Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη αναγνωρίζει την έξαρση των τηλεφωνικών απατών και τα προβλήματα εγκληματικότητας στην Αθήνα, προαναγγέλλοντας δυναμικές παρεμβάσεις. Όμως η αποτελεσματικότητα της αστυνομικής πολιτικής δεν αποδεικνύεται με απόλυτες υποσχέσεις και εντυπωσιακές δηλώσεις.
Υπάρχει μια αντίφαση που δύσκολα περνά απαρατήρητη στις τελευταίες δηλώσεις του υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη.
Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζει ότι οι τηλεφωνικές και ηλεκτρονικές απάτες παρουσιάζουν έξαρση, την οποία μάλιστα παρομοιάζει με επιδημία.
Από την άλλη, εμφανίζεται απολύτως βέβαιος ότι κάποια στιγμή το φαινόμενο θα εξαφανιστεί.
Ανάμεσα στις δύο αυτές διαπιστώσεις υπάρχει ένα μεγάλο κενό.
Και αυτό το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί μόνο με ανακοινώσεις συλλήψεων, εξαρθρώσεις εγκληματικών ομάδων και εξαγγελίες αυστηρότερων ποινών.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελληνική Αστυνομία πραγματοποιεί επιχειρήσεις.
Προφανώς πραγματοποιεί.
Το ερώτημα είναι αν οι επιχειρήσεις αυτές οδηγούν σε μετρήσιμη και διαρκή μείωση της εγκληματικότητας.
Από την «επιδημία» στην υπόσχεση της εξαφάνισης
Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης περιέγραψε οργανωμένες ομάδες που λειτουργούν τηλεφωνικά κέντρα μέσα σε κατοικίες, εξαπατώντας ανυποψίαστους πολίτες.
Αναφέρθηκε σε πρόσφατες συλλήψεις και σε εγκληματική ομάδα με λεία που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ξεπερνούσε τις 800.000 ευρώ.
Κάθε εξάρθρωση τέτοιου κυκλώματος είναι σημαντική.
Προστατεύει πιθανά θύματα, διακόπτει εγκληματικές δραστηριότητες και αναδεικνύει την επιχειρησιακή δουλειά των αστυνομικών.
Όμως η διαπίστωση ότι οι απάτες παρουσιάζουν έξαρση δημιουργεί μια υποχρέωση για τον υπουργό.
Να εξηγήσει με συγκεκριμένα στοιχεία πόσο έχει αυξηθεί το φαινόμενο, ποιες μορφές απάτης κυριαρχούν και ποια αποτελέσματα έχουν οι παρεμβάσεις.
Πόσες τηλεφωνικές και ηλεκτρονικές απάτες καταγγέλθηκαν το 2025;
Πόσες έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα το 2026;
Πόσες εξιχνιάστηκαν;
Πόσα χρήματα έχασαν τα θύματα και ποιο ποσό κατέστη δυνατό να ανακτηθεί;
Χωρίς αυτές τις πληροφορίες, ο πολίτης ακούει ότι το πρόβλημα είναι μεγάλο, αλλά δεν μπορεί να αξιολογήσει αν η αντιμετώπισή του είναι αποτελεσματική.
Ακόμη περισσότερο, η υπόσχεση ότι το φαινόμενο θα εξαφανιστεί αποτελεί μια πολιτική υπερβολή.
Η οργανωμένη απάτη προσαρμόζεται διαρκώς στις νέες τεχνολογίες, στις τραπεζικές διαδικασίες και στις συνήθειες των πολιτών.
Ο ρεαλιστικός στόχος μιας αποτελεσματικής πολιτικής είναι η συστηματική μείωση των περιστατικών, η πρόληψη, η αύξηση των εξιχνιάσεων και η προστασία των θυμάτων.
Η πλήρης εξαφάνιση ενός τέτοιου εγκληματικού φαινομένου δεν μπορεί να προεξοφλείται.
Αυστηρότερες ποινές: Αρκούν για να σταματήσουν οι απατεώνες;
Ο υπουργός αναφέρθηκε στην αυστηροποίηση του ποινικού πλαισίου, ιδιαίτερα όταν τα θύματα είναι ηλικιωμένοι ή ανήλικοι.
Η αυστηρότερη αντιμετώπιση εγκληματικών πράξεων σε βάρος ευάλωτων ανθρώπων μπορεί να αποτελεί θεμιτή νομοθετική επιλογή.
Δεν αρκεί, όμως, για να αποδειχθεί ότι θα μειωθούν οι απάτες.
Η αποτρεπτική λειτουργία του ποινικού δικαίου δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος της προβλεπόμενης ποινής.
Εξαρτάται επίσης από την πιθανότητα εντοπισμού των δραστών, την ταχύτητα διερεύνησης των υποθέσεων και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών πρόληψης.
Ένας απατεώνας που πιστεύει ότι δύσκολα θα εντοπιστεί δεν αποτρέπεται αναγκαστικά επειδή αυξάνεται η ποινή που θα αντιμετωπίσει εφόσον συλληφθεί και καταδικαστεί.
Γι’ αυτό η συζήτηση πρέπει να περιλαμβάνει την ενίσχυση της ψηφιακής διερεύνησης, τη συνεργασία με τις τράπεζες, την έγκαιρη αναγνώριση ύποπτων συναλλαγών και τη συνεχή ενημέρωση των πολιτών.
Η νομοθετική αυστηροποίηση είναι ένα εργαλείο.
Δεν είναι ολοκληρωμένη πολιτική αντιμετώπισης του εγκλήματος.
Οι ηλικιωμένοι χρειάζονται προστασία, όχι μεταφορά της ευθύνης στις οικογένειες
Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης αναφέρθηκε και στους ηλικιωμένους που διατηρούν χρήματα ή τιμαλφή στο σπίτι τους, επισημαίνοντας την ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας από το οικογενειακό τους περιβάλλον.
Η προτροπή για προσοχή είναι χρήσιμη.
Όμως η προστασία των ηλικιωμένων δεν μπορεί να μετατρέπεται πρωτίστως σε οικογενειακή υποχρέωση.
Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μόνοι, χωρίς καθημερινή υποστήριξη ή με περιορισμένη εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες.
Αυτοί ακριβώς χρειάζονται οργανωμένες δημόσιες παρεμβάσεις.
Ενημέρωση από τις αρμόδιες υπηρεσίες, συνεργασία με τράπεζες, δήμους και κοινωνικές δομές, εύκολους τρόπους αναφοράς περιστατικών και άμεση κινητοποίηση όταν διαπιστώνεται απόπειρα εξαπάτησης.
Δεν είναι δυνατόν το κράτος να αναγνωρίζει ότι υπάρχουν οργανωμένα κυκλώματα που εξαπατούν συστηματικά ηλικιωμένους και να περιορίζει μέρος της απάντησής του στην προτροπή προς τους συγγενείς να προσέχουν περισσότερο.
Η ατομική προσοχή είναι αναγκαία.
Η οργανωμένη προστασία αποτελεί δημόσια ευθύνη.
Το «ελληνικό FBI» και η ανάγκη να μετρηθεί το αποτέλεσμα
Η δημιουργία και η επιχειρησιακή δράση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος αποτελεί σημαντική οργανωτική παρέμβαση.
Η εξάρθρωση εγκληματικών οργανώσεων έχει αυτονόητη αξία.
Όμως οι συλλήψεις και οι επιχειρήσεις δεν αποτελούν το μοναδικό κριτήριο επιτυχίας.
Μια σοβαρή αξιολόγηση πρέπει να εξετάζει την εξέλιξη της εγκληματικότητας σε βάθος χρόνου.
Αν, για παράδειγμα, εξαρθρώνονται περισσότερα κυκλώματα αλλά ταυτόχρονα αυξάνονται οι απάτες, χρειάζεται να διερευνηθεί γιατί συμβαίνει αυτό.
Μήπως αυξάνεται η δυνατότητα εντοπισμού των εγκληματικών ομάδων;
Μήπως το φαινόμενο επεκτείνεται ταχύτερα από την κατασταλτική αντιμετώπισή του;
Μήπως οι εγκληματικές οργανώσεις αναπληρώνουν γρήγορα όσες εξαρθρώνονται;
Χωρίς συγκρίσιμα στοιχεία, δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα.
Η αστυνομική επιτυχία σε μια υπόθεση είναι πραγματική.
Η συνολική επιτυχία της πολιτικής ασφάλειας χρειάζεται ευρύτερη απόδειξη.
Marfin: Η πρόοδος της έρευνας δεν καταργεί τα ερωτήματα για τα δεκαέξι χρόνια
Στην υπόθεση της Marfin, ο υπουργός διευκρίνισε ότι η συμπληρωματική ποινική δίωξη προέκυψε από ενέργειες της ανάκρισης και όχι από αυτοτελή απόφαση της Αστυνομίας.
Η διάκριση είναι θεσμικά ορθή.
Η Αστυνομία συγκεντρώνει και διαβιβάζει στοιχεία, ενώ οι αρμόδιες δικαστικές αρχές αποφασίζουν για την ποινική αξιολόγησή τους.
Επίσης, η πρόσφατη πρόοδος της έρευνας αποτελεί σημαντική εξέλιξη για μια υπόθεση που έχει σημαδέψει τη σύγχρονη ελληνική ιστορία.
Ωστόσο, υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί.
Γιατί χρειάστηκε να περάσουν δεκαέξι χρόνια για να υπάρξουν αυτές οι εξελίξεις;
Ο ίδιος ο υπουργός είχε αναφερθεί τον Ιούλιο σε υλικό που υπήρχε στα αρχεία της ΕΛ.ΑΣ. αλλά δεν είχε αξιοποιηθεί επαρκώς λόγω λαθών.
Εάν υπήρξαν τέτοιες αστοχίες, η πρόοδος της σημερινής έρευνας πρέπει να συνοδεύεται και από μια ουσιαστική αποτίμηση των προηγούμενων χειρισμών.
Τι δεν αξιολογήθηκε εγκαίρως;
Ποιες διαδικασίες δεν λειτούργησαν;
Τι έχει αλλάξει ώστε ανάλογα λάθη να μην επαναληφθούν;
Η αναζήτηση απαντήσεων δεν μειώνει τη σημασία της νέας έρευνας.
Αντιθέτως, αποτελεί μέρος της θεσμικής λογοδοσίας.
Παράλληλα, η ποινική ευθύνη των συγκεκριμένων κατηγορουμένων δεν έχει κριθεί οριστικά. Η αρχή του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να γίνεται σεβαστή μέχρι την τελική δικαστική κρίση.
«Θα τους πετάξουμε έξω»: Η ασφάλεια απαιτεί σχέδιο, όχι συνθήματα
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί η αναφορά του υπουργού στην εγκληματικότητα στο κέντρο της Αθήνας.
Ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης μίλησε για συγκεκριμένους αλλοδαπούς που εμπλέκονται συστηματικά σε εγκληματική δραστηριότητα, διευκρινίζοντας ότι δεν αναφέρεται στη μεγάλη πλειονότητα των αλλοδαπών που εργάζονται νόμιμα στη χώρα.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική.
Η εγκληματική συμπεριφορά αφορά συγκεκριμένες πράξεις και πρόσωπα, όχι συλλογικά μια εθνική ή κοινωνική ομάδα.
Ωστόσο, η φράση «θα τους πετάξουμε έξω» δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά.
Τι ακριβώς εννοεί ο υπουργός;
Απομάκρυνση από συγκεκριμένα ακίνητα;
Ελέγχους νομιμότητας της διαμονής;
Διοικητικές διαδικασίες επιστροφής για όσους δεν έχουν δικαίωμα παραμονής;
Ή αστυνομικές επιχειρήσεις εναντίον συγκεκριμένων εγκληματικών ομάδων;
Πρόκειται για διαφορετικές διαδικασίες, με διαφορετικές νομικές προϋποθέσεις.
Η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας πρέπει να είναι αποφασιστική.
Πρέπει όμως να στηρίζεται σε συγκεκριμένες παραβάσεις, αποδεικτικά στοιχεία και νόμιμες διαδικασίες.
Η δημόσια ασφάλεια δεν ενισχύεται όταν η πολιτική γλώσσα δημιουργεί την εντύπωση ότι η απομάκρυνση ανθρώπων μπορεί να γίνεται χωρίς εξατομικευμένο έλεγχο.
Τα 82 κατασχεμένα αυτοκίνητα και η πολιτική των εντυπώσεων
Ο υπουργός αναφέρθηκε επίσης στην κατάσχεση 82 οχημάτων στο πλαίσιο επιχειρήσεων για συγκεντρώσεις οδηγών με υπερβολικά δυνατή μουσική.
Η αντιμετώπιση σοβαρών παραβάσεων και της όχλησης των κατοίκων είναι αναγκαία.
Όμως ο αριθμός των κατασχεμένων οχημάτων, από μόνος του, δεν αρκεί για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της παρέμβασης.
Χρειάζεται να γνωρίζουμε για ποιες παραβάσεις πραγματοποιήθηκαν οι κατασχέσεις, ποια διαδικασία ακολουθήθηκε και αν περιορίστηκε το πρόβλημα στην περιοχή.
Η αποτελεσματική αστυνόμευση δεν κρίνεται μόνο από τον αριθμό των ελέγχων ή των κυρώσεων.
Κρίνεται από τη βελτίωση των συνθηκών ασφάλειας και καθημερινότητας.
Εκλογές: Η σταθερότητα ως πολιτικός στόχος, όχι ως δεδομένο αποτέλεσμα
Στο πολιτικό μέρος της συνέντευξης, ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης επανέλαβε ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν στο τέλος της κυβερνητικής θητείας.
Πρόκειται για τη δημόσια κυβερνητική θέση ως προς τον χρόνο προσφυγής στις κάλπες.
Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο συνεργασιών σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας, απέφυγε να επιλέξει πιθανό κυβερνητικό εταίρο.
Η στάση αυτή μπορεί να εξηγηθεί από την επιθυμία της Νέας Δημοκρατίας να διατηρήσει ως κεντρικό εκλογικό στόχο την αυτοδυναμία.
Δεν απαντά, όμως, στο ερώτημα τι θα συμβεί αν το εκλογικό αποτέλεσμα δεν επιτρέψει τον σχηματισμό μονοκομματικής κυβέρνησης.
Η επίκληση της σταθερότητας δεν υποκαθιστά τη συζήτηση για τις πολιτικές συνεργασίες.
Αντιθέτως, σε ένα ενδεχόμενο κατακερματισμένο κοινοβουλευτικό τοπίο, η δυνατότητα συνεννόησης μπορεί να αποτελέσει βασική προϋπόθεση σταθερής διακυβέρνησης.
Η αυτοδυναμία είναι θεμιτός εκλογικός στόχος.
Δεν μπορεί, όμως, να αντιμετωπίζεται ως δεδομένο αποτέλεσμα πριν μιλήσουν οι ψηφοφόροι.
Η ασφάλεια κρίνεται στην καθημερινότητα, όχι στις τηλεοπτικές διαβεβαιώσεις
Οι δηλώσεις του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη αναδεικνύουν πραγματικές προκλήσεις.
Οι τηλεφωνικές απάτες πλήττουν πολίτες και ιδιαίτερα ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Το διαδικτυακό έγκλημα απαιτεί εξειδικευμένη αντιμετώπιση.
Η εγκληματικότητα στο κέντρο της Αθήνας δημιουργεί σοβαρά προβλήματα σε κατοίκους και επαγγελματίες.
Και οι μεγάλες ποινικές υποθέσεις, όπως εκείνη της Marfin, απαιτούν επίμονη έρευνα και πλήρη δικαστική διερεύνηση.
Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα.
Οι αστυνομικοί που εξαρθρώνουν εγκληματικές ομάδες προσφέρουν ουσιαστικό έργο και αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται.
Η πολιτική ηγεσία, όμως, οφείλει κάτι περισσότερο από την ανακοίνωση επιχειρήσεων.
Οφείλει να παρουσιάζει μετρήσιμους στόχους, συγκρίσιμα στοιχεία και συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Πόσο μειώθηκαν οι απάτες;
Πόσο περιορίστηκε η οικονομική ζημιά των θυμάτων;
Πόσο βελτιώθηκε η κατάσταση στις περιοχές με αυξημένη εγκληματικότητα;
Πόσο γρήγορα διερευνώνται οι υποθέσεις;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που καθορίζουν αν μια πολιτική ασφάλειας πετυχαίνει.
Γιατί η πραγματική ασφάλεια δεν είναι η βεβαιότητα ενός υπουργού ότι θα εξαφανίσει το έγκλημα. Είναι η δυνατότητα του πολίτη να ζει με λιγότερο φόβο, λιγότερες απάτες και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Και αυτή η εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται με μεγάλες κουβέντες.
Κερδίζεται με αποτελέσματα.



