Υπάρχει μια βασική διάκριση στις δημοσκοπήσεις που συχνά χάνεται μέσα στους τίτλους, στα γραφήματα και στα εντυπωσιακά ποσοστά.
Και μπορεί να ειπωθεί με μία πρόταση:
Η πρόθεση ψήφου είναι μέτρηση. Η αναγωγή είναι εκτίμηση.
Αν σε μια δημοσκόπηση ένα κόμμα καταγράφεται στην πρόθεση ψήφου στο 25,5% και στη συνέχεια εμφανίζεται, μετά την αναγωγή, στο 30% ή στο 31%, δεν σημαίνει ότι η δημοσκόπηση μέτρησε το κόμμα στο 31%.
Το μέτρησε στο 25,5%.
Το 30% ή το 31% είναι το αποτέλεσμα της επεξεργασίας που ακολουθεί.
Και αυτή η διαφορά πρέπει να είναι απολύτως ξεκάθαρη στον αναγνώστη.
Τι σημαίνει «πρόθεση ψήφου»
Η πρόθεση ψήφου καταγράφει τις απαντήσεις που δίνει το δείγμα στην ερώτηση για το τι θα ψήφιζε.
Φυσικά πρόκειται για δημοσκόπηση και όχι για απογραφή εκατομμυρίων ψηφοφόρων. Υπάρχει δείγμα, στατιστικό σφάλμα και στάθμιση ώστε το δείγμα να προσεγγίζει τα χαρακτηριστικά του εκλογικού σώματος.
Όμως, από τους δείκτες που παρουσιάζονται, η πρόθεση ψήφου βρίσκεται πλησιέστερα στην καταγεγραμμένη απάντηση των ερωτώμενων.
Εάν λοιπόν βλέπουμε:
Κόμμα Α: 25,5%
αυτό σημαίνει ότι, μετά τις προβλεπόμενες σταθμίσεις της έρευνας, αυτή είναι η καταγεγραμμένη πρόθεση ψήφου.
Γι’ αυτό μπορούμε να την αποκαλούμε:
μέτρηση.
Και μετά έρχεται η αναγωγή
Εδώ αλλάζει το πράγμα.
Η εταιρεία παίρνει τα αποτελέσματα της μέτρησης και επιχειρεί να τα μετατρέψει σε μια εικόνα περισσότερο συγκρίσιμη με εκλογικό αποτέλεσμα.
Υπάρχουν αναποφάσιστοι.
Υπάρχουν όσοι δηλώνουν αποχή.
Υπάρχουν λευκά και άκυρα.
Υπάρχουν «δεν ξέρω/δεν απαντώ».
Ανάλογα με το είδος της αναγωγής και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται, αλλάζει η βάση υπολογισμού και τα ποσοστά των κομμάτων ανεβαίνουν.
Έτσι ένα κόμμα που μετρήθηκε στο 25,5% μπορεί στην αναγωγή να εμφανιστεί στο 30% ή 31%.
Αυτό το δεύτερο ποσοστό δεν είναι νέα μέτρηση.
Είναι εκτίμηση που παράγεται από τη μέτρηση.
Ένα παράδειγμα που τα εξηγεί όλα
Ας υποθέσουμε ότι έχουμε 100 ερωτώμενους.
Οι 25 δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν το κόμμα Α.
Η πρόθεση ψήφου είναι:
25%.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι, για τους σκοπούς μιας απλής αναγωγής, η βάση πάνω στην οποία υπολογίζονται τα ποσοστά περιορίζεται στους 83.
Τότε:
25 ÷ 83 × 100 = 30,1%.
Τι μέτρησε όμως η έρευνα;
25%.
Τι προέκυψε μετά την αναγωγή;
30,1%.
Κανένας επιπλέον πολίτης δεν δήλωσε ότι ψηφίζει το κόμμα.
Δεν βρέθηκαν ξαφνικά άλλοι πέντε ψηφοφόροι.
Άλλαξε ο παρονομαστής.
Αυτός είναι ο απλούστερος τρόπος για να καταλάβουμε τη διαφορά.
Μέτρηση 25% – Εκτίμηση 30%
Και εδώ βρίσκεται το σημείο που θα έπρεπε να είναι πολύ πιο εμφανές στην παρουσίαση των δημοσκοπήσεων.
Εάν μια εταιρεία ανακοινώνει:
Πρόθεση ψήφου: 25%
και
Αναγωγή: 30%
και τα Μέσα Ενημέρωσης γράφουν απλώς:
«Στο 30% το κόμμα Α»
ο τίτλος μπορεί να μεταφέρει στον αναγνώστη διαφορετική εντύπωση από αυτό που πραγματικά συνέβη στην έρευνα.
Γιατί δεν δήλωσε το 30% του δείγματος ότι θα ψηφίσει το συγκεκριμένο κόμμα.
Η καταγεγραμμένη πρόθεση ήταν 25%.
Το 30% προέκυψε μετά.
Αυτό δεν καθιστά την αναγωγή άχρηστη ή αυθαίρετη.
Αλλά πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους:
25%: μέτρηση.
30%: εκτίμηση μέσω αναγωγής.
Ποιο από τα δύο πρέπει να παίρνουμε πιο σοβαρά;
Και τα δύο έχουν χρησιμότητα, αλλά για διαφορετικό λόγο.
Αν θέλουμε να γνωρίζουμε:
«Τι δηλώνουν σήμερα οι πολίτες που συμμετείχαν στην έρευνα;»
κοιτάμε πρώτα την πρόθεση ψήφου.
Αν θέλουμε να γνωρίζουμε:
«Πώς εκτιμά η εταιρεία ότι αυτή η καταγεγραμμένη εικόνα μεταφράζεται σε ποσοστά επί διαφορετικής βάσης, πλησιέστερης στα έγκυρα;»
κοιτάμε την αναγωγή.
Επομένως, όταν το ερώτημα είναι η πολιτική τάση, η πρόθεση ψήφου έχει ιδιαίτερη αξία.
Αν ένα κόμμα είχε τον προηγούμενο μήνα 25,5% και σήμερα 25,7%, η μέτρηση καταγράφει μεταβολή:
+0,2 μονάδες.
Δεν μπορούμε να πάρουμε το 25,5% της προηγούμενης πρόθεσης και να το συγκρίνουμε με το 31% της σημερινής αναγωγής και να πούμε ότι το κόμμα ανέβηκε 5,5 μονάδες.
Θα συγκρίναμε μέτρηση με εκτίμηση.
Ο χρυσός κανόνας
Αυτός πρέπει να είναι ο κανόνας κάθε φορά που διαβάζουμε δημοσκόπηση:
Πρόθεση με πρόθεση.
Αναγωγή με αναγωγή.
Και κατά προτίμηση συγκρίνουμε διαδοχικές έρευνες της ίδιας εταιρείας, επειδή διαφορετικές εταιρείες μπορεί να χρησιμοποιούν διαφορετικά δείγματα, σταθμίσεις και μεθοδολογικές επιλογές.
Έτσι βλέπουμε πολύ καθαρότερα εάν υπάρχει πραγματική δημοσκοπική μεταβολή.
Γιατί έχει σημασία αυτή η διάκριση
Διότι στην πολιτική επικοινωνία το μεγαλύτερο νούμερο είναι συνήθως και το πιο ελκυστικό.
Ένα κόμμα βρίσκεται στην πρόθεση στο 25%.
Με την αναγωγή πηγαίνει στο 30%.
Και την επόμενη ημέρα ο πολίτης διαβάζει:
«Στο 30% το κόμμα».
Το 30% μπορεί να είναι απολύτως θεμιτό αποτέλεσμα της αναγωγής.
Αλλά λείπει μία κρίσιμη πληροφορία:
η ίδια η πρόθεση ψήφου ήταν 25%.
Και αυτό ο αναγνώστης πρέπει να το γνωρίζει για να καταλάβει τι ακριβώς του παρουσιάζεται.
Δεν είναι «μαγείρεμα» – είναι όμως διαφορετικό πράγμα
Εδώ χρειάζεται προσοχή και προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Το γεγονός ότι η αναγωγή αποτελεί εκτίμηση δεν σημαίνει ότι είναι αυθαίρετη.
Υπάρχει μαθηματική και στατιστική λογική στην αναγωγή.
Ούτε σημαίνει ότι η πρόθεση ψήφου αποτελεί κάποια αλάνθαστη «απόλυτη αλήθεια». Και αυτή προέρχεται από δείγμα και συνοδεύεται από δειγματοληπτική αβεβαιότητα.
Η ουσιαστική διαφορά είναι απλούστερη:
Η μία βρίσκεται πιο κοντά σε αυτό που καταγράφηκε.
Η άλλη είναι αυτό που εκτιμάται μετά την επεξεργασία του καταγεγραμμένου αποτελέσματος.
Και γι’ αυτό πρέπει να παρουσιάζονται ξεχωριστά.
Την επόμενη φορά, κοιτάξτε πρώτα τη μικρή λεζάντα
Όταν λοιπόν εμφανιστεί η επόμενη δημοσκόπηση και δείτε ένα κόμμα να βρίσκεται σε έναν πίνακα στο 24%, 25% ή 26% και λίγο αργότερα να εμφανίζεται στο 29%, 30% ή 31%, μην κοιτάξετε μόνο τον μεγαλύτερο αριθμό.
Κοιτάξτε τι γράφει πάνω από τον πίνακα:
ΠΡΟΘΕΣΗ ΨΗΦΟΥ
ή
ΑΝΑΓΩΓΗ
Γιατί μπορεί να μιλάμε για δύο διαφορετικά πράγματα.
Και η πιο απλή φράση είναι τελικά αυτή που πρέπει να θυμόμαστε:
Η πρόθεση ψήφου είναι μέτρηση. Η αναγωγή είναι εκτίμηση.
Η πρώτη μας δείχνει πιο άμεσα τι καταγράφηκε στην έρευνα.
Η δεύτερη επιχειρεί να μας δείξει πώς μεταφράζεται αυτή η μέτρηση μετά την αναγωγή.
Και όταν θέλουμε να δούμε εάν ένα κόμμα πραγματικά ανεβαίνει ή πέφτει στις δημοσκοπήσεις, δεν μπερδεύουμε ποτέ τα δύο.
Συγκρίνουμε μέτρηση με μέτρηση και εκτίμηση με εκτίμηση.
Μόνο έτσι οι αριθμοί αρχίζουν πραγματικά να λένε αυτό που δείχνουν — και όχι αυτό που μπορεί να υπονοεί ένας εντυπωσιακός τίτλος.



