Υπάρχουν άρθρα γνώμης που διατυπώνουν μια θέση και την υπερασπίζονται με επιχειρήματα. Υπάρχουν όμως και κείμενα που ξεκινούν από ένα μεγάλο, σχεδόν υπερκομματικό θέμα, διασχίζουν τη μισή πολιτική επικαιρότητα και τελικά φτάνουν εκεί όπου εξαρχής φαίνεται ότι ήθελαν να καταλήξουν.
Στον Δήμο. Στον Δήμαρχο. Στην τοπική πολιτική αντιπαράθεση.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ.
Ξεκινάμε από την «Ασπίδα του Αχιλλέα», περνάμε από την Τουρκία, την ακρίβεια, το ΕΣΥ, την Παιδεία, το δημογραφικό, το Predator, την αξιοκρατία και τη συνέχεια του κράτους και, αφού έχει δημιουργηθεί το κατάλληλο ηθικό και πολιτικό υπόβαθρο, φτάνουμε ξαφνικά στην Κεφαλονιά.
Και τότε εμφανίζονται οι πραγματικά βαριές λέξεις:
«φόβος», «εξαρτήσεις», «ευνοιοκρατία», «άκρες».
Μόνο που εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα.
Όσο βαρύτερη είναι μια καταγγελία, τόσο μεγαλύτερη είναι και η υποχρέωση εκείνου που τη διατυπώνει να την αποδείξει.
«Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους φόβου»
Σωστό.
Αλλά ποιος ακριβώς φοβάται;
Το κείμενο γράφει:
«Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους φόβου, εξαρτήσεων ή ευνοιοκρατίας».
Πολύ σοβαρή διατύπωση.
Πού ακριβώς συνέβη αυτό;
Ποιος δημότης φοβήθηκε;
Ποιος εξαρτήθηκε;
Ποιος ευνοήθηκε;
Με ποια απόφαση;
Από ποιον αιρετό;
Σε ποια υπόθεση;
Καμία συγκεκριμένη απάντηση.
Ακολουθεί ακόμη βαρύτερη αιχμή:
«Ο δημότης δεν πρέπει να αισθάνεται ότι χρειάζεται “άκρες” για να κάνει τη δουλειά του».
Βεβαίως και δεν πρέπει.
Αλλά ποιος είπε ότι χρειάζεται;
Υπάρχει καταγγελία δημότη ότι για να εξυπηρετηθεί από τον Δήμο Αργοστολίου χρειάστηκε πολιτικό μέσο;
Υπάρχει συγκεκριμένη υπόθεση;
Υπάρχει έγγραφο;
Υπάρχει απόφαση που αποδεικνύει προνομιακή μεταχείριση;
Υπάρχει κάποιος που καταγγέλλει επωνύμως ότι χωρίς «άκρες» δεν εξυπηρετήθηκε;
Αν υπάρχει, να παρουσιαστεί.
Διαφορετικά δημιουργείται μια εντύπωση χωρίς να αναλαμβάνεται το βάρος μιας πραγματικής καταγγελίας.
Ακόμη σοβαρότερο: «να φοβάται ότι μπορεί να τη βρει μπροστά του»
Και μετά έρχεται αυτό:
«ούτε να σκέφτεται δύο φορές αν θα ασκήσει κριτική επειδή φοβάται ότι μπορεί κάποτε να τη βρει μπροστά του».
Εδώ πλέον δεν μιλάμε για απλή πολιτική κριτική.
Η φράση υποβάλλει την ιδέα ότι ένας δημότης ενδέχεται να φοβάται αντίποινα από τη δημοτική εξουσία επειδή άσκησε κριτική.
Αυτό είναι εξαιρετικά σοβαρό.
Και ακριβώς επειδή είναι σοβαρό, χρειάζεται τεκμηρίωση.
Ποιος δημότης άσκησε κριτική και τι ακριβώς έπαθε;
Του αρνήθηκαν κάποια νόμιμη υπηρεσία;
Δεν του χορηγήθηκε κάποιο έγγραφο;
Αποκλείστηκε από κάποια διαδικασία;
Υπέστη διαφορετική μεταχείριση;
Υπήρξε παρέμβαση εναντίον του;
Αν υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις, όχι μόνο πρέπει να δημοσιοποιηθούν, αλλά πρέπει να ερευνηθούν.
Αν όμως δεν υπάρχουν, τότε η διατύπωση λειτουργεί απλώς ως υπαινιγμός πολιτικής εκδικητικότητας χωρίς αποδεικτικό υλικό.
Και αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Η έξυπνη τεχνική του «αν συμβαίνει»
Αμέσως μετά διαβάζουμε:
«Αν συμβαίνει αυτό, κάτι έχει χαλάσει βαθιά στη σχέση πολίτη και εξουσίας».
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο βολική λέξη ολόκληρου του κειμένου:
«Αν».
Πρώτα περιγράφεις μια κατάσταση φόβου, εξαρτήσεων, ευνοιοκρατίας και πολιτικών «άκρων».
Δημιουργείς στον αναγνώστη την εικόνα ενός Δήμου στον οποίο ο πολίτης φοβάται ακόμη και να μιλήσει.
Και μετά βάζεις ένα «αν».
Έτσι η εντύπωση έχει δημιουργηθεί, χωρίς όμως να έχει διατυπωθεί ευθέως η κατηγορία.
Αυτό δεν είναι τεκμηρίωση.
Είναι ρητορική κατασκευή.
Και γιατί ξαφνικά η Κεφαλονιά;
Υπάρχει και ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο.
Το άρθρο συζητά για ένα εθνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα.
Μετά για το ελληνικό κράτος.
Μετά για την κυβέρνηση.
Μετά για τους θεσμούς.
Και ξαφνικά:
«Ακόμη και η Κεφαλονιά… δεν μένει έξω από αυτή τη συζήτηση».
Γιατί ειδικά η Κεφαλονιά;
Και κυρίως, ποια Κεφαλονιά;
Υπάρχουν τρεις Δήμοι στο νησί.
Δήμος Αργοστολίου.
Δήμος Ληξουρίου.
Δήμος Σάμης.
Όταν λοιπόν γίνεται λόγος για «φόβο», «εξαρτήσεις», «ευνοιοκρατία» και «άκρες», αφορά και τους τρεις;
Αν όχι, ποιον αφορά;
Ας ειπωθεί καθαρά.
Γιατί διαφορετικά έχουμε ένα εξαιρετικά βολικό σχήμα: χρησιμοποιούμε γενικά τη λέξη «Αυτοδιοίκηση», αλλά αφήνουμε τον αναγνώστη να καταλάβει σε ποια δημοτική αρχή αναφερόμαστε.
Η κριτική στον Δήμο είναι θεμιτή – και απαραίτητη
Ας μην υπάρχει καμία παρεξήγηση.
Ο Δήμαρχος και η Δημοτική Αρχή πρέπει να κρίνονται αυστηρά.
Για τα έργα τους.
Για τις καθυστερήσεις τους.
Για την κατάσταση των δρόμων.
Για τα πεζοδρόμια.
Για την καθαριότητα.
Για τις υποδομές.
Για τις αναθέσεις.
Για τις αποφάσεις τους.
Για κάθε ευρώ δημόσιου χρήματος που διαχειρίζονται.
Αυτή είναι η δουλειά του Τύπου.
Και όταν υπάρχει συγκεκριμένο λάθος, πρέπει να αναδεικνύεται χωρίς εκπτώσεις.
Αλλά υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στο:
«Ο Δήμος έκανε αυτό και θεωρούμε ότι είναι λάθος για αυτούς τους λόγους»
και στο:
«Υπάρχει φόβος, εξαρτήσεις, ευνοιοκρατία και οι δημότες χρειάζονται άκρες».
Το πρώτο ελέγχεται.
Το δεύτερο, χωρίς στοιχεία, απλώς αιωρείται.
Ποια είναι λοιπόν η απόδειξη της «ευνοιοκρατίας»;
Ας κάνουμε τη συζήτηση συγκεκριμένη.
Αν υπάρχει ευνοιοκρατία στον Δήμο:
Ποιος ευνοήθηκε;
Αν υπάρχουν εξαρτήσεις:
Ποιος εξαρτάται και από ποιον;
Αν χρειάζονται «άκρες»:
Ποια υπόθεση δεν προχώρησε χωρίς αυτές;
Αν υπάρχει φόβος:
Ποιος φοβήθηκε να μιλήσει;
Αν υπάρχουν αντίποινα:
Ποιος τα υπέστη;
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην έρευνα και στον υπαινιγμό.
Και μάλιστα είναι κάπως παράδοξο ένα κείμενο που ζητά θεσμούς, λογοδοσία και κανόνες να χρησιμοποιεί, όταν φτάνει στην Αυτοδιοίκηση, τόσο αόριστες κατηγορίες.
Ο Δήμος ως «μηχανισμός εξουσίας απέναντι στον πολίτη»
Το αποκορύφωμα είναι η φράση:
«Ο δήμος πρέπει να είναι η πρώτη ασπίδα του δημότη και όχι ένας μηχανισμός εξουσίας απέναντί του».
Ωραία φράση.
Αλλά πάλι δημιουργείται το ίδιο ερώτημα:
Ποιος Δήμος λειτουργεί ως “μηχανισμός εξουσίας απέναντι στον πολίτη”;
Αν αυτό υποστηρίζει το άρθρο, ας το γράψει.
Και αμέσως μετά ας παρουσιάσει τα περιστατικά που το αποδεικνύουν.
Γιατί διαφορετικά έχουμε καταφέρει κάτι πραγματικά εντυπωσιακό:
Ξεκινήσαμε από τα συστήματα αεράμυνας της Ελλάδας και καταλήξαμε, χωρίς ούτε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, να αφήνουμε την εικόνα ότι ο δημότης της Κεφαλονιάς χρειάζεται προστασία από τον ίδιο του τον Δήμο.
Οι Δήμοι κρίνονται με γεγονότα, όχι με ατμόσφαιρα
Υπάρχει άφθονο πεδίο για σοβαρή αντιπαράθεση στην Αυτοδιοίκηση.
Υπάρχουν προϋπολογισμοί.
Υπάρχουν αποφάσεις Δημοτικών Συμβουλίων και Δημοτικών Επιτροπών.
Υπάρχουν έργα.
Υπάρχουν συμβάσεις.
Υπάρχουν αναθέσεις.
Υπάρχουν χρονοδιαγράμματα.
Υπάρχουν απολογισμοί.
Υπάρχει η καθημερινότητα του δημότη.
Εκεί πρέπει να γίνεται η μάχη.
Και εκεί ο κάθε δήμαρχος, πρέπει να δίνει λογαριασμό.
Όχι όμως να στήνεται μια ολόκληρη εικόνα περί φόβου, εξάρτησης και ευνοιοκρατίας χωρίς να παρουσιάζεται ούτε ένα συγκεκριμένο στοιχείο.
Γιατί τότε δεν ελέγχεις την εξουσία.
Κατασκευάζεις ατμόσφαιρα γύρω από την εξουσία.
Και υπάρχει μεγάλη διαφορά.
Το ερώτημα λοιπόν είναι απλό
Αν υπάρχουν δημότες που χρειάστηκαν «άκρες», ποιοι είναι;
Αν υπήρξαν πολίτες που φοβήθηκαν να ασκήσουν κριτική, τι ακριβώς φοβήθηκαν;
Αν υπήρξαν αντίποινα, ποια ήταν;
Αν υπάρχει ευνοιοκρατία, πού αποδεικνύεται;
Και αν όλα αυτά δεν μπορούν να απαντηθούν συγκεκριμένα, τότε ίσως πρέπει να αφήσουμε στην άκρη τις μεγάλες λέξεις.
Γιατί η πραγματική λογοδοσία δεν λειτουργεί με μισόλογα.
Θέλει ονόματα, γεγονότα, αποφάσεις και αποδείξεις.
Και μέχρι να παρουσιαστούν αυτά, η μετάβαση από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» στην εικόνα ενός Δήμου όπου δήθεν κυριαρχούν φόβος, εξαρτήσεις και «άκρες» παραμένει αυτό ακριβώς που είναι:
μια βαριά πολιτική αιχμή που ψάχνει ακόμη τα στοιχεία που θα την κάνουν επιχείρημα.



