Ο Σαμαράς μπορεί να πάρει 2,9%. Το πρόβλημα για τον Μητσοτάκη είναι ότι δεν χρειάζεται να πάρει περισσότερο

Μπορεί ο Αντώνης Σαμαράς, εφόσον τελικά δημιουργήσει νέο κόμμα, να πάρει 2,9%. Μπορεί να πάρει περισσότερο. Μπορεί και λιγότερο.

Αυτό όμως είναι το λάθος ερώτημα.

Γιατί το πραγματικό πολιτικό ερώτημα δεν είναι αν ένα κόμμα Σαμαρά θα σαρώσει στις εκλογές. Είναι πόση ζημιά μπορεί να προκαλέσει στη Νέα Δημοκρατία και προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη ακόμη και χωρίς να σαρώσει.

Και όσο περνά ο χρόνος, ο πρώην πρωθυπουργός δείχνει να έχει καταλάβει κάτι πολύ καλά: δεν έχει κανέναν λόγο να βιαστεί.

Το Μαξίμου, αντιθέτως, έχει.

Ο Σαμαράς τούς αφήνει να περιμένουν

Εδώ και μήνες το ίδιο ερώτημα επιστρέφει ξανά και ξανά:

Θα κάνει κόμμα ο Σαμαράς;

Θα το ανακοινώσει τώρα; Θα το ανακοινώσει αργότερα; Έχει ανθρώπους; Έχει ψηφοδέλτια; Πόσο θα πάρει; Θα μπει στη Βουλή; Θα κόψει ψήφους από τη ΝΔ;

Και ο Σαμαράς;

Δεν απαντά.

Ή, ακριβέστερα, απαντά όταν και όπως θέλει ο ίδιος.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επικοινωνιακό πλεονέκτημα που έχει αποκτήσει απέναντι στο Μέγαρο Μαξίμου.

Δεν επιτρέπει στην κυβέρνηση να ορίσει τον χρόνο.

Αντί να ανακοινώσει ένα κόμμα μήνες πριν από τις εκλογές και να μπει αμέσως στη δημοσκοπική κρεατομηχανή, αφήνει το ενδεχόμενο να αιωρείται.

Και όσο αιωρείται, η Νέα Δημοκρατία είναι υποχρεωμένη να το συζητά.

Και κάθε τόσο εμφανίζεται ένα βίντεο

Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Σαμαράς, ένας πολιτικός που ουδέποτε θεωρήθηκε χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγχρονης επικοινωνίας μέσω των social media, φαίνεται να έχει βρει ένα format που του ταιριάζει.

Μικρά βίντεο.

Απλή γλώσσα.

Μία ατάκα.

Και τέλος.

Δεν χρειάζεται δεκαπεντάλεπτη πολιτική ομιλία ούτε πολυσέλιδη ανακοίνωση.

Το τελευταίο παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό.

Του αποδίδεται ότι θέλει να δημιουργήσει κόμμα μόνο και μόνο για να χάσουν τις καρέκλες τους ο Μητσοτάκης και υπουργοί της κυβέρνησης.

Και απαντά:

«Εμένα δε με νοιάζει ποιος θα χάσει την καρέκλα του. Το μόνο που με νοιάζει είναι να μην χάσει η Ελλάδα».

Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί μαζί του.

Επικοινωνιακά όμως η απάντηση είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστεί.

Διότι μεταφέρει αμέσως τη συζήτηση από το προσωπικό στο πολιτικό:

Δεν σας πολεμάω για τις καρέκλες σας, λέει ουσιαστικά. Σας πολεμάω επειδή θεωρώ ότι κάνετε ζημιά στη χώρα.

Και άντε τώρα να απαντήσεις σε αυτό χωρίς να ξανανοίξεις τη συζήτηση.

Το 2,9% μπορεί να είναι αρκετό

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που όσοι ειρωνεύονται τα πιθανά ποσοστά ενός κόμματος Σαμαρά αποφεύγουν να συζητήσουν.

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι παίρνει πράγματι 2,9%.

Και;

Αν σημαντικό μέρος αυτού του ποσοστού προέρχεται από ψηφοφόρους που διαφορετικά θα ψήφιζαν Νέα Δημοκρατία, τότε για τον Κυριάκο Μητσοτάκη το πρόβλημα παραμένει.

Στις εκλογές δεν έχει σημασία μόνο πόσο παίρνει εκείνος που σου επιτίθεται.

Έχει σημασία πόσο σου αφαιρεί.

Εάν μια ΝΔ που παλεύει να συγκρατήσει τις απώλειές της χάσει ακόμη δύο ή τρεις μονάδες προς τα δεξιά της, η πολιτική επίπτωση μπορεί να είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από την κοινοβουλευτική δύναμη του κόμματος που θα τις πάρει.

Άρα το «θα πάρει 2,9%» δεν είναι αναγκαστικά επιχείρημα εναντίον του Σαμαρά.

Μπορεί κάλλιστα να είναι επιχείρημα για το πρόβλημα που μπορεί να δημιουργήσει στον Μητσοτάκη.

Ο χρόνος αυτή τη στιγμή δουλεύει διαφορετικά για τους δύο

Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο.

Ο Μητσοτάκης κυβερνά.

Κάθε μήνας που περνά σημαίνει ακρίβεια, καθημερινότητα, κυβερνητική φθορά, δύσκολες δηλώσεις υπουργών, υποθέσεις που επανέρχονται και νέες πολιτικές συγκρούσεις.

Ο Σαμαράς δεν κυβερνά.

Δεν χρειάζεται καθημερινά να απολογείται για την τιμή στο σούπερ μάρκετ, για τα καύσιμα, για τα νοσοκομεία ή για μια ατυχή δήλωση κάποιου κυβερνητικού στελέχους.

Μπορεί να περιμένει.

Να επιλέγει το θέμα.

Να επιλέγει τη στιγμή.

Και να χτυπά.

Αυτό δημιουργεί μια εξαιρετικά ασύμμετρη πολιτική σχέση.

Όσο καθυστερούν οι εκλογές, αυξάνεται το ρίσκο

Κανείς δεν μπορεί σήμερα να γνωρίζει με βεβαιότητα ούτε πότε ακριβώς θα γίνουν οι επόμενες εκλογές ούτε ποιο θα είναι τότε το πολιτικό περιβάλλον.

Υπάρχει όμως μια απλή πραγματικότητα.

Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση μέχρι τις κάλπες, τόσο περισσότερα γεγονότα μπορούν να συμβούν.

Και μια κυβέρνηση που βρίσκεται ήδη αρκετά χρόνια στην εξουσία έχει συνήθως περισσότερα να χάσει από έναν πολιτικό αντίπαλο ο οποίος περιμένει έξω από το κυβερνητικό σύστημα.

Αυτό ακριβώς κάνει σήμερα ο Σαμαράς.

Περιμένει.

Και όσο εκείνος περιμένει, οι υπόλοιποι αναρωτιούνται τι θα κάνει.

Το παράδοξο της υπόθεσης

Το μεγαλύτερο παράδοξο είναι ότι ένα μέρος του μητσοτακικού στρατοπέδου ίσως κάνει μόνο του τη μισή επικοινωνιακή δουλειά του Σαμαρά.

Κάθε φορά που κάποιος εμφανίζεται για να εξηγήσει ότι «ο Σαμαράς τελείωσε», ότι «δεν έχει κόσμο», ότι «θα πάρει 2%», ότι «δεν πρόκειται να κάνει κόμμα», το όνομά του επιστρέφει στην πολιτική συζήτηση.

Και εκείνος δεν χρειάζεται να απαντά καθημερινά.

Μπορεί να περιμένει μέχρι να βρει την κατάλληλη ατάκα.

Να ανεβάσει ένα βίντεο.

Και να ξαναρχίσει η συζήτηση από την αρχή.

Γι’ αυτό το πραγματικό πρόβλημα του Μαξίμου δεν είναι σήμερα εάν ο Αντώνης Σαμαράς θα πάρει 2,9%, 5% ή περισσότερο.

Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει ακόμη πόσο θα πάρει, πότε θα κινηθεί και πόσο από αυτό το ποσοστό θα αφαιρεθεί από τη Νέα Δημοκρατία.

Και μέχρι να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, ο Σαμαράς έχει ένα προνόμιο που στην πολιτική αξίζει πολύ:

κρατά τον χρόνο της κίνησής του στα δικά του χέρια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ