Οι δηλώσεις του υπουργού Υγείας για τις αντιδράσεις στην Πάρο, την απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ και το εκλογικό ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας ανοίγουν μια συζήτηση που δεν εξαντλείται στις εντυπωσιακές ατάκες.
Ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου, μια διαμαρτυρία έξω από το Κέντρο Υγείας Πάρου, η αποχώρηση της Αμερικανίδας πρέσβεως και μια αισιόδοξη εκτίμηση για τις επόμενες εκλογές.
Εκ πρώτης όψεως, πρόκειται για διαφορετικά θέματα. Υπάρχει, όμως, ένα κοινό στοιχείο στις τοποθετήσεις του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη: η συζήτηση μεταφέρεται συχνά από την ουσία ενός ζητήματος στην πολιτική εντύπωση που προκαλεί η απάντηση.
Οι δηλώσεις του στον ΑΝΤ1, στις 14 Οκτωβρίου, προσφέρονται για μια προσεκτική εξέταση, όχι επειδή κάθε κυβερνητικός ισχυρισμός είναι αναγκαστικά λανθασμένος, αλλά επειδή αρκετές από τις βεβαιότητες που διατυπώθηκαν δεν συνοδεύονται από τα στοιχεία που θα επέτρεπαν την πλήρη αξιολόγησή τους.
Τα γυαλιά των 1.500 ευρώ και το δικαίωμα στη διαμαρτυρία
Η πιο χαρακτηριστική αναφορά του υπουργού αφορούσε μια γυναίκα που διαμαρτυρήθηκε κατά την επίσκεψή του στην Πάρο.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης στάθηκε στην εμφάνισή της, υποστηρίζοντας ότι φορούσε γυαλιά αξίας 1.500 ευρώ, ενώ διαμαρτυρόταν για την οικονομική δυσκολία των πολιτών.
Ακόμη και αν η εκτίμηση για την αξία των γυαλιών ήταν ακριβής, δεν θα αποτελούσε απάντηση σε ένα παράπονο για την οικονομική κατάσταση ή τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.
Η οικονομική κατάσταση ενός προσώπου δεν αποδεικνύεται από ένα αξεσουάρ. Ούτε η δυνατότητα κάποιου να διαμαρτύρεται εξαρτάται από την αξία των αντικειμένων που φορά.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν τα προβλήματα που καταγγέλλονται υπάρχουν και σε ποιον βαθμό έχουν αντιμετωπιστεί.
Ο υπουργός μπορεί να αντιπαραθέσει στοιχεία για την ανακαίνιση του Κέντρου Υγείας, τον εξοπλισμό του, τις προσλήψεις και τις παρεχόμενες υπηρεσίες.
Αυτή θα ήταν μια απάντηση επί της ουσίας.
Η αναφορά στα γυαλιά της διαμαρτυρόμενης μετατοπίζει τη συζήτηση από το δημόσιο σύστημα υγείας στην προσωπική εικόνα ενός πολίτη.
Η ανακαίνιση ενός Κέντρου Υγείας δεν απαντά σε κάθε ερώτημα για τη λειτουργία του
Ο Άδωνις Γεωργιάδης παρουσίασε την ανακαίνιση του Κέντρου Υγείας Πάρου ως σημαντική παρέμβαση, αναφερόμενος επίσης σε νέες υποδομές και υπηρεσίες.
Οι εργασίες αναβάθμισης ενός Κέντρου Υγείας είναι ασφαλώς σημαντικές και πρέπει να αναγνωρίζονται ως πραγματικό έργο όταν ολοκληρώνονται.
Ωστόσο, η κατάσταση ενός κτιρίου δεν ταυτίζεται με τη συνολική ποιότητα της υγειονομικής περίθαλψης.
Η λειτουργία μιας μονάδας υγείας εξαρτάται επίσης από την επάρκεια του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, τη διαθεσιμότητα ειδικοτήτων, τις εφημερίες, τον εξοπλισμό και την πραγματική πρόσβαση των κατοίκων στις υπηρεσίες.
Επομένως, η ανακαίνιση αποτελεί σημαντικό μέρος της εικόνας, όχι όμως από μόνη της πλήρη απάντηση σε κάθε κριτική.
Αντίστοιχα, οι διαμαρτυρόμενοι οφείλουν να στηρίζουν τις καταγγελίες τους σε πραγματικά περιστατικά και όχι σε ανακριβείς περιγραφές εγκαταστάσεων που έχουν ήδη βελτιωθεί.
Η αξιολόγηση του Κέντρου Υγείας χρειάζεται συγκεκριμένα λειτουργικά στοιχεία και όχι μόνο την αντιπαράθεση μεταξύ υπουργού και διαδηλωτών.
Από τη διαφωνία στη «συμμορία της μιζέριας»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο χαρακτηρισμός που επέλεξε ο υπουργός για τους πολίτες που διαμαρτυρήθηκαν.
Η φράση «συμμορία της μιζέριας» αποτελεί μια ιδιαίτερα φορτισμένη πολιτική έκφραση.
Μπορεί να απευθύνεται, κατά την πρόθεση του υπουργού, σε όσους θεωρεί ότι ασκούν αβάσιμη ή προσχηματική κριτική.
Ωστόσο, όταν χρησιμοποιείται για ανθρώπους που διαμαρτύρονται έξω από μια δημόσια δομή υγείας, δημιουργεί το ερώτημα αν γίνεται επαρκής διάκριση ανάμεσα στην ανακριβή καταγγελία και στη θεμιτή κοινωνική δυσαρέσκεια.
Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να υπερασπίζεται το έργο της. Οι πολίτες έχουν αντίστοιχα δικαίωμα να εκφράζουν τη διαφωνία τους.
Η ένταση μιας διαμαρτυρίας δεν αποδεικνύει την ορθότητα των ισχυρισμών της. Ούτε όμως ένας απαξιωτικός χαρακτηρισμός αποδεικνύει ότι οι διαμαρτυρόμενοι έχουν άδικο.
Η Γκιλφόιλ έφυγε για αμερικανικούς λόγους, αλλά οι συνέπειες αφορούν και την Ελλάδα
Στο ζήτημα της αποχώρησης της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, ο υπουργός υποστήριξε ότι πρόκειται για εξέλιξη που συνδέεται με γεγονότα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η επισήμανση αυτή έχει βάση ως προς την προέλευση της απόφασης.
Σύμφωνα με τα αμερικανικά δημοσιεύματα, η αποχώρησή της ακολούθησε καταγγελίες για ενδεχόμενη ανάρμοστη συμπεριφορά και οικονομικές συναλλαγές. Η ίδια έχει αρνηθεί τις κατηγορίες.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης, πάντως, αναγνώρισε ότι η απουσία πρέσβη με απευθείας πρόσβαση στον Λευκό Οίκο μπορεί να μειώσει τη δυνατότητα άσκησης επιρροής της αμερικανικής διπλωματικής παρουσίας στην Αθήνα.
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση.
Η διμερής σχέση Ελλάδας–ΗΠΑ δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το πρόσωπο ενός πρέσβη. Στηρίζεται σε θεσμούς, συμφωνίες, οικονομικές σχέσεις και στρατηγικά συμφέροντα.
Ταυτόχρονα, η προσωπική πρόσβαση ενός διπλωματικού εκπροσώπου στην αμερικανική ηγεσία μπορεί να επηρεάζει την καθημερινή επικοινωνία και τον τρόπο προώθησης συγκεκριμένων ζητημάτων.
Συνεπώς, οι δύο τοποθετήσεις του υπουργού δεν είναι αναγκαστικά ασύμβατες. Εκείνο που απαιτείται είναι να διευκρινιστεί ποια συγκεκριμένη επιρροή ενδέχεται να περιοριστεί και ποιες θεσμικές δυνατότητες παραμένουν διαθέσιμες.
Η προσωπική σχέση με τον Λευκό Οίκο δεν είναι υποκατάστατο της διπλωματίας
Η συζήτηση για την αποχώρηση Γκιλφόιλ αναδεικνύει και ένα ευρύτερο ερώτημα.
Πόσο πρέπει να εξαρτάται η αποτελεσματικότητα μιας διπλωματικής σχέσης από την προσωπική πρόσβαση ενός πρέσβη στην πολιτική ηγεσία της χώρας του;
Η άμεση επικοινωνία μπορεί να αποτελεί πλεονέκτημα. Ωστόσο, οι διμερείς σχέσεις οφείλουν να διαθέτουν σταθερούς θεσμικούς μηχανισμούς που συνεχίζουν να λειτουργούν ανεξάρτητα από τις αλλαγές προσώπων.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε ζητήματα ενέργειας, άμυνας και περιφερειακής συνεργασίας, στα οποία η Ελλάδα και οι ΗΠΑ έχουν διαμορφώσει μακροχρόνιες σχέσεις.
Η αποχώρηση μιας πρέσβεως δεν συνεπάγεται αυτομάτως αποδυνάμωση της συμμαχίας. Ούτε, όμως, η διαβεβαίωση ότι η συμμαχία είναι ισχυρή αρκεί για να αποτιμήσει τις πρακτικές συνέπειες της αλλαγής.
Το 27% και η υπερβολή της ιστορικής σύγκρισης
Ο υπουργός αναφέρθηκε επίσης στα δημοσκοπικά ποσοστά της Νέας Δημοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι επίδοση της τάξης του 27% στον όγδοο χρόνο διακυβέρνησης είναι ιστορικά εξαιρετική.
Μια τέτοια διατύπωση χρειάζεται συγκεκριμένο μέτρο σύγκρισης.
Ποια κόμματα εξετάζονται; Σε ποιες περιόδους; Πρόκειται για πραγματικά εκλογικά αποτελέσματα ή για δημοσκοπήσεις; Και χρησιμοποιείται η ίδια μέθοδος μέτρησης;
Χωρίς αυτές τις διευκρινίσεις, μια απόλυτη ιστορική σύγκριση δεν μπορεί να αξιολογηθεί με ακρίβεια.
Επιπλέον, η δημοσκοπική επίδοση ενός κόμματος δεν αρκεί για να τεκμηριώσει την προοπτική αυτοδυναμίας.
Η αυτοδυναμία εξαρτάται από το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα, την κατανομή των ψήφων και τον αριθμό των κομμάτων που θα εισέλθουν στη Βουλή.
Η δήλωση του υπουργού ότι η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει την αυτοδυναμία αποτελεί σαφή πολιτικό στόχο.
Δεν αποτελεί πρόβλεψη που μπορεί να θεωρηθεί επιβεβαιωμένη από ένα μεμονωμένο δημοσκοπικό ποσοστό.
Η πολιτική αυτοπεποίθηση και η ανάγκη τεκμηρίωσης
Οι δηλώσεις του Άδωνι Γεωργιάδη κινούνται σε τρία διαφορετικά πεδία: την κυβερνητική διαχείριση της δημόσιας υγείας, τη διπλωματική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την εκλογική στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας.
Σε κάθε περίπτωση, το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό.
Για την Πάρο, χρειάζεται αξιολόγηση των πραγματικών υπηρεσιών που παρέχει το ανακαινισμένο Κέντρο Υγείας, πέρα από τις εντυπώσεις των εγκαινίων.
Για την αμερικανική πρεσβεία, χρειάζεται αποτίμηση των θεσμικών και πρακτικών συνεπειών της αλλαγής προσώπου, χωρίς υπερβολές προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.
Για τις εκλογές, χρειάζεται διάκριση ανάμεσα στον πολιτικό στόχο της αυτοδυναμίας και στα δεδομένα που θα μπορούσαν να τον στηρίξουν.
Η πολιτική αντιπαράθεση είναι αναπόφευκτη. Η τεκμηρίωση, όμως, παραμένει το σημαντικότερο κριτήριο για να ξεχωρίζει κανείς ένα πραγματικό επιχείρημα από μια εντυπωσιακή ατάκα.
Και αυτό ισχύει τόσο για έναν υπουργό που υπερασπίζεται το έργο του όσο και για όσους ασκούν κριτική στις κυβερνητικές επιλογές.



