Η Ντόρα Μπακογιάννη έθεσε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πολιτικό ζήτημα ενόψει των επόμενων εθνικών εκλογών: εάν η Νέα Δημοκρατία δεν συγκεντρώσει ποσοστό 25%, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του.
Μιλώντας στον ΣΚΑΪ, η βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας υποστήριξε ότι ο πρωθυπουργός δεν είναι προσκολλημένος στην καρέκλα του, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι υπάρχουν πολιτικοί αρχηγοί που παρέμειναν στις θέσεις τους ακόμη και με ποσοστά 18%.
Η δήλωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή προέρχεται από την αδελφή του πρωθυπουργού και ένα από τα πλέον έμπειρα στελέχη της κυβερνητικής παράταξης.
Ανακύπτει, ωστόσο, ένα ερώτημα που ξεπερνά την εσωκομματική συζήτηση της Νέας Δημοκρατίας.
Γιατί το όριο της πολιτικής ευθύνης τοποθετείται στο 25%;
Εάν η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώσει 24,9%, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη. Εάν συγκεντρώσει 25,1%, τι ακριβώς αλλάζει;
Μπορεί μια διαφορά μερικών δεκάτων της ποσοστιαίας μονάδας να μεταβάλει ουσιαστικά την πολιτική αποτίμηση ενός εκλογικού αποτελέσματος;
Η πολιτική ευθύνη δεν αποτελεί μαθηματική εξίσωση. Δεν αρχίζει αυτομάτως κάτω από ένα ποσοστό ούτε εξαφανίζεται επειδή ένα κόμμα ξεπέρασε οριακά έναν αριθμητικό στόχο.
Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε τις εθνικές εκλογές του Ιουνίου 2023 με περίπου 40,6%. Ένα ενδεχόμενο αποτέλεσμα κοντά στο 25% θα σήμαινε απώλεια περίπου 15,6 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με εκείνη την αναμέτρηση.
Μια τέτοια μεταβολή θα απαιτούσε πολιτική ερμηνεία, ανεξάρτητα από το εάν το τελικό ποσοστό βρισκόταν ελάχιστα πάνω ή κάτω από το συγκεκριμένο όριο.
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη αντίφαση που αξίζει να εξεταστεί.
Η Ντόρα Μπακογιάννη περιέγραψε ως κεντρικό εκλογικό δίλημμα το «Μητσοτάκης ή αστάθεια».
Πρόκειται για μια πολιτική επιχειρηματολογία που συνδέει τη συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης με την κυβερνητική σταθερότητα.
Αλλά εάν η σταθερότητα συνδέεται τόσο στενά με το πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη, τι σημαίνει για αυτή την επιχειρηματολογία το ενδεχόμενο ανάληψης ευθυνών από τον ίδιο μετά από ένα δυσμενές εκλογικό αποτέλεσμα;
Και κυρίως, η σταθερότητα μιας χώρας πρέπει να εξαρτάται από την παραμονή ενός συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου στην εξουσία ή από την ικανότητα των δημοκρατικών θεσμών να εξασφαλίζουν αποτελεσματική διακυβέρνηση;
Ασφαλώς, η κυβερνητική σταθερότητα αποτελεί θεμιτό πολιτικό επιχείρημα. Όπως θεμιτή είναι και η επιδίωξη ενός κόμματος να διατηρήσει την αυτοδυναμία του.
Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η ανάγκη σταθερής διακυβέρνησης και άλλο η ταύτισή της με έναν συγκεκριμένο πρωθυπουργό.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα συμβεί εάν η Νέα Δημοκρατία πέσει κάτω από το 25%.
Είναι με ποια κριτήρια θα αξιολογηθεί συνολικά το εκλογικό αποτέλεσμα: με βάση το ποσοστό, την απώλεια ψηφοφόρων, τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, την κοινωνική αποδοχή των πολιτικών που εφαρμόστηκαν ή έναν συνδυασμό όλων αυτών;
Η ανάληψη πολιτικής ευθύνης, άλλωστε, δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την παραίτηση. Μπορεί να περιλαμβάνει δημόσιο απολογισμό, αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης ή διαδικασίες εσωκομματικής αξιολόγησης.
Αυτό ακριβώς είναι που χρειάζεται αποσαφήνιση στη δήλωση της Ντόρας Μπακογιάννη.
Διότι η ουσία της δημοκρατικής λογοδοσίας δεν βρίσκεται στην αναζήτηση ενός ποσοστού κάτω από το οποίο ενεργοποιείται η ευθύνη.
Βρίσκεται στην υποχρέωση κάθε κυβέρνησης και κάθε πρωθυπουργού να εξηγούν το αποτέλεσμα της πολιτικής τους και να λογοδοτούν για αυτό.
Το 25% μπορεί να αποτελεί έναν πολιτικό στόχο. Δεν μπορεί, όμως, από μόνο του να αποτελεί το μοναδικό μέτρο της πολιτικής ευθύνης.



