Η ανεργία στην Ελλάδα έπεσε στο 7,4% τον Αύγουστο του 2026 και αυτό αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική θετική εξέλιξη.
Ούτε ο αριθμός αμφισβητείται ούτε μπορεί η μεταβολή να αποδοθεί απλώς σε κάποιο στατιστικό τέχνασμα.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τον Αύγουστο υπήρχαν 4.410.105 απασχολούμενοι, 350.800 άνεργοι και 2.943.171 άτομα κάτω των 75 ετών εκτός εργατικού δυναμικού.
Σε σχέση με τον Αύγουστο του 2025 οι απασχολούμενοι αυξήθηκαν κατά 85.042, οι άνεργοι μειώθηκαν κατά 67.181 και τα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού μειώθηκαν κατά 60.682.
Επομένως η πτώση της ανεργίας είναι πραγματική.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό:
Αρκεί το 7,4% για να περιγράψει την κατάσταση της ελληνικής αγοράς εργασίας;
Και εδώ η εικόνα γίνεται αρκετά πιο σύνθετη.
Ναι, είναι χαμηλό 18ετίας – αλλά τι ακριβώς μετρά η ανεργία;
Το ποσοστό ανεργίας δεν υπολογίζει πόσοι άνεργοι υπάρχουν ως ποσοστό ολόκληρου του πληθυσμού.
Υπολογίζει πόσοι άνεργοι υπάρχουν μέσα στο εργατικό δυναμικό, δηλαδή μεταξύ εκείνων που εργάζονται και εκείνων που δεν εργάζονται αλλά πληρούν τις προϋποθέσεις για να θεωρούνται ενεργά άνεργοι.
Γι’ αυτό διεθνώς η εικόνα της αγοράς εργασίας δεν αξιολογείται μόνο από την ανεργία.
Εξετάζεται παράλληλα το ποσοστό απασχόλησης, η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό, η υποαπασχόληση, οι αμοιβές και άλλοι δείκτες.
Και εδώ εμφανίζεται το πρώτο μεγάλο «αλλά».
Ελλάδα: τρίτη από το τέλος στην ΕΕ στο ποσοστό απασχόλησης
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το ποσοστό απασχόλησης στις ηλικίες 20-64 στην Ευρωπαϊκή Ένωση έφθασε στο 76,1%.
Στην Ελλάδα;
71%.
Χαμηλότερο ποσοστό είχαν μόνο η Ιταλία, με 67,6%, και η Ρουμανία, με 69%.
Με άλλα λόγια, την ίδια στιγμή που σήμερα δικαιολογημένα μιλάμε για θεαματική αποκλιμάκωση της ανεργίας, τα τελευταία πλήρη συγκρίσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να ξεκινά από πολύ χαμηλή θέση ως προς το ποσοστό του πληθυσμού εργασιακής ηλικίας που πράγματι εργάζεται.
Αυτό δεν αναιρεί το 7,4%.
Το βάζει όμως σε πολύ διαφορετικό πλαίσιο.
Το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο στις γυναίκες
Το άρθρο ορθώς επισημαίνει ότι η ανεργία των γυναικών μειώθηκε στο 10,3%.
Πράγματι πρόκειται για σημαντική πρόοδο.
Αλλά η Eurostat δείχνει και την άλλη πλευρά.
Το 2025 το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών στην ΕΕ ήταν 71,3%.
Στην Ελλάδα ήταν μόλις 62,3%.
Χαμηλότερα βρίσκονταν μόνο η Ιταλία και η Ρουμανία.
Παράλληλα, η διαφορά στο ποσοστό απασχόλησης ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα έφθανε τις 17,4 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 9,6 μονάδων στην ΕΕ.
Άρα η πτώση της γυναικείας ανεργίας είναι σημαντική.
Η απόσταση όμως που έχει ακόμη να καλύψει η Ελλάδα στην πραγματική συμμετοχή των γυναικών στην απασχόληση παραμένει μεγάλη.
Το δεύτερο ερώτημα: δουλειά με τι μισθό;
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη σημαντικότερο.
Η επιτυχία μιας αγοράς εργασίας δεν εξαντλείται στο αν ένας άνθρωπος έχει δουλειά.
Έχει σημασία και πόσο αμείβεται γι’ αυτήν.
Και εδώ η ευρωπαϊκή σύγκριση είναι δύσκολη για την Ελλάδα.
Στα τελευταία διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat για το 2024, ο μέσος ετήσιος προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης στην ΕΕ ήταν:
39.800 ευρώ.
Στην Ελλάδα:
18.000 ευρώ.
Ήταν ο δεύτερος χαμηλότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά τη Βουλγαρία των 15.400 ευρώ.
Χρειάζεται βέβαια προσοχή: πρόκειται για ονομαστική σύγκριση και όχι για δείκτη προσαρμοσμένο στο διαφορετικό κόστος ζωής κάθε χώρας.
Αλλά η απόσταση παραμένει τεράστια.
Έτσι προκύπτει μια πολύ διαφορετική ανάγνωση:
η Ελλάδα έχει κάνει μεγάλη πρόοδο στο πόσοι βρίσκουν δουλειά, αλλά η συζήτηση για το τι δουλειά βρίσκουν και με ποια αμοιβή παραμένει ανοιχτή.
Και δουλεύουμε περισσότερες ώρες από όλους στην ΕΕ
Υπάρχει ακόμη ένα εντυπωσιακό στοιχείο.
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 ο μέσος πραγματικός χρόνος εργασίας στην ΕΕ ήταν 35,9 ώρες την εβδομάδα.
Στην Ελλάδα:
39,6 ώρες.
Ήταν η υψηλότερη επίδοση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και τα στοιχεία γίνονται ακόμη πιο χαρακτηριστικά αν εξεταστούν οι πολύ μεγάλες εβδομάδες εργασίας.
Στο δεύτερο τρίμηνο του 2025, το 20,9% των εργαζομένων στην Ελλάδα εργαζόταν περισσότερες από 45 ώρες την εβδομάδα στο σύνολο κύριας και δεύτερης εργασίας.
Ήταν και πάλι το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.
Άρα έχουμε ένα ενδιαφέρον παράδοξο:
πολύ χαμηλότερες αμοιβές από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και ταυτόχρονα περισσότερες ώρες εργασίας.
Και αυτό αποτελεί κρίσιμο κομμάτι της ποιότητας της απασχόλησης που το ποσοστό ανεργίας από μόνο του δεν μπορεί να αποτυπώσει.
Η ανεργία πέφτει – αλλά η οικονομική δυσκολία δεν εξαφανίζεται
Υπάρχει και ένας ακόμη δείκτης που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το 27,5% του πληθυσμού της Ελλάδας βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 20,9%.
Η Ελλάδα είχε το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία με 29%.
Προφανώς αυτός ο δείκτης δεν αποτελεί μέτρηση της ανεργίας και δεν πρέπει να συγχέεται με αυτήν.
Δείχνει όμως κάτι πολύ σημαντικό:
η αύξηση της απασχόλησης δεν μεταφράζεται αυτομάτως και με την ίδια ταχύτητα σε οικονομική ασφάλεια για τα νοικοκυριά.
Και τι γίνεται με τα σχεδόν 3 εκατομμύρια εκτός εργατικού δυναμικού;
Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει τον Αύγουστο 2.943.171 ανθρώπους κάτω των 75 ετών εκτός εργατικού δυναμικού.
Προσοχή όμως και εδώ.
Θα ήταν λάθος να παρουσιαστούν όλοι αυτοί ως «κρυφοί άνεργοι».
Στην κατηγορία περιλαμβάνονται άνθρωποι που δεν εργάζονται και δεν αναζητούν ενεργά εργασία για πολλούς διαφορετικούς λόγους: φοιτητές, συνταξιούχοι, άνθρωποι με οικογενειακές υποχρεώσεις και άλλες ομάδες.
Μάλιστα ο αριθμός τους μειώθηκε κατά περίπου 60.700 μέσα σε έναν χρόνο, κάτι που αποτελεί θετική εξέλιξη.
Υπάρχει όμως διεθνώς ένας ευρύτερος δείκτης που ακριβώς γι’ αυτό χρησιμοποιεί η Eurostat: το labour market slack, δηλαδή το ανεκμετάλλευτο εργατικό δυναμικό.
Περιλαμβάνει όχι μόνο τους επίσημα ανέργους αλλά και υποαπασχολούμενους μερικής απασχόλησης, ανθρώπους διαθέσιμους για εργασία που δεν αναζητούν και όσους αναζητούν αλλά δεν είναι άμεσα διαθέσιμοι.
Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που ένας μόνο αριθμός δεν μπορεί να περιγράψει ολόκληρη την αγορά εργασίας.
Η σύγκλιση με την Ευρώπη είναι πραγματική – αλλά όχι ολοκληρωμένη
Υπάρχει επομένως μια αλήθεια που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στην πολιτική αντιπαράθεση:
η Ελλάδα έχει πετύχει πολύ μεγάλη μείωση της ανεργίας.
Από 14,1% τον Αύγουστο του 2021 πήγε στο 7,4% τον Αύγουστο του 2026.
Παράλληλα, οι απασχολούμενοι αυξήθηκαν από 4,039 εκατομμύρια σε 4,410 εκατομμύρια.
Δηλαδή περίπου 371.000 περισσότεροι άνθρωποι εργάζονται σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2021.
Αυτό είναι πραγματικό επίτευγμα της ελληνικής οικονομίας και δεν χρειάζεται να υποβαθμιστεί για να γίνει κριτική στην κατάσταση της αγοράς εργασίας.
Αλλά υπάρχει και η άλλη πραγματικότητα.
Στα τελευταία πλήρη συγκρίσιμα στοιχεία η Ελλάδα είχε:
71% ποσοστό απασχόλησης, έναντι 76,1% στην ΕΕ.
18.000 ευρώ μέσο ετήσιο προσαρμοσμένο μισθό πλήρους απασχόλησης, έναντι 39.800 ευρώ στην ΕΕ.
39,6 πραγματικές ώρες εργασίας εβδομαδιαίως, τις περισσότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Και 27,5% του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, έναντι 20,9% στην ΕΕ.
Άρα ποια είναι η πραγματική εικόνα;
Ούτε «η ανεργία δεν μειώθηκε».
Μειώθηκε και μάλιστα εντυπωσιακά.
Ούτε όμως «7,4%, άρα λύθηκε το πρόβλημα της εργασίας».
Το επόμενο στοίχημα είναι πολύ δυσκολότερο από τη μείωση ενός ποσοστού.
Είναι να μετατραπούν οι περισσότερες θέσεις εργασίας σε περισσότερο πραγματικό εισόδημα, υψηλότερη παραγωγικότητα, μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην εργασία και καλύτερες συνθήκες απασχόλησης.
Γιατί μια χώρα μπορεί να πλησιάζει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην ανεργία και ταυτόχρονα να απέχει σημαντικά από αυτόν στους μισθούς, στο ποσοστό απασχόλησης και στις συνθήκες διαβίωσης.
Το 7,4% είναι λοιπόν μια πραγματική επιτυχία ενός συγκεκριμένου δείκτη.
Δεν είναι όμως από μόνο του πιστοποιητικό ότι η ελληνική αγορά εργασίας έφτασε εκεί όπου πρέπει.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη λεπτομέρεια πίσω από τον πανηγυρικό αριθμό.



