Άδωνι, το γράφημα δεν πληρώνει το σούπερ μάρκετ: Από τρεις μακροοικονομικούς δείκτες στο «παγκόσμιο θαύμα» της Ελλάδας

Ο Άδωνις Γεωργιάδης επανέρχεται για να εξηγήσει ότι παρερμηνεύτηκε η περίφημη αναφορά του στην οικονομική πορεία της Ελλάδας.

Και αυτή τη φορά φέρνει μαζί του και γράφημα.

Ανάπτυξη. Ανεργία. Δημόσιο χρέος.

Τρεις δείκτες στους οποίους πράγματι η Ελλάδα έχει καταγράψει σημαντική βελτίωση τα τελευταία χρόνια.

Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.

Τρεις θετικοί μακροοικονομικοί δείκτες δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι μια χώρα αποτελεί «παγκόσμιο παράδειγμα επιτυχίας».

Και κυρίως δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα που ενδιαφέρει τον πολίτη:

Πόσο καλύτερα ζει;

Εκεί που ο Άδωνις έχει δίκιο

Ας ξεκινήσουμε από αυτό, γιατί διαφορετικά η κριτική θα ήταν εξίσου επιλεκτική με εκείνη που καταγγέλλουμε.

Η ελληνική οικονομία πράγματι έχει βελτιώσει σημαντικά τη δημοσιονομική της εικόνα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ανάπτυξη 2,1% για το 2025, ενώ η Eurostat καταγράφει το δημόσιο χρέος στο 146,1% του ΑΕΠ στο τέλος του ίδιου έτους. Μάλιστα, μεταξύ 2024 και 2025 η Ελλάδα σημείωσε τη μεγαλύτερη ετήσια πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ στην ΕΕ, κατά 8,1 ποσοστιαίες μονάδες.

Και η ανεργία έχει πέσει εντυπωσιακά σε σχέση με το 2019. Τα τελευταία διαθέσιμα μηνιαία στοιχεία της Eurostat τη δείχνουν στο 7,9% τον Ιούλιο του 2026.

Αυτά είναι πραγματικές επιτυχίες.

Το πρόβλημα αρχίζει μετά.

Όταν δηλαδή από το «βελτιώθηκαν τρεις δείκτες» περνάμε στο:

«Η Ελλάδα έχει μεταμορφωθεί σε παγκόσμιο παράδειγμα επιτυχίας».

Εδώ πλέον δεν έχουμε στατιστικό συμπέρασμα.

Έχουμε πολιτική ερμηνεία των στατιστικών.

Το πρώτο τέχνασμα: διαλέγουμε τους δείκτες που μας βολεύουν

Ο ίδιος ο υπουργός περιγράφει τι έκανε:

έψαξε ποια εξαετία είχε ταυτόχρονα καλύτερη σχετική επίδοση σε ανάπτυξη, ανεργία και χρέος.

Ωραία.

Γιατί όμως αυτοί οι τρεις;

Γιατί όχι:

πραγματικοί μισθοί, πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, αγοραστική δύναμη, στεγαστικό κόστος, υλική στέρηση, αποταμίευση των νοικοκυριών, παραγωγικότητα, επενδυτικό κενό ή κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σχέση με την ΕΕ;

Εδώ βρίσκεται όλο το παιχνίδι.

Δεν χρειάζεται να παραποιήσεις έναν αριθμό για να δημιουργήσεις μια ευνοϊκή εικόνα.

Αρκεί να επιλέξεις ποιοι αριθμοί θα μπουν στο κάδρο και ποιοι θα μείνουν απ’ έξω.

Και το συγκεκριμένο γράφημα δεν έχει τίτλο:

«Πόσο καλύτερα ζουν οι Έλληνες».

Έχει τίτλο:

«Η πορεία σύγκλισης» σε τρεις συγκεκριμένους δείκτες.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό πράγμα.

Και το ίδιο το γράφημα χαλάει λίγο το αφήγημα

Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.

Ο ίδιος ο Γεωργιάδης αναγκάζεται να διορθώσει προηγούμενη εντύπωσή του:

«Το 2000–2007 υπήρχε επίσης ταυτόχρονη σύγκλιση και στα τρία».

Ακριβώς.

Άρα ο ίδιος ο πίνακας καταρρίπτει οποιαδήποτε εντύπωση ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ιστορικά πρωτοφανές ως προς τον συνδυασμό των τριών μεταβλητών.

Υπήρξε και προηγουμένως.

Αυτό που διαφοροποιεί εντυπωσιακά τη σημερινή περίοδο είναι κυρίως το χρέος.

Και εδώ χρειάζεται η επόμενη μεγάλη υποσημείωση.

Χρέος/ΑΕΠ: τεράστια βελτίωση – αλλά τι ακριβώς μετράμε;

Το ελληνικό δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει πράγματι μειωθεί θεαματικά.

Αλλά ο λόγος χρέος/ΑΕΠ είναι κλάσμα.

Μπορεί να πέσει επειδή μειώνεται το χρέος.

Μπορεί όμως να πέσει και επειδή αυξάνεται γρήγορα ο παρονομαστής — το ονομαστικό ΑΕΠ.

Και στα χρόνια μετά την πανδημία είχαμε ισχυρή πραγματική ανάκαμψη αλλά και υψηλό πληθωρισμό, ο οποίος διόγκωσε το ονομαστικό ΑΕΠ.

Αυτό δεν ακυρώνει τη δημοσιονομική επιτυχία.

Ακυρώνει όμως την απλοϊκή ανάγνωση ότι η πτώση δεκάδων μονάδων του χρέους/ΑΕΠ σημαίνει πως αντίστοιχα εξαφανίστηκαν δεκάδες μονάδες πραγματικού χρέους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Eurostat καταγράφει για το 2025 ελληνικό δημόσιο χρέος περίπου 362,9 δισ. ευρώ, παρά τη μεγάλη πτώση του ως ποσοστού του ΑΕΠ στο 146,1%.

Το ποσοστό έπεσε θεαματικά. Το χρέος δεν εξαφανίστηκε.

Και, παρεμπιπτόντως, ακόμη και μετά από αυτή την εντυπωσιακή αποκλιμάκωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό κάπως δυσκολεύει το «παγκόσμιο παράδειγμα επιτυχίας».

Το πιο προβληματικό όμως δεν βρίσκεται στο γράφημα

Βρίσκεται σε αυτή τη φράση:

«Θα αρχίσουν διάφοροι λαϊκιστές να λένε, “ναι αλλά ο κόσμος περνάει δύσκολα κλπ”».

Εδώ πραγματικά βρίσκεται η πολιτική ουσία ολόκληρης της ανάρτησης.

Διότι από πότε αποτελεί λαϊκισμό η ερώτηση αν η μακροοικονομική βελτίωση φτάνει στο πορτοφόλι του πολίτη;

Αυτό δεν είναι λαϊκισμός.

Είναι ίσως η σημαντικότερη ερώτηση της οικονομικής πολιτικής.

Μπορεί ταυτόχρονα:

η οικονομία να αναπτύσσεται,

η ανεργία να πέφτει,

το χρέος/ΑΕΠ να αποκλιμακώνεται,

και ένα σημαντικό τμήμα των νοικοκυριών να πιέζεται από τρόφιμα, ενοίκια, ενέργεια και γενικότερα το κόστος ζωής.

Δεν υπάρχει καμία οικονομική αντίφαση σε αυτό.

«Πάντα υπήρχαν άνθρωποι που τα καταφέρνουν δυσκολότερα»

Και ακολουθεί ίσως η πιο αποκαλυπτική φράση:

«Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που τα καταφέρνουν δυσκολότερα».

Φυσικά.

Το θέμα όμως δεν είναι αν υπάρχουν ανισότητες.

Το θέμα είναι πόσοι δυσκολεύονται, πόσο δυσκολεύονται και γιατί δυσκολεύονται.

Με αυτή τη λογική θα μπορούσαμε να κλείσουμε σχεδόν κάθε συζήτηση κοινωνικής πολιτικής.

Ακρίβεια;

Πάντα κάποιοι δυσκολεύονται.

Στέγαση;

Πάντα κάποιοι δυσκολεύονται.

Χαμηλοί μισθοί;

Πάντα κάποιοι δυσκολεύονται.

Το ερώτημα για μια κυβέρνηση όμως δεν είναι εάν κατάφερε να εξαφανίσει τις ανισότητες — κάτι προφανώς αδύνατο.

Το ερώτημα είναι εάν η οικονομική πρόοδος μεταφράζεται σε ανάλογη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας.

Και υπάρχει ακόμη μια ειρωνεία

Μόλις πριν λίγες ημέρες η ίδια κυβερνητική επιχειρηματολογία επέμενε —ορθώς— ότι δεν μπορείς να κρίνεις το βιοτικό επίπεδο μιας χώρας από έναν μόνο οικονομικό δείκτη.

Ακριβώς.

Τότε γιατί τώρα μπορούμε να ανακηρύξουμε την Ελλάδα «παγκόσμιο παράδειγμα επιτυχίας» επιλέγοντας τρεις;

Δεν γίνεται τη μία ημέρα να λες:

«μην κοιτάτε έναν δείκτη, η οικονομική πραγματικότητα είναι σύνθετη»

και την επόμενη:

«κοιτάξτε αυτούς τους τρεις δείκτες, αποδεικνύουν το ελληνικό θαύμα».

Η οικονομία είναι σύνθετη και στις δύο περιπτώσεις.

Η Ελλάδα πράγματι έχει προχωρήσει – αλλά αυτό δεν είναι λευκή επιταγή

Η σοβαρή κριτική δεν χρειάζεται να αρνηθεί την πρόοδο.

Η χώρα του 2026 έχει χαμηλότερη ανεργία, καλύτερη δημοσιονομική θέση και πολύ χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ από τα χρόνια της κρίσης.

Η Κομισιόν εξακολουθεί να προβλέπει ανάπτυξη και περαιτέρω αποκλιμάκωση του χρέους.

Αλλά η ίδια εικόνα περιλαμβάνει και κάτι άλλο που δεν χωρά στο πανηγυρικό γράφημα.

Το 146,1% εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο χρέος στην ΕΕ.

Η ανεργία μειώθηκε δραματικά, αλλά δεν εξαφανίστηκε.

Και η ανάπτυξη από μόνη της δεν απαντά στο πώς κατανέμεται το πρόσθετο εισόδημα ούτε στο τι απομένει στο νοικοκυριό μετά τις βασικές δαπάνες.

Αυτή είναι η πραγματική συζήτηση.

Όχι αν η Ελλάδα του 2026 είναι ίδια με την Ελλάδα της χρεοκοπίας.

Προφανώς δεν είναι.

Αλλά πόσο από τη μακροοικονομική επιτυχία έχει μετατραπεί σε καθημερινή ευημερία;

Από το «βελτιωθήκαμε» στο «είμαστε παγκόσμιο πρότυπο» υπάρχει μεγάλη απόσταση

Και εδώ τελικά καταρρέει η υπερβολή.

Ναι, κύριε Γεωργιάδη.

Η Ελλάδα έχει πετύχει σημαντική δημοσιονομική πρόοδο.

Ναι, αναπτύσσεται.

Ναι, η ανεργία έχει μειωθεί θεαματικά.

Ναι, η αποκλιμάκωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ είναι εντυπωσιακή.

Αλλά τίποτε από αυτά δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι η Ελλάδα έγινε «παγκόσμιο παράδειγμα επιτυχίας».

Γιατί η επιτυχία μιας οικονομίας δεν κρίνεται μόνο από το αν βελτιώνεται το Excel του υπουργού.

Κρίνεται τελικά από το αν βελτιώνεται η ζωή του ανθρώπου που ζει μέσα σε αυτή την οικονομία.

Και όταν η απάντηση στην αγωνία αυτού του ανθρώπου είναι ότι «πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που τα καταφέρνουν δυσκολότερα», τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στους αριθμούς.

Βρίσκεται στον τρόπο που επιλέγεις να τους διαβάσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ