Το Αργοστόλι αποτελεί την πρωτεύουσα της Κεφαλονιάς και υπήρξε χαρακτηριστικό δείγμα παραδοσιακής αστικής Επτανησιακής αρχιτεκτονικής. Δυστυχώς οι μεγάλοι σεισμοί του 1953 κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τον αστικό του ιστό, ενώ η ανοικοδόμηση τόσο των δημοσίων όσο και αρκετών ιδιωτικών κτιρίων έγινε στα πρότυπα της μοντέρνας (ή μοντερνίζουσας αρχιτεκτονικής).

Στις δεκαετίες του 1960 και 1970 το Αργοστόλι δεν κατάφερε να ξεφύγει από τη γενική τάση ανοικοδόμησης. Ωστόσο, οι πρωτοβουλίες του Αντώνη Τρίτση και η φιλόδοξη Επιχείρηση Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης (ΕΠΑ), επιτρέπουν τόσο την εκπόνηση και έγκριση του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (ΓΠΣ) όσο και ζώνες προστασίας που περιορίζουν τη δόμηση.

Το Αργοστόλι μετά τους σεισμούς του 1953.

Παρά τη μερική εφαρμογή των σχεδίων ( λ.χ. οι μελέτες αρχιτεκτονικής τοπίου σε Κούταβο, πλημμελής εφαρμογή χρήσεων γης) καθώς και τις καταστρατηγήσεις οι οποίες έγιναν -χαρακτηριστικό το παράδειγμα με τι οξείες στέγες- το Αργοστόλι διατηρεί ένα επίπεδο σαφώς ανώτερο του μέσου όρου που συναντούμε στις ελληνικές πόλεις. Αρκεί όμως αυτό με δεδομένη την γεωμετρική συμβολή του τουρισμού στην τοπική οικονομία αλλά και τις προκλήσεις που θα βρουν μπροστά τους οι ελληνικές πόλεις στο ορατό μέλλον;

Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί μια πόλη σαν το Αργοστόλι, να λειτουργήσει ως πιλότος ενός σχεδίου που θα έχει ως στόχο την αισθητική αναβάθμιση του αστικού τοπίου και την ανάδειξή του σε πόλο έλξης και τουριστικής ανάπτυξης, αποκαθιστώντας παράλληλα το τεράστιο τραύμα των σεισμών του 1953 που παραμένει κεντρικό στο συλλογικό υποσυνείδητο των Κεφαλλονιτών.

Φυσικά το ζήτημα του αν πρέπει να ανατρέχουμε στο παρελθόν και να ανακατασκευάζουμε παλαιά κτίρια ή το να προχωρούμε σε νέες κατασκευές είναι τόσο παλιό όσο και η ίδια η αρχιτεκτονική και στον πυρήνα του εξίσου πολιτικό. Κάθε πόλη εμπεριέχει και μια αφήγηση, για το ποιοι είμαστε και που θέλουμε να πάμε, ενώ πολύ συχνά οι αρχιτέκτονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου ως προς τον «εξευγενισμό» των πόλεων και τη μετατροπή τους σε «Ντίσνεϊλαντ». Ωστόσο, στην περίπτωση του Αργοστολίου και της Κεφαλλονιάς εν γένει, ανακύπτει ένα κεντρικό ζήτημα – η περίφημη επτανησιακή αρχιτεκτονική ταυτότητα, την οποία θέλουν τόσο πολύ οι τουρίστες να γνωρίσουν υπάρχει μόνο σε σπαράγματα. Θα μπορούσε μια «αναβίωσή» της να μεταφραστεί σε περισσότερο τουρισμό, ποιότητα ζωής και θέσεις εργασίας;

Μια καλή πηγή πληροφοριών για το πώς μπορούμε να διαχειριστούμε αυτή τη διπλή πρόκληση μπορεί να αναζητηθεί στις πόλεις της Γερμανίας, όπου η σχετική συζήτηση διεξάγεται συστηματικά από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά καθώς οι Συμμαχικοί βομβαρδισμοί και η επείγουσα ανάγκη για ανοικοδόμηση, άλλαξαν εκ βάθρων των παραδοσιακό χαρακτήρα τους, τόσο σε ύφος όσο και σε πολεοδομική συγκρότηση.

Σε αυτό το επίπεδο η εμβληματική αποκατάσταση του ιστορικού κέντρου της Δρέσδης, έχει ήδη δώσει μια πρώτη γενιά αποτελεσμάτων, καθώς ο τουρισμός της πόλης αυξήθηκε κατακόρυφα από την επανένωση της Γερμανίας και μετά. Στη Φρανκφούρτη από το 2004 η δημοτική αρχή υλοποιεί ένα πρωτοποριακό project αναδόμησης του ιστορικού κέντρου σε ένα χώρο 7000μ2 μοχλεύοντας παράλληλα ιδιωτικά κεφάλαια μέσω του μάρκεντινγκ και της πώλησης των ακινήτων σε μια περιοχή που από διοικητική μετατρέπεται και πάλι σε μικτή [οικίες και μικρά καταστήματα].

Πώς θα μπορούσε να χρησιμεύσει όλη αυτή η εμπειρία σε ότι αφορά την ανάκτηση της ιστορικής ταυτότητας του Αργοστολίου; Ένα βασικό πλεονέκτημα που διαθέτουν τα σύγχρονα κτίρια της πόλης μετά τις πολεοδομικές ρυθμίσεις των προηγούμενων δεκαετιών, είναι ότι στην πλειοψηφία τους διαθέτουν στέγες – παρά τις όποιες υπερβολές στη χρήση. Αυτό το στοιχείο καθιστά μια παρέμβαση στο κέντρο του Αργοστολίου πολύ πιο ενδιαφέρουσα, καθώς το βάρος μπορεί να δοθεί στην αποκατάσταση του ιστορικού ύφους μέσα από παρεμβάσεις μόνο στις προσόψεις και τους περιβάλλοντες χώρους, χωρίς να χρειαστούν κατεδαφίσεις και εκ νέου οικοδόμηση. Συνεπώς μια τέτοια φιλοσοφία καθιστά σαφώς πιο πιθανή την υλοποίηση ενός τέτοιου έργου και πολύ μεγαλύτερη την ακτίνα δράσης σε σχέση λχ με τη Φρανκφούρτη.

Για την ανάπτυξη ενός τέτοιου μοντέλου κρίσιμη παράμετρος είναι η κοινωνική συναίνεση. Σε ένα νησί που ζει από τον τουρισμό είναι προφανές πως τα ακίνητα έχουν ιδιαίτερη αξία- πολλώ δε μάλλον τα αστικά. Άλλωστε η πρόσφατη «έκρηξη» του Airbnb έχει καταστήσει και τις ιδιωτικές κατοικίες δυνητική πηγή τουριστικής εκμετάλλευσης. Συνεπώς το προκρινόμενο μοντέλο πρέπει να είναι ελκυστικό για τους συμμετέχοντες και να καλύπτει τρία κομβικά στοιχεία

  • ενεργειακή αναβάθμιση των κτηρίων
  • πολεοδομική τακτοποίηση και παραγραφή τυχόν προστίμων
  • μικρότερες δυνατές παρεμβάσεις

Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση αυτού του φιλόδοξου έργου απαιτεί τη συνεργασία τόσο των πολιτικών όσο και των ακαδημαϊκών φορέων, ωστόσο μπορεί να προσφέρει πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην τοπική οικονομία, καθώς ενισχύει ουσιαστικά την τουριστική ταυτότητα του Αργοστολίου, δημιουργεί ένα ακόμη πιο διακριτό city branding, ενώ μπορεί να ενεργοποιήσει την τοπική κοινωνία μέσα από την συμμετοχή της στη διαδικασία εκπόνησης του έργου, τόσο σε επίπεδο λήψης απόφασης όσο και με διαδραστικά workshops.

Τέλος, ιδιαίτερα σημαντικό είναι το κομμάτι που αφορά στη λήψη δεδομένων μέσα από αυτή τη διαδικασία, καθώς μπορούμε να αποκτήσουμε στοιχεία για τον σχεδιασμό, την υλοποίηση του έργου (πχ επίπεδα όχλησης), τα οφέλη σε οικονομία κλίμακας, το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της παρέμβασης κοκ. Αυτά τα δεδομένα μπορούν να αποτελέσουν πυξίδα για μεγαλύτερες ή πιο ρηξικέλευθες παρεμβάσεις σε άλλα αστικά κέντρα, αναδεικνύοντας τον ρόλο της Κεφαλλονιάς και στο επίπεδο του ακαδημαϊκού/συνεδριακού τουρισμού, βασικού στόχου σχεδόν όλων των τοπικών αρχών διαχρονικά.

Γιώργος Κοκκολης