Υπάρχουν σχόλια που ασκούν κριτική. Υπάρχουν σχόλια που διαφωνούν έντονα. Και υπάρχουν και σχόλια που ξεκινούν από το «δεν μου αρέσει ένα έργο» και, μέσα σε λίγες γραμμές, καταλήγουν σε «μίζες», «ρεμούλες», «εύκολη κονόμα», «τσέπωσε φράγκα» και «λαμόγια».
Το συγκεκριμένο ανήκει ξεκάθαρα στην τρίτη κατηγορία.
Και επειδή εγκαλεί ευθέως και το Kefalonia Magazine επειδή παρουσιάσαμε θετικά την ανάπλαση της μικρής πλατείας στη συμβολή των οδών Παναγή Βεργωτή και Μαρίνου Κοργιαλένια, αξίζει να απαντήσουμε. Όχι επειδή μας ενοχλεί η διαφωνία. Αλλά επειδή κάποια στιγμή πρέπει να ξεχωρίσουμε την κριτική από τη λάσπη.
«Ο κόσμος σάς κράζει»
Ας ξεκινήσουμε από αυτό.
Και λοιπόν;
Από πότε η δημοσιογραφική άποψη καθορίζεται με καταμέτρηση σχολίων στο Facebook;
Αν 20, 50 ή 100 άνθρωποι γράψουν κάτω από μια ανάρτηση ότι δεν τους αρέσει ένα έργο, εμείς οφείλουμε να αλλάξουμε αυτό που βλέπουμε και να γράψουμε ότι δεν μας αρέσει;
Αυτό θα ήταν δημοσιογραφία ή διαγωνισμός δημοφιλίας;
Εμείς δημοσιεύσαμε τις φωτογραφίες. Ο αναγνώστης μπορεί να δει τον χώρο και να σχηματίσει μόνος του άποψη.
Εμείς θεωρούμε ότι η σημερινή εικόνα αποτελεί αναβάθμιση σε σχέση με την προηγούμενη.
Κάποιος άλλος θεωρεί ότι αποτελεί «τσιμεντοεξάμβλωμα».
Σεβαστό.
Δεν υπάρχει Ανώτατο Δικαστήριο Αισθητικής που θα αποφασίσει ποιος από τους δύο έχει δίκιο.
Αλλά το γεγονός ότι κάποιοι διαφωνούν μαζί μας δεν δημιουργεί καμία υποχρέωση να προσποιηθούμε ότι συμφωνούμε μαζί τους.
Ακριβώς το αντίθετο.
Το «δεν μου αρέσει» έγινε ξαφνικά «μίζα»
Και κάπου εδώ αρχίζουν τα πραγματικά προβλήματα του σχολίου.
Διαβάζουμε:
«Μίζα, προχειρότητα, ρεμούλα και εύκολη κονόμα».
Και λίγο παρακάτω:
«κάποιος αρχιτέκτονας – πολιτικός μηχανικός (…) το σχεδίασε, τσέπωσε φράγκα».
Συγγνώμη, αλλά αυτά δεν είναι αρχιτεκτονική κριτική.
Είναι συγκεκριμένοι υπαινιγμοί περί οικονομικής διαφθοράς.
Οπότε τα πράγματα γίνονται πολύ απλά.
Ποιος πήρε τη μίζα;
Ποιος έκανε τη ρεμούλα;
Πόσα χρήματα «τσέπωσε»;
Ποια διαδικασία ήταν παράνομη;
Ποιο τιμολόγιο ήταν πλαστό;
Ποια δαπάνη ήταν εικονική;
Ποια σύμβαση έκρυβε την «κονόμα»;
Αν υπάρχουν στοιχεία, εδώ είμαστε.
Να μας σταλούν.
Και όχι μόνο θα τα διαβάσουμε, αλλά εφόσον τεκμηριώνονται θα τα ερευνήσουμε δημοσιογραφικά.
Αν όμως δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο, τότε έχουμε κάτι πολύ διαφορετικό:
Δεν μας αρέσει η πλατεία → άρα κάποιος τα πήρε.
Αυτό δεν είναι αποδόμηση ενός έργου.
Είναι αποδόμηση της κοινής λογικής.
Η αισθητική δεν αποτελεί αποδεικτικό διαφθοράς
Ας κάνουμε λοιπόν μια στοιχειώδη διάκριση.
Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι χρησιμοποιήθηκε υπερβολικά πολύ σκληρό υλικό.
Μπορεί να ήθελε περισσότερο πράσινο.
Μπορεί να προτιμούσε διαφορετικά φωτιστικά, διαφορετικές φυτεύσεις, διαφορετικό αστικό εξοπλισμό.
Μπορεί να θεωρεί συνολικά αποτυχημένο τον σχεδιασμό.
Όλα αυτά αποτελούν απολύτως νόμιμη και θεμιτή κριτική.
Αλλά από κανένα από αυτά δεν προκύπτει ότι κάποιος «τσέπωσε φράγκα».
Αν ίσχυε αυτή η λογική, κάθε κτίριο που θεωρούμε άσχημο θα αποτελούσε απόδειξη χρηματισμού του αρχιτέκτονα και κάθε δημόσιο έργο που δεν μας αρέσει θα ήταν αυτομάτως οικονομικό σκάνδαλο.
Προφανώς είναι παράλογο.
Και ποιο ακριβώς είναι το έγκλημά μας;
Ότι γράψαμε πως η πλατεία «άλλαξε εικόνα» και ότι μια γειτονιά «αναβαθμίστηκε».
Ας κοιτάξει λοιπόν ο καθένας τη φωτογραφία.
Και κυρίως ας συγκρίνει το πριν με το μετά.
Αν κάποιος βλέπει το αποτέλεσμα και προτιμά την προηγούμενη κατάσταση, δικαίωμά του.
Εμείς δεν την προτιμάμε.
Τόσο απλά.
Δεν χρειάζεται ούτε να απολογηθούμε ούτε να ζητήσουμε την άδεια των σχολίων του Facebook για να το γράψουμε.
Και μια ερώτηση: αν το είχαμε «θάψει», θα ήμασταν ξαφνικά ανεξάρτητοι;
Εδώ βρίσκεται και η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά αυτής της νοοτροπίας.
Αν γράψεις κάτι θετικό για ένα έργο του Δήμου:
«Κάτι παίρνεις».
Αν γράψεις κάτι αρνητικό:
«Μπράβο, ανεξάρτητη δημοσιογραφία».
Δηλαδή η ανεξαρτησία ενός Μέσου αποδεικνύεται μόνο όταν γράφει αυτά που θέλει να διαβάσει ο επικριτής της Δημοτικής Αρχής;
Τι βολικό!
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα:
Αυτό ακριβώς θα ήταν εξάρτηση.
Απλώς από την απέναντι πλευρά.
Εμείς έχουμε πολύ απλούστερο κανόνα.
Όταν θεωρούμε ότι ο Δήμος κάνει κάτι σωστό, θα το γράφουμε.
Όταν θεωρούμε ότι κάνει κάτι λάθος, θα το γράφουμε επίσης.
Και όταν υπάρχουν στοιχεία για σοβαρές ευθύνες, θα τα δημοσιεύουμε.
Δεν πρόκειται όμως να ανακαλύπτουμε «σκάνδαλα» επειδή κάποιος δεν ενθουσιάστηκε με τα πλακάκια μιας πλατείας.
Και φτάσαμε μέχρι το… Σουδάν
Το σχόλιο μας ενημερώνει μάλιστα ότι:
«σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του πλανήτη ακόμα και στο Σουδάν θα θεωρούνταν προσβολή για τη νοημοσύνη του μέσου πολίτη».
Εδώ πλέον εγκαταλείπουμε την πολεοδομία και περνάμε στη διεθνή συγκριτική αρχιτεκτονική.
Δεν γνωρίζουμε ποια μελέτη συνέκρινε τη συγκεκριμένη μικρή πλατεία του Αργοστολίου με τους δημόσιους χώρους περίπου 190 χωρών ώστε να προκύψει ότι είναι χειρότερη από όλους.
Ούτε χρειάζεται.
Η υπερβολή είναι προφανής.
Μετά έρχονται και τα Τίρανα.
Και πολύ καλά κάνει όποιος θεωρεί ότι τα Τίρανα διαθέτουν παραδείγματα δημόσιου χώρου που αξίζει να μελετήσουμε. Οι καλές πρακτικές δεν έχουν εθνικότητα.
Αλλά ακόμη κι αν η συγκεκριμένη πλατεία ήταν η ασχημότερη πλατεία ολόκληρης της Ευρώπης, πάλι δεν θα αποδείκνυε ούτε μία μίζα.
Αυτό φαίνεται να χάνεται μέσα στον θυμό.
Το πιο εύκολο πράγμα είναι να τους βαφτίσουμε όλους «λαμόγια»
Υπάρχει, τέλος, κάτι πολύ βαθύτερο και πολύ πιο προβληματικό.
Η λογική:
δημόσιο έργο → δεν μου αρέσει → κάποιος τα πήρε → όλοι ίδιοι είναι → όλοι λαμόγια.
Αυτό δεν ελέγχει την εξουσία.
Την απαλλάσσει.
Γιατί όταν πραγματικά υπάρξει υπόθεση κακοδιαχείρισης, διαφθοράς ή σπατάλης δημοσίου χρήματος, η σοβαρή καταγγελία χάνεται μέσα στον θόρυβο των ανθρώπων που φωνάζουν «μίζα» για οτιδήποτε δεν τους αρέσει.
Και τότε οι πραγματικές υποθέσεις αντιμετωπίζονται σαν άλλη μία κραυγή στο Facebook.
Η διαφθορά δεν αποκαλύπτεται με κεφαλαία γράμματα. Αποκαλύπτεται με έγγραφα, αριθμούς, συμβάσεις και αποδείξεις.
Εμείς, λοιπόν, επιμένουμε
Ναι.
Θεωρούμε ότι ο συγκεκριμένος χώρος αναβαθμίστηκε.
Και γνωρίζουμε ότι κάποιοι διαφωνούν.
Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.
Μπορούν να μας «κράξουν», να γράψουν ότι η πλατεία είναι άσχημη, ότι ήθελαν περισσότερο πράσινο, ότι διαφωνούν με τη φιλοσοφία της παρέμβασης.
Όλα δημοσιεύσιμα και όλα θεμιτά.
Αλλά όταν περνάμε από το «δεν μου αρέσει» στο «μίζα – ρεμούλα – τσέπωσε φράγκα – λαμόγια», αλλάζουν οι κανόνες.
Τότε χρειάζονται στοιχεία.
Και μέχρι να εμφανιστούν αυτά τα στοιχεία, υπάρχει μια απάντηση εξαιρετικά απλή:
Η αισθητική είναι άποψη.
Η μίζα είναι κατηγορία.
Και όποιος διατυπώνει το δεύτερο, καλό είναι να διαθέτει κάτι περισσότερο από το πρώτο.



