Άδωνις και «μπάφος»: Το πρόβλημα δεν είναι το αστείο – Είναι η βεβαιότητα για το τι θα βγάλει η κάλπη

Ο υπουργός ζήτησε συγγνώμη από τον Νίκο Ελευθερόγλου, αλλά στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί την επίμαχη φράση είπε κάτι πολιτικά πολύ σημαντικότερο: θεωρεί περίπου δεδομένο ότι η ΝΔ θα είναι πρώτη «και μάλιστα με διαφορά» και περίπου παράλογη τη συζήτηση για κυβέρνηση συνεργασίας με άλλον πρωθυπουργό

Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη τον «μπάφο».

Ο Άδωνις Γεωργιάδης είπε μια άκομψη φράση στον δημοσιογράφο Νίκο Ελευθερόγλου, εκείνος ενοχλήθηκε, ο υπουργός είπε ότι έκανε πλάκα, στη συνέχεια ζήτησε συγγνώμη και απέσυρε τη φράση.

Αυτό είναι ένα μέρος της ιστορίας.

Υπάρχει όμως ένα δεύτερο, πολύ πιο ενδιαφέρον πολιτικά.

Και βρίσκεται στη σημερινή προσπάθεια του υπουργού Υγείας να εξηγήσει γιατί έκανε το συγκεκριμένο «αστείο».

Ο ίδιος γράφει ότι ήθελε να δείξει πόσο «παράλογη» θεωρεί τη συζήτηση σύμφωνα με την οποία μετά τις εκλογές, με τη ΝΔ πρώτο κόμμα «και μάλιστα με διαφορά», θα μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνηση συνεργασίας με πρωθυπουργό άλλον από τον πρόεδρο της ΝΔ.

Μόνο που εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα.

Αυτό δεν είναι παράλογο σενάριο.

Είναι πολιτικό σενάριο.

Και το ποιος θα είναι πρώτο κόμμα, με ποιο ποσοστό, με ποια διαφορά και ποιος τελικά θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση θα το αποφασίσουν οι ψηφοφόροι.

Όχι ένας υπουργός δεκαοκτώ μήνες πριν από τις εκλογές.

Τι ακριβώς ρώτησε ο Ελευθερόγλου;

Αξίζει να επιστρέψουμε στην αρχική συζήτηση γιατί εκεί βρίσκεται όλη η ουσία.

Ο Νίκος Ελευθερόγλου έθεσε στον υπουργό ένα υποθετικό μετεκλογικό σενάριο:

εάν η ΝΔ πάρει περίπου 28%, υπάρχει στα δεξιά της ένα κόμμα περίπου στο 15% και χρειάζεται συνεργασία για να σχηματιστεί κυβέρνηση, θα μπορούσε να τεθεί στο τραπέζι άλλο πρόσωπο για την πρωθυπουργία;

Η απάντηση του Άδωνι Γεωργιάδη ήταν:

«Τώρα αυτά τα λέτε σοβαρά; Μήπως έχετε πάρει κάνα μπάφο πριν βγείτε στην εκπομπή;».

Ο δημοσιογράφος απάντησε ότι δεν καπνίζει και ότι δεν πρόκειται να μπει στην ίδια λογική. Ο υπουργός στη συνέχεια είπε ότι έκανε πλάκα.

Άρα το ζήτημα δεν είναι μόνο εάν το χιούμορ ήταν πετυχημένο ή αποτυχημένο.

Το ενδιαφέρον είναι γιατί θεωρεί τόσο εξωπραγματική την ερώτηση.

Από πότε είναι παράλογη μια κυβέρνηση συνεργασίας με τρίτο πρόσωπο;

Το ελληνικό Σύνταγμα δεν προβλέπει ότι πρωθυπουργός πρέπει υποχρεωτικά να είναι ο αρχηγός του πρώτου κόμματος.

Εάν κανένα κόμμα δεν διαθέτει απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενεργοποιείται η διαδικασία των διερευνητικών εντολών και το ζητούμενο είναι να σχηματιστεί κυβέρνηση που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής.

Άρα μια κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί πολιτικά να συμφωνήσει σε πρόσωπο κοινής αποδοχής.

Το αν αυτό είναι πιθανό το 2027 είναι άλλη συζήτηση.

Το αν θα το δεχόταν η Νέα Δημοκρατία είναι επίσης άλλη συζήτηση.

Το αν θα το δεχόταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι πολιτικό ζήτημα.

Αλλά θεσμικά παράλογο δεν είναι.

Και επομένως η ερώτηση ενός δημοσιογράφου είναι απολύτως θεμιτή.

Υπάρχει μάλιστα ένας λόγος που η ερώτηση γίνεται σήμερα

Εάν η ΝΔ βρισκόταν δημοσκοπικά στο 40%, πιθανότατα η συγκεκριμένη συζήτηση θα είχε πολύ μικρότερο ενδιαφέρον.

Αλλά σήμερα υπάρχει δημόσια συζήτηση ακριβώς για το εάν μπορεί να επιτευχθεί αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές.

Και όσο υπάρχει αυτό το ερώτημα, θα υπάρχουν αναπόφευκτα και ερωτήσεις για κυβερνήσεις συνεργασίας.

Με ποιο κόμμα;

Με ποιους όρους;

Με ποιο πρόγραμμα;

Και ναι:

με ποιον πρωθυπουργό;

Αυτές δεν είναι ερωτήσεις για ανθρώπους που «έχουν πάρει μπάφο».

Είναι οι αυτονόητες ερωτήσεις που γεννά ένα πολιτικό σύστημα όταν δεν είναι βέβαιο ότι ένα κόμμα θα διαθέτει αυτοδυναμία.

Και υπάρχει ακόμη μεγαλύτερη αντίφαση

Μόλις πριν λίγες ώρες ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από τη Νέα Υόρκη, αναγνώρισε κάτι απολύτως πραγματικό:

όσο περισσότερο παραμένει κάποιος στην εξουσία, τόσο ενισχύεται σε μέρος της κοινωνίας η αίσθηση ότι χρειάζεται αλλαγή.

Και είπε ότι η κυβέρνηση πρέπει να δουλέψει διπλά για να πείσει τους πολίτες ότι αξίζει ξανά την εμπιστοσύνη τους.

Αυτό είναι μια πολύ πιο προσγειωμένη πολιτική ανάγνωση.

Ο πρωθυπουργός λέει ουσιαστικά:

πρέπει να τους πείσουμε.

Ο υπουργός του, αντιθέτως, γράφει ότι μετά τις εκλογές η ΝΔ θα είναι πρώτο κόμμα «και μάλιστα με διαφορά».

Μα αυτό ακριβώς είναι που θα κρίνουν οι πολίτες.

Οι εκλογές δεν έχουν διεξαχθεί ακόμη

Αυτό είναι το απλούστερο σημείο όλης της ιστορίας.

Οι εθνικές εκλογές αναμένονται το 2027.

Σήμερα βρισκόμαστε στον Σεπτέμβριο του 2026.

Δεν γνωρίζουμε ποια κόμματα τελικά θα συμμετάσχουν.

Δεν γνωρίζουμε τις τελικές εκλογικές τους επιδόσεις.

Δεν γνωρίζουμε πόσα κόμματα θα μπουν στη Βουλή.

Δεν γνωρίζουμε τους μετεκλογικούς συσχετισμούς.

Δεν γνωρίζουμε εάν θα υπάρχει αυτοδυναμία.

Επομένως, όταν ένας δημοσιογράφος θέτει ένα υποθετικό σενάριο, η απάντηση μπορεί να είναι:

«Δεν το θεωρώ πιθανό».

Ή:

«Η ΝΔ δεν θα δεχόταν κυβέρνηση χωρίς τον πρόεδρό της πρωθυπουργό».

Ή:

«Στόχος μας είναι η αυτοδυναμία».

Όλα απολύτως θεμιτά.

Αλλά το να παρουσιάζεται περίπου ως παραλογισμός η ίδια η ερώτηση είναι κάτι διαφορετικό.

Και μετά ήρθε ο Αρβανίτης

Ο Κώστας Αρβανίτης πήγε το θέμα πολύ παραπέρα.

Ζήτησε την παραίτηση του υπουργού, χαρακτηρίζοντας τη φράση χυδαία και προκλητική και συνδέοντάς την με την κυβερνητική πολιτική για τις εξαρτήσεις.

Εδώ ο καθένας μπορεί να κρίνει εάν ένα κακόγουστο τηλεοπτικό αστείο αποτελεί πράγματι λόγο παραίτησης υπουργού.

Ο Γεωργιάδης απάντησε θυμίζοντας παλαιότερες τοποθετήσεις του Αρβανίτη και κατηγορώντας τον για υποκρισία.

Αλλά ακόμη κι αν δεχθούμε ολόκληρη την επιχειρηματολογία του υπουργού για τον Αρβανίτη, υπάρχει ένα απλό λογικό πρόβλημα:

η υποκρισία του επικριτή σου, εφόσον υπάρχει, δεν απαντά στην κριτική.

Το ότι ο Αρβανίτης μπορεί να έχει χρησιμοποιήσει στο παρελθόν σκληρή ή προσβλητική γλώσσα δεν κάνει αυτομάτως σωστή τη φράση Γεωργιάδη.

Αυτά είναι δύο διαφορετικά ζητήματα.

«Δεν δίνω εξετάσεις στην Αριστερά»

Και εδώ εμφανίζεται άλλη μία ενδιαφέρουσα φράση.

Ο υπουργός γράφει:

«Σε σας δεν έδωσα ποτέ και δεν θα δώσω ποτέ εξετάσεις».

Προφανώς κανένας υπουργός δεν «δίνει εξετάσεις» σε ένα συγκεκριμένο κόμμα.

Αλλά ένας υπουργός δίνει λογαριασμό δημόσια για τον λόγο και τις πράξεις του.

Στη Βουλή.

Στους δημοσιογράφους.

Στους θεσμούς.

Και τελικά στους πολίτες.

Αυτό δεν είναι «εξέταση στην Αριστερά».

Είναι η λειτουργία της Δημοκρατίας.

Και για την Υγεία;

Ο Άδωνις Γεωργιάδης επικαλείται επίσης τη συνάντησή του με μέλη της Επιτροπής Υγείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και υποστηρίζει ότι εκπρόσωποι διαφορετικών πολιτικών ομάδων τον συνεχάρησαν για την πρόοδο της Ελλάδας στην Υγεία.

Αυτό είναι ένας ισχυρισμός του υπουργού για το περιεχόμενο της συνάντησης και μπορεί ασφαλώς να συζητηθεί.

Δεν αποτελεί όμως απάντηση στο θέμα Ελευθερόγλου.

Το εάν ένας υπουργός έχει θετικό ή αρνητικό απολογισμό στο χαρτοφυλάκιό του δεν καθορίζει εάν μια συγκεκριμένη δημόσια φράση του ήταν εύστοχη.

Ούτε καταργεί το δικαίωμα ενός δημοσιογράφου να θέτει δύσκολες πολιτικές ερωτήσεις.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται τελικά αλλού

Ο Άδωνις Γεωργιάδης ζήτησε συγγνώμη από τον Νίκο Ελευθερόγλου.

Καλώς έκανε.

Από εκεί και πέρα, η πολιτική ουσία δεν βρίσκεται στον «μπάφο».

Βρίσκεται στην ερώτηση που προηγήθηκε.

Τι θα συμβεί εάν το 2027 η ΝΔ είναι πρώτη αλλά δεν μπορεί να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση;

Θα αναζητήσει συνεργασία;

Με ποιον;

Με ποιους όρους;

Θα μπορούσε ένας πιθανός κυβερνητικός εταίρος να θέσει ζήτημα πρωθυπουργού;

Θα το συζητούσε η ΝΔ ή θα οδηγούσε τη χώρα ξανά σε εκλογές;

Αυτές είναι πολιτικές ερωτήσεις.

Δεν γνωρίζουμε σήμερα τις απαντήσεις τους.

Αλλά ακριβώς γι’ αυτό υπάρχουν οι δημοσιογράφοι για να τις κάνουν.

Και ίσως η πιο ενδιαφέρουσα φράση ολόκληρης της σημερινής ανάρτησης του Άδωνι Γεωργιάδη να μην είναι καν το:

«Ε, όχι και ο Αρβανίτης».

Είναι το:

«η ΝΔ θα είναι πρώτο κόμμα και μάλιστα με διαφορά».

Γιατί αυτό δεν αποτελεί ακόμη γεγονός.

Αποτελεί πολιτική πεποίθηση ενός υπουργού.

Το γεγονός θα το γράψει η κάλπη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ