνικής κοινωνίας.
Υπουργέ, οι μισοί Έλληνες δεν προγραμμάτιζαν καν διακοπές
Αντί να κοιτάξουμε λοιπόν πόσο μαυρισμένοι επέστρεψαν οι άνθρωποι ενός τηλεοπτικού πάνελ, ας κοιτάξουμε τι έδειχναν οι έρευνες για τους πραγματικούς οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Έρευνα του ΙΕΛΚΑ για το καλοκαίρι του 2026 έδειχνε ότι το 50% των ερωτηθέντων δεν προγραμμάτιζε καθόλου καλοκαιρινές διακοπές. Από εκείνους που σχεδίαζαν να φύγουν, ένα μεγάλο μέρος δήλωνε περιορισμένες διακοπές και τάση εξοικονόμησης.
Υπάρχει και ένα ακόμη πιο σκληρό στοιχείο: σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε «Το Βήμα», σχεδόν ένας στους δύο στην Ελλάδα δεν μπορεί οικονομικά να αντέξει μία εβδομάδα διακοπών.
Κάπου εδώ λοιπόν το «μαυρισμένοι και ωραίοι γυρίσαμε» παύει να είναι απλώς μια χαριτωμένη τηλεοπτική ατάκα.
Γίνεται ένα εντυπωσιακά αδύναμο οικονομικό επιχείρημα.
Διότι ο υπουργός χρησιμοποιεί ουσιαστικά την εμπειρία ανθρώπων που μπόρεσαν να κάνουν διακοπές για να απαντήσει στη συζήτηση για την οικονομική πίεση που δέχεται ολόκληρη η κοινωνία.
Αυτό δεν είναι στατιστική.
Δεν είναι οικονομική ανάλυση.
Είναι ανέκδοτο δείγμα.
Το γεγονός ότι κάποιος πήγε διακοπές δεν σημαίνει ότι «του περισσεύουν»
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο.
Ακόμη και για εκείνους που κατάφεραν να φύγουν λίγες ημέρες, από πού ακριβώς προκύπτει ότι αυτό αποδεικνύει οικονομική άνεση;
Ένας εργαζόμενος μπορεί να αποταμιεύει μήνες για πέντε ημέρες διακοπών.
Μπορεί να φιλοξενείται σε συγγενικό σπίτι.
Μπορεί να περιορίσει τις ημέρες.
Μπορεί να περιορίσει δραστικά τις δαπάνες του.
Μπορεί να επιστρέψει πράγματι… «ξεπαραδιασμένος», όπως ειπώθηκε στη συζήτηση.
Το ίδιο το γεγονός ότι οι έρευνες του 2026 καταγράφουν ισχυρή τάση περιορισμού των δαπανών στις διακοπές θα έπρεπε να κάνει πολύ πιο προσεκτική οποιαδήποτε τέτοια γενίκευση.
Το μαύρισμα δεν εμφανίζεται σε κανέναν οικονομικό δείκτη της ΕΛΣΤΑΤ.
Υπάρχει ανάπτυξη. Υπάρχει όμως και ακρίβεια
Για να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να αναγνωρίσουμε κάτι που δεν συμφέρει μια εύκολη αντιπολιτευτική αφήγηση.
Η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται σε κατάρρευση.
Τα διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ κατέγραφαν αύξηση του ΑΕΠ κατά 2% στο πρώτο τρίμηνο του 2026 σε ετήσια βάση και ανεργία 8% τον Ιούνιο.
Άρα ο Γεωργιάδης έχει κάθε δικαίωμα να υποστηρίζει ότι η εικόνα της χώρας δεν είναι εικόνα οικονομικής καταστροφής.
Αυτό όμως είναι τελείως διαφορετικό από το να υποβαθμίζεται η πίεση στα νοικοκυριά επειδή κάποιοι πήγαν διακοπές.
Γιατί ταυτόχρονα η ίδια ΕΛΣΤΑΤ κατέγραφε πληθωρισμό 4,4% τον Ιούνιο του 2026. Τον Ιούλιο ο εναρμονισμένος δείκτης υποχώρησε σημαντικά, στο 2,7%, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat.
Με άλλα λόγια:
Η οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται και ο πολίτης να δυσκολεύεται ταυτόχρονα.
Δεν υπάρχει καμία αντίφαση.
Και τώρα πάμε στην περίφημη «υπεραπόδοση»
Εδώ βρίσκεται το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι της συζήτησης.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης μίλησε για «υπεραπόδοση της οικονομίας».
Ωραία.
Ας ανοίξουμε λοιπόν τα στοιχεία του ίδιου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Στα οριστικά στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού για τον Μάιο αναφέρεται ότι μόνο τον συγκεκριμένο μήνα τα καθαρά έσοδα ανήλθαν σε 5,040 δισ. ευρώ, δηλαδή 418 εκατ. ευρώ πάνω από τον στόχο.
Άρα η συζήτηση που άνοιξε ο Οικονόμου για τη συμβολή των φορολογικών εσόδων στην υπεραπόδοση δεν μπορεί να απαντάται με το πού πήγε διακοπές ο καθένας.
Χρειάζεται ανάλυση των εσόδων.
Πόσα προήλθαν από την ανάπτυξη;
Πόσα από αύξηση της απασχόλησης;
Πόσα από καλύτερη φορολογική συμμόρφωση;
Πόσα από ηλεκτρονικές συναλλαγές και περιορισμό της φοροδιαφυγής;
Και πόσα συνδέονται με την ονομαστική αύξηση των τιμών και συνεπώς της φορολογικής βάσης;
Αυτή είναι οικονομική συζήτηση.
Οι Κυκλάδες και η Ρόδος δεν είναι.
«Η κυβέρνηση μείωσε φόρους» – σωστό, αλλά δεν τελειώνει εκεί η συζήτηση
Ο Γεωργιάδης επικαλείται επίσης τις φορολογικές μειώσεις της κυβέρνησης.
Και εδώ χρειάζεται ακρίβεια.
Ναι, η κυβέρνηση έχει πράγματι προχωρήσει τα προηγούμενα χρόνια σε μειώσεις και καταργήσεις συγκεκριμένων φόρων και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων.
Αυτό όμως δεν απαντά αυτομάτως στο διαφορετικό ερώτημα:
Πόσα πληρώνει τελικά σήμερα ένα νοικοκυριό συνολικά και πόσο διαθέσιμο εισόδημα του απομένει μετά το κόστος ζωής;
Μπορείς να μειώσεις έναν φορολογικό συντελεστή και τα συνολικά φορολογικά έσοδα να αυξηθούν.
Μπορείς να μειώσεις έναν άμεσο φόρο και ταυτόχρονα ο καταναλωτής να πληρώνει περισσότερους έμμεσους φόρους επειδή αγοράζει ακριβότερα προϊόντα.
Και μπορεί τα δημόσια οικονομικά να βελτιώνονται ενώ η αγοραστική δύναμη συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων παραμένει πιεσμένη.
Δεν είναι παράδοξο.
Είναι οικονομία.
Η πιο προβληματική φράση δεν είναι καν το «μαυρισμένοι»
Περισσότερο προβληματική είναι η λογική που κρύβεται πίσω από τη φράση.
Διότι δημιουργείται ένα παράξενο δίλημμα:
Ή η Ελλάδα βρίσκεται σε «κοινωνική καταστροφή» ή οι πολίτες δεν δικαιούνται να παραπονιούνται για την ακρίβεια.
Μα κανείς σοβαρός δεν χρειάζεται να ισχυριστεί ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε κοινωνική κατάρρευση για να πει ότι μεγάλο μέρος των νοικοκυριών πιέζεται.
Μεταξύ της «καταστροφής» και της «ευημερίας» υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι.
Ο εργαζόμενος που πληρώνει το ενοίκιό του και του μένουν ελάχιστα στο τέλος του μήνα δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκη σε «κοινωνική καταστροφή».
Δυσκολεύεται.
Η οικογένεια που έκανε τέσσερις ημέρες διακοπές αντί για δέκα δεν βρίσκεται σε «κοινωνική καταστροφή».
Έχει περιορίσει την κατανάλωσή της.
Ο άνθρωπος που πήγε στο χωριό του και φιλοξενήθηκε δεν έγινε ξαφνικά οικονομικά εύρωστος επειδή μαύρισε στον ήλιο.
Τελικά ο Οικονόμου έκανε την ερώτηση που έπρεπε
Και εδώ είναι το πολιτικά ενδιαφέρον.
Ο Δημήτρης Οικονόμου δεν είπε ότι η Ελλάδα χρεοκόπησε.
Έθεσε το ζήτημα της φορολογίας πίσω από την υπεραπόδοση.
Ο υπουργός θα μπορούσε να απαντήσει με αριθμούς.
Να εξηγήσει ποιο ποσοστό της υπέρβασης προέρχεται από την ανάπτυξη, ποιο από την αύξηση της απασχόλησης, ποιο από την πάταξη της φοροδιαφυγής και ποιο από την εξέλιξη των φορολογικών εσόδων.
Αντί γι’ αυτό, η συζήτηση κατέληξε στο ποιος πήγε Κρήτη, ποιος Κυκλάδες και ποιος Ρόδο.
Και τελικά η ατάκα που προοριζόταν να αποδείξει ότι η κατάσταση δεν είναι τόσο άσχημη κατάφερε να αναδείξει ακριβώς την απόσταση που μπορεί να χωρίζει ένα τηλεοπτικό πλατό από την καθημερινότητα ενός νοικοκυριού.
Γιατί, κύριε Γεωργιάδη, η οικονομία δεν μετριέται στο μαύρισμα
Μετριέται στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Στην αγοραστική δύναμη.
Στο κόστος στέγασης.
Στον λογαριασμό του σούπερ μάρκετ.
Στο πόσο μένει από τον μισθό στις 25 του μήνα.
Και, ειρωνικά, μετριέται ακόμη και στο πόσοι μπορούν πράγματι να πάνε διακοπές.
Όταν λοιπόν οι έρευνες του ίδιου καλοκαιριού δείχνουν ότι περίπου οι μισοί δεν σχεδίαζαν διακοπές, το «μαυρισμένοι και ωραίοι γυρίσαμε» δεν αποτελεί απάντηση στην ακρίβεια.
Αποτελεί ίσως την καλύτερη απόδειξη ότι μερικές φορές, στην προσπάθεια να υπερασπιστείς μια οικονομική πολιτική, μπορεί να καταλήξεις να περιγράφεις περισσότερο τον δικό σου Αύγουστο παρά τον Αύγουστο της κοινωνίας.



