Γράφει ο Ηλίας Τουμασάτος

Συνήθως όταν φέρνουμε στο μυαλό μας έναν μάγο, το πρώτο που σκεφτόμαστε είναι το ραβδί του. Και το δεύτερο, το καπέλο του. Και είναι φυσικό. Διότι το πιο πολύτιμο πράγμα που διαθέτει ο μάγος το έχει κάπου καλά κρυμμένο. Κι αυτό βέβαια δεν είναι άλλο από το μαγικό του βιβλίο. Ή μήπως δεν είναι μόνο ένα; Μήπως ο μάγος έχει κι άλλα βιβλία; Και πού είναι κρυμμένα; Και ποια παράξενα μαγικά γράφουν.
Μπορείτε να φανταστείτε ένα μάγο να ψάχνει στο κινητό του τα μαγικά του; Ή στο τάμπλετ; Ή στο έξυπνο ρολόι του; Αυτά άλλοτε τα έκανε ο Τζέιμς Μποντ στις ταινίες του, τώρα μπορώ να σας πω ότι μπορούν να τα κάνουν όλοι. Αλλά τα αληθινά ξόρκια, τα αληθινά μαγικά είναι γραμμένα σε βιβλία. Δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα που είναι κρυμμένα αυτά τα βιβλία με τα καλύτερα μαγικά. Για το μόνο που είμαι σίγουρος είναι ότι μπορεί να διαβάσεις πολλά βιβλία, πάρα πολλά βιβλία, αλλά τα μεγαλύτερα και ωραιότερα μυστικά, οι πιο ωραίες ιστορίες, θα βρίσκονται σ’ εκείνα που δεν έχεις διαβάσει ακόμα. Που θα τα διαβάσεις αύριο, μεθαύριο, μεταξύ μας, μπορεί και να μην προλάβεις. Αλλά, άμα θέλεις να είσαι μάγος, πρέπει να ψάξεις και να βρεις αυτά τα μαγικά βιβλία.
Θυμάσαι το πρώτο βιβλίο που διάβασες; Ξέρω πως δεν το θυμάσαι. Δεν θυμάσαι ούτε πώς το λένε. Το πιο πιθανό είναι ότι μπουσουλούσες μέσα στο σπίτι, και κάπου ανάμεσα στα παιχνίδια σου βρήκες ένα βιβλίο. Δηλαδή, εσύ τότε δεν ήξερες ότι αυτό είναι ένα βιβλίο. Ένα ορθογώνιο πράγμα που μοιάζει με κουτί, αλλά δεν είναι κουτί, είναι πολλά χαρτιά που κάποιος τα κόλλησε μεταξύ τους. Και πάνω τους έχουν κάποιες εικόνες και κάποιες μικρές μουτζουριές, σαν σκουληκάκια.
Κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι αυτό το παιχνίδι δεν τρώγεται και δεν μοιάζει με όλα τα άλλα παιχνίδια. Μπορεί να έχει πλάκα να το σκίσεις, αλλά μάλλον έχει περισσότερη πλάκα να δεις τις εικόνες και τα χρώματα… Και όσο καταλαβαίνεις τι είναι αυτές οι εικόνες, γιατί σε βοηθάει μια φωνή που σε κρατάει αγκαλιά και σου λέει την ιστορία της… ανακαλύπτεις ότι για να μπορέσεις κι εσύ να πεις αυτή την ιστορία, για να μπορέσεις δηλαδή να γίνεις μάγος, πρέπει να καταλάβεις και κάτι περισσότερο από τις εικόνες.
Τα σκουληκάκια. Δεν είναι σκουληκάκια. Είναι μαγικά σύμβολα. Κάτι σημαίνουν. Είναι αυτά που δεν βλέπεις, αλλά που θα σε βοηθήσουν να καταλάβεις αυτό που βλέπεις.
Είναι οι μαγικές λέξεις. Τα ξόρκια που θα πρέπει να μάθεις να διαβάζεις. Κι όχι μόνο να τα διαβάζεις.
Πρέπει να μάθεις και να τα λες. Γιατί, ναι, ο καλός ο μάγος πρέπει να ξέρει να διαβάζει τα σύμβολα. Πρέπει να καταλάβει αυτό που σημαίνουν. Αλλά και να χρησιμοποιήσει αυτά τα σύμβολα για να κάνει τα δικά του μαγικά.
Γιατί με αυτά τα σκουληκάκια, συγνώμη, τα σύμβολα, μπορείς να φτιάξεις έναν καινούριο, δικό σου κόσμο. Να τα ενώσεις με τις εικόνες, εκείνες που είναι πάνω στο χαρτί κι εκείνες που είναι στον κόσμο γύρω σου. Και μ’ αυτά μαζί, σαν τους παλιούς καλούς μάγους, να ανακατέψεις χρώματα, εικόνες και μαγικές λέξεις, και να φτιάξεις τον δικό σου κόσμο. Τότε, μπορείς να πεις ότι ξεκίνησες να μαθαίνεις την τέχνη της μαγείας. Όταν μέσα στο μυαλουδάκι σου ενωθεί αυτό που νιώθεις, που βλέπεις, που ακούς, που αγγίζεις, που γεύεσαι, με εκείνα τα μικρά σκουληκάκια… συγνώμη, τα σύμβολα. Πώς θα το καταλάβεις;
Θα δεις ένα τζίνι. Και θα σου πει: «Είμαι ο λόγος».
Κι εκεί που θα πας να του δώσεις το χέρι, θα δεις και μια νεράιδα να ξεπηδά από μια άλλη γωνιά του δωματίου. Θα σε δει κι εκείνη, και θα σου πει: «Είμαι η φαντασία».
Κι εκεί που πας κι εσύ να πεις πως σε λένε, σχεδόν δεν σ’ αφήνουν να μιλήσεις και σου λένε… «Τώρα έγινες μάγος». Γιατί έμαθες να αισθάνεσαι, έμαθες να σκέφτεσαι, έμαθες να φαντάζεσαι… κι όλα αυτά… σ’ εκείνα τα μαγικά βιβλία. Όχι, δεν είναι μυστικό, μπορείς να το πεις και σ’ άλλους. Αλλά, προπαντός, να μην ξεχάσεις κάτι. Κι αν έγινες μάγος, δεν θα μείνεις για πάντα μάγος. Γιατί αν ξεχάσεις κάπου τα μαγικά σου βιβλία, θα ξεχάσεις και τα μαγικά σου ξόρκια. Καπέλο θα ξαναβρείς. Μαγικό ραβδί, επίσης. Αλλά… για να μείνεις μάγος πρέπει να ψάχνεις πάντα για καινούρια μαγικά βιβλία. Για καινούρια ξόρκια που θα σου ξεκλειδώσουν καινούριες δυνάμεις. Γιατί το τζίνι κι η νεράιδα σου, ο λόγος και η Φαντασία, είναι πάντα τρυπωμένα μέσα σε κάποιο βιβλίο. Στις ιστορίες που είπαν οι άλλοι. Και στις ιστορίες που θα γράψεις εσύ.
Και θα μου πείτε τώρα, γιατί οι πιο πολλοί από σας ξεχάσαμε ότι είμαστε μάγοι; Γιατί ξεχάσαμε αυτό το φοβερό μυστικό, ότι στα βιβλία κρύβονται τα μαγικά ξόρκια που ξυπνούν το τζίνι, το Λόγο και τη νεράιδα, τη Φαντασία και μας κάνουν πανίσχυρους. Μου φαίνεται πως δεν μας έκανε να το ξεχάσουμε ούτε η τηλεόραση, ούτε το κινητό, ούτε ο υπολογιστής, ούτε το playstation. Δεν λέω, είναι πολύ πιο εντυπωσιακό να παίζεις ένα παιχνίδι με υπέροχα γραφικά, να ντύνεσαι με τη στολή του ήρωα που θέλεις, να βλέπεις μια ταινία με εντυπωσιακά εφέ, ή να περιπλανιέσαι σε όποιο σημείο της γης (και όχι μόνο) θες από τον υπολογιστή σου. Πώς μπορούν τα γράμματα, οι λέξεις, τα σύμβολα, οι φράσεις, οι ιστορίες να είναι πιο μαγικές από όλες εκείνες τις μαγικές εικόνες της οθόνης;
Εδώ κρύβεται ένα φοβερό μυστικό, που δεν μπορώ να μη σας το πω, βέβαια μετά θα πάψει να είναι μυστικό, αλλά θα εξακολουθήσει να είναι φοβερό.
Η οθόνη δεν μπορεί να σε κάνει μάγο. Γιατί στην οθόνη βλέπεις τα τζίνι και τις νεράιδες κάποιων άλλων.  Βλέπεις εκείνου τους κόσμους που δημιούργησε το τζίνι, ο λόγος και η νεράιδα, η φαντασία κάποιου άλλου. Δεν βλέπεις τα δικά σου. Τα δικά σου είναι κρυμμένα. Το δικό σου τζίνι, κι η δικιά σου νεράιδα, κρύβονται κάπου πολύ κοντά σου και περιμένουν να καταλάβεις ότι «είμαι κι εγώ εδώ!». Και δεν είναι κρυμμένα σε κάποιο μηχάνημα στην τσέπη σου ή στο δωμάτιό σου. Είναι κρυμμένα στα μαγικά σου βιβλία. Εκείνα που διάβασες. Εκείνα που θα διαβάσεις. Και εκείνα που ίσως δεν θα διαβάσεις ποτέ.
Χρειάζεται το δικό σου τζίνι κι η δικιά σου νεράιδα για να δεις την εικόνα σ’ εκείνο το βιβλίο να παίρνει ζωή και να κινείται. Για να δεις τη λέξη, εκείνα τα μαύρα ή χρωματιστά γράμματα να γίνονται ζωή. Τη ζωή που θα δώσεις εσύ σ’ εκείνη την εικόνα την τυπωμένη, σ’ εκείνες τις λέξεις τις τυπωμένες. Δηλαδή… τον κόσμο που θα φτιάξεις εσύ, με τα δικά σου τα μαγικά.
Ξέρω ότι φταίμε κι εμείς οι μεγάλοι που ξεχνάς ότι τα βιβλία έχουν μαγική δύναμη, κι έτσι το τζίνι σου κι η νεράιδα σου αποκοιμιούνται.
Ξέρω ότι φταίω κι εγώ. Όταν έρχεσαι στο σχολείο και σου δίνω το βιβλίο και σου λέω «Κάτσε να διαβάσεις». Γιατί «ΠΡΕΠΕΙ». Γιατί πρέπει να μάθεις. Γιατί πρέπει να γίνεις κάτι. Γιατί πρέπει να μορφωθείς. Και ξαφνικά στα χέρια σου το βιβλίο δεν γίνεται τζίνι, γίνεται ο κακός μάγος που θέλει να σου κλέψει την ελευθερία σου. Που θέλει να σου κλέψει το χρόνο από το παιχνίδι σου. Που σε φοβίζει γιατί αύριο κάποιος θα σου ζητήσει να του πεις τι γράφει μέσα αυτό το βιβλίο, κι αν δεν θυμάσαι θα σε τιμωρήσει.
Και κάποια στιγμή, αρχίζεις εκείνα τα βιβλία να τα μισείς. Γιατί νιώθεις ότι βαραίνουν την πλάτη σου, ότι σε γεμίζουν αγγαρείες, ότι δεν διαβάζεις επειδή σε κάνουν να νιώθεις χαρά, αλλά διαβάζεις επειδή κάποιος σε αναγκάζει να το κάνεις. Γιατί πρέπει να πάρεις τη γνώση που περιέχουν. Αλλά πώς μπορούμε να σου ζητάμε κάτι τέτοιο… Αφού η γνώση είναι κάτι που δεν μπορείς να κατακτήσεις με το «πρέπει». Κι όσο περνούν τα χρόνια αυτά τα βιβλία γίνονται πιο πολλά και πιο μεγάλα, και εσένα δεν σου λένε τίποτα, και όλες εκείνες οι γνώσεις που πρέπει να μάθεις περνούν μπροστά από τα μάτια σου και φεύγουν μόλις κλείσει το βιβλίο, μόλις περάσει η επόμενη μέρα, μόλις εγώ, ο δάσκαλός σου, σου κάνω την ερώτηση που, ουφ, ευτυχώς την ήξερες. Κι εγώ θα σου πω μπράβο, και εσύ θα αρχίσεις να σκέφτεσαι ποια είναι η επόμενη αγγαρεία που θα σου βάλω. Γιατί πρέπει.
Αλλά το τζίνι, ο λόγος, και η νεράιδα, η Φαντασία, έχουν αλλεργία σ’ εκείνο το «πρέπει». Και η αλλεργία τους αυτή δεν τους κάνει να φταρνίζονται. Τους κάνει να κοιμούνται. Κι έτσι, όσο περισσότερα «πρέπει» σου βάζω εγώ, τόσο πιο βαθιά τους αποκοιμίζω, και τόσο πιο πολύ σε κάνω να ξεχνάς ότι αυτά τα βιβλία δεν είναι γεμάτα με πρέπει, είναι γεμάτα με μαγικά.
Όσο περνούν τα χρόνια που είμαι δάσκαλος, τόσο σκέφτομαι ότι θα ήθελα ένα σχολείο όπου το βιβλίο δεν θα είναι αγγαρεία για σένα. Που δεν θα χρησιμοποιώ για να σου μεταδώσω γνώσεις αυτό το μαγικό αντικείμενο που θα έπρεπε κανονικά να σε κάνει πραγματικό μάγο. Που αντί να σε κάνω να το αγαπάς, σε κάνω να το μισείς. Και να ξεχνάς αυτό που ανακάλυψες όταν ήσουνα μωρό παιδάκι. Ότι αυτές οι ακίνητες εικόνες κι αυτά τα σκουληκάκια είναι μαγικά. Γιατί κλείνουν μέσα τους χιλιάδες σημασίες. Γιατί κρύβουν μέσα τους τα μυστικά σου ξόρκια. Τις δικές σου μαγικές δυνάμεις.
Σκέφτομαι λοιπόν, μικρέ μάγε, ότι για να σε κάνω να αγαπήσεις τα βιβλία, και να ψάχνεις το τζίνι και τη νεράιδα σου σ’ αυτά, ίσως δεν πρέπει να σου ξαναπώ «Διάβασε από εκεί μέχρι εκεί», «Πες μου αυτό που διάβασες»…  Όσο περισσότερο σου το λέω, όσο περισσότερες σελίδες σε αναγκάζω να διαβάζεις, τόσο λιγότερες πιθανότητες έχω να σε βοηθήσω να ξυπνήσεις το τζίνι και τη νεράιδα σου.
Θέλω να μπορέσω, όσο είναι νωρίς, όσο είναι καιρός, να σε κάνω να νιώσεις τη λαχτάρα και τη χαρά που ένιωσες μόλις διάβασες την πρώτη σου λέξη. Μόλις έμαθες πώς γράφεται και μόλις τη χρησιμοποίησες κι εσύ. Μόλις συλλάβισες το ονοματάκι σου με ουρίτσες και γραμμούλες και κατάλαβες ότι «Αυτό σημαίνει εγώ». Μόλις έφτιαξες το πρώτο δικό σου παραμύθι, επειδή δεν σου άρεσε το τέλος σ’ ένα παραμύθι που σου διάβασα εγώ. Μόλις έφτιαξες στο μυαλό σου την εικόνα του Βασιλιά Αρθούρου, που δεν μοιάζει με καμία άλλη εικόνα που είδες σε κάποια ταινία ή βίντεο-γκέιμ. Μόλις δημιούργησες τον δικό σου ήρωα. Μόλις έζησες αυτό που διάβασες γιατί το αποκρυπτογράφησες με το δικό σου τζίνι, με τη δική σου νεράιδα.
Για τα παιδιά που τώρα μπαίνουν στη συναρπαστική περιπέτεια της εκπαίδευσης, το στοίχημα είναι τα βιβλία να μη χάσουν, στα μάτια τους, τη μαγική τους δύναμη. Να μη χάσουν τη μαγεία της ανακάλυψης, και γίνουν η ανία της υποχρεωτικής ρουτίνας. Για τα παιδιά που μεγαλώνουν και έχουν ξεχάσει το τζίνι και τη νεράιδα των βιβλίων θέλω να πιστεύω ότι το παιχνίδι δεν έχει χαθεί ακόμα. Γιατί το βιβλίο πρέπει να είναι παιχνίδι. Δεν είναι ούτε αντίπαλος του παιχνιδιού, ούτε κάτι που κλέβει χρόνο από το παιχνίδι τους. Ειλικρινά, αναρωτιέμαι μήπως θα έπρεπε να βγάλουμε εντελώς από τη ζωή μας τα «διδακτικά εγχειρίδια», γιατί έχουμε φτάσει στο σημείο με αυτά τα εγχειρίδια να σκοτώνουμε την αγάπη των παιδιών για το βιβλίο. Αν ένα παιδί δεν έχει δέκα κιλά βιβλία στην τσάντα του, κι άλλα τόσα στις τσάντες των φροντιστηρίων, ίσως να νιώσει την ανάγκη να «αποδράσει» μ’ ένα βιβλίο, όπως κι εμείς, ανακαλύπτουμε, όντας μεγαλύτεροι, πόσο σπουδαίο είναι να «ξεφεύγεις» λίγο από τις καθημερινές υποχρεώσεις με τη συντροφιά της ανάγνωσης.
Πώς να εκπαιδεύσουμε τους μικρούς μας μάγους; Πώς να τους κάνουμε να θέλουν να ψάξουν τα μαγικά τους στα βιβλία; Μόνο αν τους βοηθήσουμε να καταλάβουν ότι το βιβλίο δεν είναι υποχρέωση, είναι χαρά. Κανένας άνθρωπος δεν αγαπά αυτό που είναι υποχρεωμένος να κάνει. Δεν είμαι σίγουρος ότι ξέρω την απάντηση, γιατί, κι εγώ, έχω πολλά ακόμα μαγικά να μάθω, και ίσως αυτό το συγκεκριμένο μαγικό να μην το μάθω και ποτέ. Όμως η αληθινή μαγεία είναι να συνεχίζεις να φυλλομετράς τις σελίδες, να βλέπεις τα γράμματα να ζωντανεύουν, να αγκαλιάζουν τις εικόνες, και όλα αυτά μαζί να ξεπηδούν από τη ματιά σου σαν μικρές αστραπές. Και να κάνουν φωτεινό το μαγικό σου ραβδί. Και να ξέρεις, ότι, έστω για λίγο, είσαι μάγος. Που μπορείς να φτιάξεις κι εσύ τον δικό σου κόσμο. Με τον δικό σου ήρωα. Εσένα.
Ηλίας Α. Τουμασάτος
Ομιλία στην εκδήλωση “Μ’ ένα βιβλίο παιδικό”, που διοργάνωσε η συντοντίστρια Νηπιαγωγών του 2ου ΠΕΚΕΣ Ιονίων Νήσων κ. Μαρία Βλάχου στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, το Σάββατο 6 Απριλίου 2019, στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Παιδικού Βιβλίου.