Μας λένε ότι η ακρίβεια είναι παγκόσμια, αλλά η ευημερία είναι έργο Μητσοτάκη – Η μεγάλη αντίφαση του κυβερνητικού αφηγήματος

Η ενεργειακή κρίση παρουσιάζεται ως εξήγηση για την ακρίβεια, ενώ τα δημοσιονομικά πλεονάσματα, η ανάπτυξη και οι αντοχές της ελληνικής οικονομίας αποδίδονται στην κυβερνητική πολιτική. Το ερώτημα, όμως, παραμένει: γιατί οι διεθνείς συνθήκες χρησιμοποιούνται για να εξηγήσουν τα προβλήματα, αλλά υποχωρούν στο περιθώριο όταν παρουσιάζονται οι επιτυχίες;

Για την ακρίβεια φταίει ο πλανήτης, για τα καλά νέα η κυβέρνηση;

Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση σε ορισμένες παρεμβάσεις που υπερασπίζονται την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Όταν η συζήτηση φτάνει στην ακρίβεια, στις τιμές των καυσίμων, στους λογαριασμούς και στο κόστος ζωής, η εξήγηση αναζητείται σχεδόν αποκλειστικά στις διεθνείς εξελίξεις.

Η ενεργειακή κρίση, οι πόλεμοι, τα προβλήματα των διυλιστηρίων, οι ναύλοι των πλοίων και τα αυξανόμενα επιτόκια παρουσιάζονται ως οι καθοριστικοί παράγοντες.

Όταν όμως η συζήτηση περνά στην ανάπτυξη, στα δημοσιονομικά πλεονάσματα και στις αντοχές της οικονομίας, η διεθνής συγκυρία σχεδόν εξαφανίζεται από την ανάλυση.

Τότε η εξήγηση γίνεται κυρίως πολιτική: η συνετή διαχείριση του Κυριάκου Μητσοτάκη και οι επιλογές του οικονομικού επιτελείου.

Ασφαλώς, και οι δύο παράγοντες μπορούν να έχουν σημασία. Οι διεθνείς συνθήκες επηρεάζουν την οικονομία, όπως την επηρεάζουν και οι κυβερνητικές αποφάσεις.

Αλλά για να είναι αξιόπιστη η αξιολόγηση, πρέπει να χρησιμοποιούνται τα ίδια κριτήρια τόσο για τις επιτυχίες όσο και για τις αποτυχίες.

Δεν αρκεί να αποδίδονται τα δυσάρεστα στο εξωτερικό και τα ευχάριστα αποκλειστικά στο εσωτερικό.

Η παγκόσμια ενεργειακή κρίση είναι πραγματική – Δεν εξηγεί όμως τα πάντα

Το δημοσίευμα επισημαίνει ότι η άνοδος του ενεργειακού κόστους συνδέεται με τη διεθνή αγορά πετρελαίου, τις διαταραχές στη λειτουργία διυλιστηρίων και το αυξημένο κόστος των μεταφορών.

Πρόκειται για παράγοντες που μπορούν πράγματι να επηρεάσουν τις τελικές τιμές.

Ωστόσο, η διεθνής προέλευση μιας ανατίμησης δεν σημαίνει ότι όλες οι χώρες επηρεάζονται με τον ίδιο τρόπο.

Οι διαφορές στη φορολογία, στο διαθέσιμο εισόδημα, στη λειτουργία της αγοράς, στον ανταγωνισμό και στα μέτρα στήριξης μπορούν να καθορίσουν πόσο έντονα αισθάνεται ένας πολίτης την κρίση.

Επομένως, η επίκληση της διεθνούς κατάστασης αποτελεί μέρος της εξήγησης, όχι ολοκληρωμένη απάντηση.

Για να κριθεί η ελληνική πολιτική χρειάζονται συγκρίσεις με άλλες χώρες, αλλά και στοιχεία για την αγοραστική δύναμη, την πραγματική επιβάρυνση των νοικοκυριών και την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.

Το γεγονός ότι η ακρίβεια είναι διεθνές φαινόμενο δεν καταργεί τη δυνατότητα αξιολόγησης των εθνικών πολιτικών.

Η αντιπολίτευση «εργαλειοποιεί» την ακρίβεια ή ασκεί τον θεσμικό της ρόλο;

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η αναφορά ότι η αντιπολίτευση επιχειρεί να εργαλειοποιήσει κομματικά τη δύσκολη κατάσταση.

Η κριτική σε μια κυβέρνηση για το κόστος ζωής δεν αποτελεί από μόνη της εργαλειοποίηση.

Αποτελεί μέρος της πολιτικής αντιπαράθεσης και του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Αν μια αντιπολιτευτική πρόταση είναι οικονομικά ανεφάρμοστη, πρέπει να εξηγηθεί γιατί.

Αν δεν διαθέτει επαρκή χρηματοδότηση, πρέπει να αναδειχθεί το κενό.

Αν υπόσχεται αποτελέσματα που δεν μπορούν να επιτευχθούν, πρέπει να παρουσιαστούν τα σχετικά δεδομένα.

Αυτό είναι ουσιαστική κριτική.

Αντίθετα, η γενική αναφορά σε «μαγικές λύσεις» δεν αρκεί για να απορρίψει συλλήβδην διαφορετικές προτάσεις.

Οι παρεμβάσεις στη φορολογία των καυσίμων, οι στοχευμένες ενισχύσεις, η εποπτεία της αγοράς και η προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών έχουν διαφορετικό δημοσιονομικό κόστος και διαφορετικά πιθανά αποτελέσματα.

Καμία από αυτές δεν εξαφανίζει αυτομάτως την ακρίβεια.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αξίζει να αξιολογηθούν.

«Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει επαρκώς την ακρίβεια» – Μια υπερβολικά απόλυτη διατύπωση

Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι καμία κυβέρνηση σε καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει επαρκώς την ακρίβεια.

Μια τέτοια διατύπωση χρειάζεται προσοχή.

Η πλήρης εξάλειψη των συνεπειών μιας διεθνούς ενεργειακής κρίσης μπορεί πράγματι να είναι ανέφικτη.

Όμως η επάρκεια μιας πολιτικής δεν κρίνεται με βάση το αν εξαφανίζει κάθε ανατίμηση.

Κρίνεται με βάση το πόσο μειώνει την επιβάρυνση, ποιους προστατεύει, πόσο κοστίζει και ποιες παρενέργειες δημιουργεί.

Μια κυβέρνηση μπορεί να περιορίσει αποτελεσματικότερα τις συνέπειες από μια άλλη χωρίς να έχει εξαλείψει το πρόβλημα.

Αυτό ακριβώς είναι το αντικείμενο της συγκριτικής οικονομικής αξιολόγησης.

Τα υπερπλεονάσματα δεν είναι από μόνα τους απόδειξη κοινωνικής ευημερίας

Το δημοσίευμα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στα δημοσιονομικά αποτελέσματα της Ελλάδας.

Τα πλεονάσματα και η δυνατότητα διατήρησης δημοσιονομικών αποθεμάτων μπορούν να ενισχύσουν την αξιοπιστία μιας οικονομίας και να δημιουργήσουν περιθώρια αντιμετώπισης κρίσεων.

Αυτό είναι ένα ουσιαστικό πλεονέκτημα της δημοσιονομικής σταθερότητας.

Ωστόσο, ένα υψηλό πλεόνασμα δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη ότι οι πολίτες ευημερούν.

Η αξιολόγηση χρειάζεται να εξετάζει από πού προέρχονται τα έσοδα, πώς εξελίσσονται οι δημόσιες δαπάνες, ποια είναι η πραγματική αγοραστική δύναμη και ποιες κοινωνικές ανάγκες παραμένουν ακάλυπτες.

Ιδιαίτερα όταν η κατανάλωση επιβαρύνεται από ανατιμήσεις, πρέπει να εξετάζεται και η επίδραση των έμμεσων φόρων στα δημόσια έσοδα.

Η δημοσιονομική επιτυχία και η κοινωνική ευημερία συνδέονται, αλλά δεν είναι ταυτόσημες έννοιες.

Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει ισχυρούς δημοσιονομικούς δείκτες και ταυτόχρονα σημαντικό μέρος των νοικοκυριών να αντιμετωπίζει πίεση στο διαθέσιμο εισόδημά του.

Αν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος, πώς αξιοποιείται;

Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία.

Αν αυτή η δυνατότητα επιβεβαιωθεί, αποτελεί σημαντικό ζήτημα οικονομικής πολιτικής.

Όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχει διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος.

Είναι πώς θα χρησιμοποιηθεί.

Θα κατευθυνθεί σε στοχευμένες ενισχύσεις;

Θα αξιοποιηθεί για προσωρινή μείωση συγκεκριμένων επιβαρύνσεων;

Θα στηρίξει επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν υψηλό ενεργειακό κόστος;

Πώς θα διασφαλιστεί ότι το όφελος θα φτάσει στους τελικούς καταναλωτές;

Και ποιο θα είναι το δημοσιονομικό κόστος κάθε επιλογής;

Η δυνατότητα λήψης μέτρων είναι διαφορετική από τη λήψη τους.

Και η ανακοίνωση ενός μέτρου είναι διαφορετική από την αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητά του.

Η ανάπτυξη μετριέται και στο πορτοφόλι

Η αναφορά σε ανάπτυξη με διπλάσιο ρυθμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αποτελεί ακόμη ένα βασικό στοιχείο του επιχειρήματος.

Η ταχύτερη οικονομική μεγέθυνση μπορεί να δημιουργεί ευκαιρίες, να ενισχύει την απασχόληση και να διευρύνει τις δημοσιονομικές δυνατότητες.

Αλλά ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ δεν αποτυπώνει από μόνος του την κατανομή των ωφελειών.

Χρειάζεται να εξετάζεται η εξέλιξη των πραγματικών μισθών, το κόστος κατοικίας, οι τιμές βασικών αγαθών και η δυνατότητα αποταμίευσης.

Για έναν εργαζόμενο που βλέπει τον μισθό του να αυξάνεται λιγότερο από τις βασικές του δαπάνες, η θετική πορεία του ΑΕΠ δεν αρκεί ως απάντηση.

Αντίστοιχα, η οικονομική ανάπτυξη δεν πρέπει να υποτιμάται επειδή εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα.

Το ζητούμενο είναι να εξετάζονται και τα δύο με πραγματικά δεδομένα.

Η ρήτρα διαφυγής: Το κρίσιμο σημείο που χρειάζεται διευκρίνιση

Το δημοσίευμα καταλήγει με τον ισχυρισμό ότι η Ευρώπη εξετάζει το ενδεχόμενο να επιτρέψει μόνο στην Ελλάδα έκτακτα μέτρα στήριξης λόγω της ενεργειακής κρίσης.

Εδώ χρειάζεται μια ουσιαστική διάκριση.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησε να επεκτείνει για την Ελλάδα τη δημοσιονομική ευελιξία ώστε να καλύπτει συγκεκριμένες επενδύσεις ενεργειακής ασφάλειας.

Η απόφαση αφορά παρεμβάσεις όπως η μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και η ενίσχυση της ενεργειακής ανθεκτικότητας.

Δεν ισοδυναμεί, όμως, με γενική άδεια απεριόριστων επιδοτήσεων για την ακρίβεια.

Μάλιστα, στις 8 Οκτωβρίου είχε γίνει γνωστό ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αποδέχθηκε το ευρύτερο αίτημα Ελλάδας και Ιταλίας για πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία σχετικά με τις άμεσες επιπτώσεις του ενεργειακού πληθωρισμού.

Επομένως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη από εκείνη που δημιουργεί η διατύπωση ότι η Ευρώπη ετοιμάζεται να επιτρέψει «μόνο στην Ελλάδα» έκτακτα μέτρα στήριξης.

Η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει συγκεκριμένη ευελιξία για επενδύσεις ενεργειακής ασφάλειας. Αυτό αποτελεί πραγματική εξέλιξη, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με την ανεμπόδιστη χρηματοδότηση κάθε επιθυμητού μέτρου ανακούφισης των νοικοκυριών.

Η οικονομία έχει ισχυρότερες αντοχές – Αλλά η ακρίβεια παραμένει

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει τη βελτίωση της δημοσιονομικής κατάστασης της Ελλάδας, τη μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ και την πρόοδο σε σημαντικούς οικονομικούς δείκτες.

Αυτές οι εξελίξεις έχουν σημασία και δεν πρέπει να παραγνωρίζονται.

Ταυτόχρονα, στις εαρινές προβλέψεις της για το 2026, η ίδια η Επιτροπή εκτιμούσε ότι η ενεργειακή κρίση θα περιόριζε την ελληνική ανάπτυξη και θα ενίσχυε τον πληθωρισμό.

Η εκτίμηση για τον πληθωρισμό το 2026 ανερχόταν στο 3,7%, ενώ η ανάπτυξη προβλεπόταν στο 1,8%.

Αυτό δείχνει γιατί η συζήτηση χρειάζεται να ξεπεράσει την αντιπαράθεση ανάμεσα στην εικόνα μιας οικονομίας που καταρρέει και στην εικόνα μιας οικονομίας όπου όλα πηγαίνουν εξαιρετικά.

Η Ελλάδα μπορεί να έχει βελτιώσει τη δημοσιονομική της θέση και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις στο κόστος ζωής.

Οι δύο διαπιστώσεις δεν αλληλοαναιρούνται.

Το ερώτημα που δεν απαντάται με υπερπλεονάσματα

Η οικονομική σταθερότητα έχει πραγματική αξία.

Η μείωση του χρέους, η διατήρηση πρόσβασης στις αγορές και η δυνατότητα χρηματοδότησης έκτακτων παρεμβάσεων είναι σημαντικές για μια χώρα που έχει βιώσει την εμπειρία των μνημονίων.

Αλλά η οικονομική πολιτική δεν αξιολογείται μόνο από τις επιδόσεις του κρατικού προϋπολογισμού.

Αξιολογείται και από τη δυνατότητα των ανθρώπων να ανταποκρίνονται στις καθημερινές τους ανάγκες.

Ένας εργαζόμενος δεν πληρώνει το σούπερ μάρκετ με το πρωτογενές πλεόνασμα.

Ένας συνταξιούχος δεν εξοφλεί τον λογαριασμό ρεύματος με τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Και μια οικογένεια δεν αντιμετωπίζει την αύξηση των τιμών απλώς επειδή η οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αυτοί οι δείκτες έχουν σημασία όταν μετατρέπονται σε μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια, επαρκέστερα εισοδήματα και καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες.

Η ουσιαστική συζήτηση, επομένως, δεν είναι αν η ακρίβεια έχει διεθνείς αιτίες ή αν η Ελλάδα έχει βελτιώσει τη δημοσιονομική της θέση. Και τα δύο μπορούν να ισχύουν.

Το ερώτημα είναι πόσο αποτελεσματικά αξιοποιούνται οι διαθέσιμες δυνατότητες για την προστασία των πολιτών.

Και σε αυτό το ερώτημα δεν αρκεί η επίκληση ούτε της παγκόσμιας κρίσης ούτε της κυβερνητικής επιτυχίας.

Χρειάζονται συγκεκριμένα, μετρήσιμα αποτελέσματα.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ