Δημογραφική κατάρρευση στην επταετία Μητσοτάκη: Από 83.763 γεννήσεις το 2019 στις 65.594 το 2025

Παρά τα μέτρα για την οικογένεια, οι γεννήσεις υποχώρησαν κατά περίπου 22% – Ακρίβεια, στέγη, εισόδημα και εργασιακή ανασφάλεια συνθέτουν το μεγάλο δημογραφικό πρόβλημα

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται πλέον στον έβδομο χρόνο της και στο δημογραφικό υπάρχει ένας αριθμός που δεν μπορεί να παρακαμφθεί:

83.763 γεννήσεις το 2019.
65.594 γεννήσεις το 2025.

Η μείωση αγγίζει το 21,7% μέσα σε έξι χρόνια, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, με τα δεδομένα του 2025 να είναι προσωρινά.

Το δημογραφικό πρόβλημα ασφαλώς δεν δημιουργήθηκε το 2019. Η Ελλάδα έχανε γεννήσεις πολύ πριν αναλάβει η σημερινή κυβέρνηση και η μεγάλη οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας επιδείνωσε δραματικά την κατάσταση.

Αυτό όμως δεν αναιρεί την πολιτική πραγματικότητα του σήμερα:

μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ, η δημογραφική καμπύλη δεν έχει αντιστραφεί. Αντίθετα, οι γεννήσεις έχουν υποχωρήσει ακόμη περισσότερο.

Και αυτό καθιστά απολύτως θεμιτό το ερώτημα για την αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής.

Από τις 84.000 στις 66.000

Όταν ανέλαβε η κυβέρνηση Μητσοτάκη το καλοκαίρι του 2019, η χώρα βρισκόταν ήδη σε δημογραφικά δύσκολη κατάσταση.

Οι γεννήσεις εκείνης της χρονιάς ήταν 83.763.

Έξι χρόνια αργότερα, το 2025, περιορίστηκαν στις 65.594.

Και η πτώση συνεχίστηκε ακόμη και μεταξύ 2024 και 2025: από 68.467 σε 65.594, δηλαδή κατά 4,2% μέσα σε έναν μόλις χρόνο.

Αυτό είναι το αποτέλεσμα που έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει επανειλημμένα τη στήριξη της οικογένειας και την αντιμετώπιση του δημογραφικού ως προτεραιότητες. Έχουν εφαρμοστεί το επίδομα γέννησης, επεκτάσεις αδειών και παροχών και φορολογικές παρεμβάσεις για οικογένειες με παιδιά.

Ο ίδιος ο OECD αναγνωρίζει ότι τα τελευταία χρόνια έχουν ενισχυθεί οι οικογενειακές πολιτικές στην Ελλάδα.

Το δημογραφικό αποτέλεσμα, όμως, μέχρι σήμερα παραμένει αρνητικό.

Το πρόβλημα δεν λύνεται με ένα επίδομα

Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη αδυναμία της δημόσιας συζήτησης.

Ένα νέο ζευγάρι δεν αποφασίζει να αποκτήσει παιδί μόνο επειδή θα πάρει ένα επίδομα γέννησης.

Η απόφαση εξαρτάται από το αν μπορεί να πληρώσει το σπίτι του, αν έχει σταθερή δουλειά, αν μπορεί να καλύψει τα καθημερινά έξοδα και αν αισθάνεται αρκετή οικονομική ασφάλεια ώστε να σχεδιάσει τη ζωή του για τα επόμενα χρόνια.

Και ακριβώς εδώ η κυβέρνηση Μητσοτάκη πρέπει να κριθεί όχι μόνο για τα ειδικά «δημογραφικά» μέτρα της αλλά και για το συνολικό οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούνται οι νέοι να δημιουργήσουν οικογένεια.

Το στεγαστικό κόστος, η δυνατότητα οικονομικής ανεξαρτησίας των νέων και η ισορροπία εργασίας και οικογένειας αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους.

Ο OECD επισημαίνει ότι η προσιτή κατοικία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πρόβλημα στην Ελλάδα και ότι πολλοί νέοι παραμένουν με τους γονείς τους μέχρι τα τέλη της δεκαετίας των 20, καθώς αντιμετωπίζουν μια δύσκολη αγορά ενοικίων και περιορισμένες δυνατότητες απόκτησης κατοικίας.

1,2 παιδιά ανά γυναίκα

Ακόμη πιο αποκαλυπτικός είναι ο δείκτης γονιμότητας.

Το 2024 η Ελλάδα βρισκόταν στα 1,2 παιδιά ανά γυναίκα, έναντι 1,4 στον OECD και περίπου 2,1 που θεωρείται το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών.

Ο OECD χαρακτηρίζει την ελληνική γονιμότητα μία από τις χαμηλότερες μεταξύ των χωρών του οργανισμού.

Δεν πρόκειται συνεπώς απλώς για μια κακή χρονιά.

Πρόκειται για δομικό πρόβλημα.

Η ευθύνη μιας κυβέρνησης επτά ετών

Θα ήταν ιστορικά ανακριβές να υποστηριχθεί ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δημιούργησε την ελληνική υπογεννητικότητα.

Δεν την δημιούργησε.

Κυβερνά όμως επί επτά χρόνια μια χώρα που γνωρίζει ότι αντιμετωπίζει δημογραφική κρίση και, παρά τις παρεμβάσεις που έγιναν, η πτώση των γεννήσεων δεν ανακόπηκε.

Αυτό είναι πλέον μέρος του κυβερνητικού απολογισμού.

Το 2019 η κυβέρνηση παρέλαβε μια χώρα με περίπου 84.000 γεννήσεις ετησίως.

Το 2025 οι γεννήσεις έπεσαν κάτω από τις 66.000.

Το αποτέλεσμα δεν μπορεί να χρεωθεί μηχανιστικά σε μία μόνο πολιτική ή κυβέρνηση, αλλά ούτε μπορεί, μετά από τόσο μεγάλο διάστημα διακυβέρνησης, να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως κληρονομημένο πρόβλημα.

Το εισόδημα και η δουλειά επηρεάζουν τη δημιουργία οικογένειας

Υπάρχει και κάτι ακόμη ιδιαίτερα σημαντικό.

Ο OECD βρίσκει σαφή σύνδεση μεταξύ οικονομικής σταθερότητας και δημιουργίας οικογένειας στην Ελλάδα.

Για τους άνδρες, για παράδειγμα, η απασχόληση αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα για τη γονιμότητα. Ο οργανισμός επισημαίνει ότι οι οικονομικές κρίσεις μετά το 2008 είχαν βαθιά επίδραση στις δημογραφικές συμπεριφορές, ενώ για τις γυναίκες παραμένει σημαντική η δυσκολία συνδυασμού εργασίας και οικογένειας.

Άρα η δημογραφική πολιτική δεν είναι μόνο επίδομα τέκνων.

Είναι μισθός, δουλειά, κατοικία, παιδικοί σταθμοί, κοινωνικές υπηρεσίες και ασφάλεια για το αύριο.

Και αυτά αποτελούν πεδία άσκησης κυβερνητικής πολιτικής.

Παρά τα μέτρα, το αποτέλεσμα παραμένει αρνητικό

Για λόγους ακρίβειας πρέπει να αναγνωριστεί ότι η κυβέρνηση έχει πάρει μέτρα.

Έχει αυξηθεί το επίδομα γέννησης, έχουν διευρυνθεί ορισμένες άδειες και παροχές και έχουν ανακοινωθεί φορολογικές ελαφρύνσεις για οικογένειες.

Ο OECD καταγράφει μάλιστα «σημαντικά βήματα» τα τελευταία χρόνια σε πολιτικές που αφορούν τους νέους και τις οικογένειες.

Αυτό όμως δημιουργεί ένα ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα:

Γιατί, παρά τα μέτρα, οι γεννήσεις εξακολουθούν να καταρρέουν;

Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι τα ειδικά οικογενειακά μέτρα δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν ευρύτερες πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά.

Και εκεί ακριβώς πρέπει να μεταφερθεί η πολιτική συζήτηση.

Η Ελλάδα δεν χάνει απλώς πληθυσμό – χάνει το μέλλον της

Το δημογραφικό δεν είναι μια στατιστική για τα βιβλία της ΕΛΣΤΑΤ.

Σημαίνει λιγότερα παιδιά στα σχολεία, λιγότερους εργαζόμενους στο μέλλον, μεγαλύτερη πίεση στο ασφαλιστικό σύστημα και ακόμη μεγαλύτερη ερήμωση της ελληνικής περιφέρειας.

Ο OECD αντιμετωπίζει πλέον τη δημογραφική αλλαγή ως δομική πρόκληση για την Ελλάδα, με συνέπειες στην παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα, τα δημόσια οικονομικά και την κοινωνική συνοχή.

Και γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο αν δόθηκε ένα ακόμη επίδομα.

Το πολιτικό ερώτημα για την κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι πολύ συγκεκριμένο:

Μετά από επτά χρόνια εξουσίας και ενώ το δημογραφικό έχει ανακηρυχθεί σε εθνική προτεραιότητα, γιατί η χώρα εξακολουθεί να καταγράφει ολοένα λιγότερες γεννήσεις;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ότι για όλα ευθύνονται οι προηγούμενοι.

Ούτε όμως τεκμηριώνεται ότι για όλα ευθύνεται αποκλειστικά η σημερινή κυβέρνηση.

Αυτό που τεκμηριώνεται είναι το αποτέλεσμα:

83.763 γεννήσεις το 2019.
65.594 το 2025.
Πτώση περίπου 22%.

Και ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η ανακοπή αυτής της πορείας αποτελεί πλέον σαφή πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη — ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι βαθύτερες ρίζες του δημογραφικού προβλήματος προϋπήρχαν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ