Υπάρχει μια φράση που ακούμε σχεδόν κάθε φορά που δημιουργείται ένα σοβαρό πρόβλημα σε έναν τόπο.
«Ο Δήμαρχος έπρεπε να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι».
Δεν υπάρχει γιατρός;
Να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι.
Δεν εγκρίνεται ένα έργο;
Να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι.
Δεν δίνει χρήματα το Υπουργείο;
Να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι.
Δεν προχωρά μια κρατική υπηρεσία;
Να πιέσει περισσότερο.
Δεν συμφωνεί ο Βουλευτής;
Να τον αναγκάσει.
Δεν συμφωνεί ο Υπουργός;
Να πάει στην Αθήνα και να απαιτήσει.
Ακούγεται ωραίο.
Ακούγεται δυναμικό.
Και πολιτικά πουλάει εξαιρετικά.
Μόνο που η πραγματική διοίκηση μιας χώρας δεν λειτουργεί έτσι.
Και ίσως ήρθε η ώρα να ξεκαθαρίσουμε κάτι που στην τοπική πολιτική συζήτηση σκοπίμως πολλές φορές συγχέεται:
Άλλο πράγμα είναι η πολιτική επιρροή ενός Δημάρχου.
Και εντελώς διαφορετικό η θεσμική εξουσία του.
Ο Δήμαρχος μπορεί να διεκδικήσει.
Μπορεί να πιέσει.
Μπορεί να απαιτήσει.
Μπορεί να δημοσιοποιήσει ένα πρόβλημα.
Μπορεί να κινητοποιήσει την κοινωνία.
Μπορεί να συναντήσει Υπουργούς.
Μπορεί να απευθυνθεί στον Βουλευτή.
Μπορεί να στείλει έγγραφα.
Μπορεί να καταθέσει προτάσεις.
Μπορεί να συμμαχήσει με άλλους Δήμους.
Μπορεί να χρησιμοποιήσει την ΚΕΔΕ.
Μπορεί ακόμη και να συγκρουστεί πολιτικά με μια κυβέρνηση.
Υπάρχει όμως κάτι που δεν μπορεί να κάνει.
Να πάρει την αρμοδιότητα κάποιου άλλου και να αποφασίσει ο ίδιος.
Και αυτό αλλάζει ολόκληρη τη συζήτηση.
Ο Δήμαρχος δεν είναι μικρός Πρωθυπουργός
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρεξήγηση.
Ένας Δήμαρχος εκλέγεται από τους πολίτες ενός Δήμου και διαθέτει σημαντική δημοκρατική νομιμοποίηση.
Αυτό όμως δεν τον μετατρέπει σε μικρό Πρωθυπουργό της περιοχής του.
Δεν ελέγχει τα Υπουργεία.
Δεν ελέγχει την Περιφέρεια.
Δεν ελέγχει τον Βουλευτή.
Δεν ελέγχει τα Νοσοκομεία.
Δεν ελέγχει κάθε κρατική υπηρεσία.
Δεν αποφασίζει για κάθε δρόμο.
Δεν αποφασίζει για κάθε λιμάνι.
Δεν αποφασίζει για κάθε χρηματοδότηση.
Δεν μπορεί να υπογράψει αντί ενός Υπουργού.
Δεν μπορεί να εκδώσει μια υπουργική απόφαση.
Δεν μπορεί να εντάξει μόνος του ένα έργο σε χρηματοδοτικό πρόγραμμα που διαχειρίζεται άλλος φορέας.
Δεν μπορεί να υποχρεώσει το κράτος να διαθέσει χρήματα που το κράτος έχει αποφασίσει να μη διαθέσει.
Όσο δυνατά κι αν χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι.
Τότε τι σημαίνει «ισχυρός Δήμαρχος»;
Εδώ πρέπει να αλλάξουμε λίγο τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πολιτική ισχύ.
Ισχυρός Δήμαρχος δεν είναι απαραίτητα εκείνος που φωνάζει περισσότερο.
Ούτε εκείνος που φωτογραφίζεται έξω από περισσότερα υπουργικά γραφεία.
Ούτε εκείνος που κάθε εβδομάδα εκδίδει μια οργισμένη ανακοίνωση εναντίον της κυβέρνησης.
Η πραγματική ισχύς ενός Δημάρχου αποτελεί συνδυασμό πολλών πραγμάτων.
Της πολιτικής επιρροής του.
Της τεκμηρίωσης των αιτημάτων του.
Της ικανότητας των υπηρεσιών του.
Της ωριμότητας των μελετών που διαθέτει.
Των συμμαχιών που μπορεί να δημιουργήσει.
Της πρόσβασης που έχει στα κέντρα αποφάσεων.
Της αξιοπιστίας του.
Και βεβαίως της δυνατότητάς του να μετατρέψει ένα τοπικό αίτημα σε πολιτική πίεση που η κεντρική εξουσία δύσκολα μπορεί να αγνοήσει.
Αυτό είναι δύναμη.
Όχι το ντεσιμπέλ της φωνής.
«Να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι»
Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ένας Δήμαρχος το κάνει.
Πηγαίνει σε έναν Υπουργό.
Και του λέει:
«Απαιτώ να χρηματοδοτήσεις αυτό το έργο».
Ο Υπουργός απαντά:
«Δεν το χρηματοδοτώ».
Τι ακριβώς ακολουθεί;
Θα τον συλλάβει ο Δήμαρχος;
Θα υπογράψει αντί για εκείνον;
Θα πάρει τα χρήματα από το Υπουργείο;
Προφανώς όχι.
Μπορεί να βγει δημόσια και να καταγγείλει την απόφαση.
Μπορεί να οργανώσει πολιτική πίεση.
Μπορεί να ζητήσει συνάντηση με τον Πρωθυπουργό.
Μπορεί να κινητοποιήσει τους Βουλευτές.
Μπορεί να ενεργοποιήσει την ΚΕΔΕ.
Μπορεί να αναζητήσει εναλλακτικό χρηματοδοτικό εργαλείο.
Μπορεί να δημιουργήσει τέτοιο πολιτικό κόστος ώστε τελικά η κυβέρνηση να αλλάξει γνώμη.
Αλλά προσέξτε τη διαφορά:
μπορεί να προσπαθήσει να αλλάξει την απόφαση. Δεν μπορεί να την αλλάξει ο ίδιος.
Αυτό είναι το όριο της εξουσίας του.
Η διεκδίκηση είναι υποχρέωση – το αποτέλεσμα δεν εξαρτάται πάντοτε από τον Δήμαρχο
Και εδώ χρειάζεται να είμαστε επίσης ξεκάθαροι.
Δεν υποστηρίζουμε ότι ένας Δήμαρχος πρέπει να λέει:
«Δεν είναι αρμοδιότητά μου, άρα δεν με ενδιαφέρει».
Κάθε άλλο.
Ένας σοβαρός Δήμαρχος πρέπει να ενδιαφέρεται για οτιδήποτε σημαντικό συμβαίνει στον Δήμο του.
Ακόμη κι αν δεν έχει την αρμοδιότητα.
Αν υπάρχει πρόβλημα στο Νοσοκομείο, πρέπει να παρέμβει.
Αν υπάρχει πρόβλημα σε έναν δρόμο της Περιφέρειας, πρέπει να πιέσει.
Αν υπάρχει πρόβλημα σε κρατική υποδομή, πρέπει να κινητοποιηθεί.
Αν υπάρχει πρόβλημα στην ακτοπλοϊκή σύνδεση, πρέπει να διεκδικήσει λύση.
Αυτό ακριβώς σημαίνει προάσπιση των συμφερόντων του τόπου.
Υπάρχει όμως τεράστια απόσταση ανάμεσα στο:
«ο Δήμαρχος οφείλει να διεκδικήσει»
και στο:
«αφού δεν έγινε αυτό που ζητούσε, σημαίνει ότι ο Δήμαρχος δεν πίεσε αρκετά».
Το δεύτερο είναι πολιτικά βολικό.
Αλλά πολλές φορές είναι απλώς παράλογο.
Γιατί έτσι καταλήγουμε σε ένα απίστευτο πολιτικό τέχνασμα
Ας δούμε πού οδηγεί αυτή η λογική.
Η κυβέρνηση έχει την αρμοδιότητα.
Η κυβέρνηση αποφασίζει.
Η κυβέρνηση δεν χρηματοδοτεί.
Και τελικά ποιος φταίει;
Ο Δήμαρχος!
Γιατί;
«Δεν χτύπησε αρκετά δυνατά το χέρι στο τραπέζι».
Αυτό είναι η απόλυτη αντιστροφή της έννοιας της πολιτικής ευθύνης.
Δηλαδή εκείνος που είχε την εξουσία να αποφασίσει απαλλάσσεται από την ευθύνη της απόφασής του και η ευθύνη μεταφέρεται σε εκείνον που απλώς μπορούσε να ζητήσει μια διαφορετική απόφαση.
Αν δεχτούμε αυτή τη λογική, τότε σχεδόν ποτέ δεν ευθύνεται η κεντρική κυβέρνηση για τίποτε τοπικό.
Πάντα θα φταίει ο Δήμαρχος που «δεν πίεσε».
Και αυτό προφανώς δεν στέκει.
Και ο Βουλευτής;
Εδώ υπάρχει μια δεύτερη μεγάλη παρεξήγηση.
Ακούμε συχνά:
«Ο Δήμαρχος πρέπει να απαιτήσει από τον Βουλευτή».
Να απαιτήσει τι ακριβώς;
Ο Βουλευτής επίσης δεν είναι υφιστάμενος του Δημάρχου.
Έχει διαφορετική δημοκρατική νομιμοποίηση και διαφορετικό θεσμικό ρόλο.
Ο Δήμαρχος μπορεί να ζητήσει τη βοήθειά του.
Να τον ενημερώσει.
Να του ζητήσει πολιτική παρέμβαση.
Να απαιτήσει δημόσια να πάρει θέση.
Να του ασκήσει πολιτική κριτική.
Αλλά δεν μπορεί να του δώσει εντολή.
Και αντίστοιχα ο Βουλευτής δεν είναι ο διοικητικός προϊστάμενος του Δημάρχου.
Αυτό ακριβώς σημαίνει θεσμική διάκριση.
«Μα παλιά οι Δήμαρχοι χτυπούσαν το χέρι και έφερναν λεφτά»
Εδώ μπαίνουμε σε έναν ακόμη μεγάλο ελληνικό μύθο.
Τον μύθο του παλιού «πανίσχυρου Δημάρχου».
Εκείνου που πήγαινε στο Υπουργείο, χτυπούσε το γραφείο, έπαιρνε τον Υπουργό τηλέφωνο και γύριζε στο χωριό με μια βαλίτσα χρηματοδοτήσεις.
Ναι.
Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες οι προσωπικές πολιτικές σχέσεις, οι κομματικοί μηχανισμοί και οι απευθείας παρεμβάσεις είχαν πολύ μεγαλύτερο βάρος στη διανομή πόρων.
Και υπήρξαν Δήμαρχοι με εξαιρετικά ισχυρές προσβάσεις στα κόμματα εξουσίας.
Αλλά ας μην εξιδανικεύουμε εκείνο το σύστημα.
Γιατί πολλές φορές δεν ήταν «ισχυρή Αυτοδιοίκηση».
Ήταν πελατειακή πολιτική.
Ο Δήμαρχος που είχε τον Υπουργό κέρδιζε.
Ο Δήμαρχος που δεν τον είχε έχανε.
Ο «δικός μας» Δήμος έπαιρνε.
Ο άλλος περίμενε.
Αυτό δεν αποτελεί πρότυπο σύγχρονης δημόσιας διοίκησης.
Σήμερα ένα έργο δεν γίνεται επειδή κάποιος χτύπησε ένα γραφείο
Σήμερα, ειδικά στα μεγάλα έργα, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα.
Χρειάζεται ωρίμανση.
Μελέτες.
Αδειοδοτήσεις.
Περιβαλλοντικές εγκρίσεις όπου απαιτούνται.
Τεχνικά δελτία.
Επιλεξιμότητα δαπανών.
Χρηματοδοτικό πρόγραμμα.
Διαγωνιστικές διαδικασίες.
Συμβάσεις.
Χρονοδιαγράμματα.
Νομιμότητα.
Ελεγκτικοί μηχανισμοί.
Ένας Δήμαρχος που διαθέτει ώριμη μελέτη και ολοκληρωμένο φάκελο μπορεί να είναι πολύ αποτελεσματικότερος από κάποιον που χτυπά δέκα φορές το χέρι στο τραπέζι χωρίς να έχει έτοιμο τίποτε.
Η σύγχρονη διεκδίκηση γίνεται και με φακέλους, όχι μόνο με γροθιές.
Υπάρχει όμως ένα σημείο όπου ο Δήμαρχος πρέπει πράγματι να συγκρουστεί
Βεβαίως υπάρχει.
Όταν έχει κάνει όσα μπορούσε θεσμικά.
Όταν έχει τεκμηριώσει το αίτημα.
Όταν έχει καταθέσει προτάσεις.
Όταν έχει στείλει έγγραφα.
Όταν έχει ζητήσει συναντήσεις.
Όταν έχει αναζητήσει χρηματοδότηση.
Όταν έχει προειδοποιήσει εγκαίρως.
Και απέναντί του συναντά αδικαιολόγητη αδιαφορία.
Τότε ο Δήμαρχος έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά και πολιτική υποχρέωση να ανεβάσει τους τόνους.
Να ενημερώσει τους πολίτες.
Να κατονομάσει την αρμόδια αρχή.
Να εξηγήσει τι ζήτησε και τι απάντηση έλαβε.
Να διεκδικήσει δημόσια.
Ακόμη και να συγκρουστεί.
Αλλά αυτό είναι πολιτική πίεση.
Δεν είναι μεταφορά της αρμοδιότητας.
Και πότε κρίνεται πραγματικά ένας Δήμαρχος;
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Ο Δήμαρχος πρέπει να κρίνεται αυστηρότατα για εκείνα που βρίσκονται μέσα στη δική του σφαίρα ευθύνης.
Είχε την αρμοδιότητα;
Είχε τα χρήματα;
Είχε το προσωπικό;
Είχε τη δυνατότητα;
Είχε τη μελέτη;
Και δεν έκανε τίποτε;
Τότε να κριθεί.
Και σκληρά.
Αν όμως δεν είχε την αρμοδιότητα, τότε η αξιολόγηση πρέπει να είναι διαφορετική.
Ενημέρωσε τον αρμόδιο;
Πίεσε;
Επανήλθε;
Τεκμηρίωσε;
Πρότεινε λύσεις;
Διεκδίκησε χρηματοδότηση;
Έκανε όσα θεσμικά μπορούσε;
Αυτό είναι το μέτρο.
Όχι αν κατάφερε με κάποιον μαγικό τρόπο να αναγκάσει μια κυβέρνηση να κάνει κάτι που η ίδια δεν ήθελε να κάνει.
Γιατί διαφορετικά ζητάμε από τον Δήμαρχο να γίνει κάτι που θεσμικά δεν είναι
Και εδώ υπάρχει ένας κίνδυνος.
Όσο περισσότερο καλλιεργούμε την αντίληψη του «πανίσχυρου Δημάρχου», τόσο περισσότερο θολώνουμε τις πραγματικές ευθύνες.
Ο πολίτης παύει να γνωρίζει ποιος είναι αρμόδιος.
Για όλα φταίει ο Δήμος.
Δρόμος της Περιφέρειας;
Ο Δήμαρχος.
Κρατικό Νοσοκομείο;
Ο Δήμαρχος.
Υπουργική χρηματοδότηση;
Ο Δήμαρχος.
Κεντρική πολιτική;
Ο Δήμαρχος.
Και κάπως έτσι οι πραγματικά αρμόδιοι εξαφανίζονται από το κάδρο.
Αυτό δεν βοηθά τον πολίτη.
Τον μπερδεύει.
Η ΚΕΔΕ ζητά ακριβώς το αντίθετο: καθαρές αρμοδιότητες
Δεν είναι τυχαίο ότι εδώ και χρόνια η ίδια η Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας ζητά ξεκαθάρισμα των αρμοδιοτήτων μεταξύ Κράτους, Περιφερειών και Δήμων.
Γιατί όταν όλοι εμφανίζονται περίπου αρμόδιοι για όλα, στο τέλος κανείς δεν λογοδοτεί πραγματικά για τίποτε.
Ο Δήμος δείχνει την Περιφέρεια.
Η Περιφέρεια δείχνει το Υπουργείο.
Το Υπουργείο δείχνει τον Δήμο.
Και ο πολίτης βρίσκεται στη μέση.
Το πραγματικά σύγχρονο μοντέλο δεν είναι:
«βρες έναν δυνατό Δήμαρχο που θα χτυπάει τραπέζια».
Είναι:
ξεκαθάρισε ποιος αποφασίζει, δώσε του τους αντίστοιχους πόρους και μετά απαίτησε από αυτόν αποτέλεσμα.
Ο ισχυρός Δήμαρχος του 2026 δεν είναι ο κομματάρχης του 1980
Και ίσως εδώ βρίσκεται ολόκληρη η ουσία.
Η Ελλάδα έχει αλλάξει.
Η δημόσια διοίκηση έχει αλλάξει.
Τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία έχουν αλλάξει.
Οι έλεγχοι έχουν αλλάξει.
Οι διαδικασίες έχουν αλλάξει.
Η έννοια της χρηστής διοίκησης πρέπει επίσης να αλλάξει.
Ο Δήμαρχος του σήμερα δεν πρέπει να κρίνεται από το πόσο κοντά βρίσκεται στον εκάστοτε Υπουργό.
Ούτε από το πόσο δυνατά φωνάζει.
Ούτε από το πόσες φορές εμφανίζεται στα υπουργικά γραφεία.
Πρέπει να κρίνεται από το αν ο Δήμος του είναι οργανωμένος.
Από το αν έχει ώριμες μελέτες.
Από το αν διεκδικεί χρηματοδοτήσεις.
Από το αν αξιοποιεί όσες εξασφαλίζει.
Από το αν συνεργάζεται όταν χρειάζεται.
Από το αν συγκρούεται όταν πρέπει.
Από το αν γνωρίζει τις αρμοδιότητές του.
Και κυρίως από το αν παράγει αποτέλεσμα εκεί όπου πραγματικά έχει τη δύναμη να παράγει αποτέλεσμα.
Γιατί υπάρχει και το όριο της πραγματικότητας
Μπορεί ένας Δήμαρχος να πιέσει έναν Υπουργό εκατό φορές.
Αν η κυβέρνηση έχει αποφασίσει ότι δεν θα χρηματοδοτήσει ένα έργο, στο τέλος ο Δήμαρχος δεν μπορεί να ανοίξει το κρατικό ταμείο.
Μπορεί να ζητήσει εκατό φορές από μια Περιφέρεια να φτιάξει έναν επαρχιακό δρόμο.
Δεν μπορεί να στείλει αυθαίρετα τα δικά του συνεργεία να εκτελέσουν οποιοδήποτε έργο πάνω σε ξένη αρμοδιότητα παρακάμπτοντας τις νόμιμες διαδικασίες.
Μπορεί να απαιτήσει καλύτερη στελέχωση ενός κρατικού Νοσοκομείου.
Δεν μπορεί να διορίσει γιατρούς στο ΕΣΥ.
Αυτά δεν αποτελούν αδυναμία του Δημάρχου.
Αποτελούν τα όρια της θεσμικής του εξουσίας.
Και ευτυχώς υπάρχουν όρια.
Γιατί διαφορετικά δεν θα είχαμε διοίκηση.
Θα είχαμε 332 διαφορετικά μικρά κράτη.
Να απαιτούμε λοιπόν διεκδικητικούς Δημάρχους – όχι μάγους
Αυτό πρέπει να είναι το μέτρο.
Θέλουμε Δήμαρχο που διεκδικεί;
Βεβαίως.
Θέλουμε Δήμαρχο που δεν φοβάται έναν Υπουργό;
Ασφαλώς.
Θέλουμε Δήμαρχο που θα πιέζει τον Βουλευτή;
Ναι.
Θέλουμε Δήμαρχο που όταν αδικείται ο τόπος του θα βγαίνει μπροστά;
Απολύτως.
Αλλά δεν μπορούμε να απαιτούμε από έναν Δήμαρχο να διαθέτει εξουσίες που ο νόμος δεν του έχει δώσει.
Και κυρίως δεν μπορούμε να απαλλάσσουμε από την ευθύνη εκείνον που αποφασίζει, κατηγορώντας εκείνον που απλώς διεκδικεί.
Το «χτύπα το χέρι στο τραπέζι» είναι εύκολο σύνθημα
Και ίσως γι’ αυτό χρησιμοποιείται τόσο πολύ στην αντιπολίτευση.
Δεν χρειάζεται να εξηγήσεις ποιος έχει την αρμοδιότητα.
Δεν χρειάζεται να εξηγήσεις από πού θα βρεθούν τα χρήματα.
Δεν χρειάζεται να παρουσιάσεις χρηματοδοτικό εργαλείο.
Δεν χρειάζεται να εξηγήσεις τη νομοθεσία.
Λες απλώς:
«Εγώ θα πήγαινα και θα χτυπούσα το χέρι στο τραπέζι».
Ωραία.
Και αν ο Υπουργός έλεγε όχι;
Τότε τι;
Εκεί τελειώνει συνήθως η αφήγηση.
Γιατί εκεί αρχίζει η πραγματική πολιτική.
Η πραγματική δύναμη είναι να ξέρεις τι μπορείς να κάνεις
Ένας πραγματικά ισχυρός Δήμαρχος δεν χρειάζεται να υποδύεται τον παντοδύναμο.
Ξέρει πού τελειώνει η δική του αρμοδιότητα.
Ξέρει πού αρχίζει η ευθύνη του άλλου.
Και όταν φτάνει σε εκείνο το σημείο, δεν σωπαίνει.
Διεκδικεί.
Πιέζει.
Τεκμηριώνει.
Δημοσιοποιεί.
Χτίζει συμμαχίες.
Και αν χρειαστεί, συγκρούεται.
Αλλά δεν παραμυθιάζει τον πολίτη ότι μπορεί να υπογράψει αντί για τον Υπουργό.
Ούτε ότι μια γροθιά πάνω σε ένα υπουργικό γραφείο αποτελεί χρηματοδοτικό πρόγραμμα.
Τελικά, ποιος είναι ο πραγματικά ισχυρός Δήμαρχος;
Όχι εκείνος που χτυπά δυνατότερα το τραπέζι.
Εκείνος που ξέρει σε ποιο τραπέζι πρέπει να καθίσει.
Που πηγαίνει εκεί με στοιχεία.
Με ώριμη πρόταση.
Με μελέτη.
Με χρηματοδοτική λύση.
Με κοινωνική στήριξη.
Με πολιτικές συμμαχίες.
Και με την αποφασιστικότητα να διεκδικήσει μέχρι το τέλος.
Και αν τελικά η κυβέρνηση πει «όχι», τότε έχει και το πολιτικό θάρρος να βγει μπροστά και να πει στους πολίτες:
«Αυτό ζήτησα. Αυτά έκανα. Αυτή ήταν η απάντηση. Και αυτός είναι ο αρμόδιος που αποφάσισε».
Αυτό λέγεται λογοδοσία.
Αυτό λέγεται σοβαρή Αυτοδιοίκηση.
Και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο —και πολύ πιο χρήσιμο για έναν τόπο— από το να χτυπά κάποιος θεαματικά το χέρι στο τραπέζι.
Γιατί τα τραπέζια κάνουν θόρυβο.
Οι αρμοδιότητες όμως είναι αυτές που παράγουν αποφάσεις



