Υπήρχαν έλεγχοι. Αλλά έπιασαν αυτό που έπρεπε; Η κυβερνητική απάντηση για τα ιδιωτικά ιατρεία αφήνει το βασικό ερώτημα αναπάντητο

Η κυβέρνηση απαντά ότι το ΣΕΥΥΠ δεν «εξαφανίστηκε», η ΕΑΔ παρουσιάζει χιλιάδες ελέγχους και πράγματι η αδειοδότηση των ιατρείων είχε περάσει στους Ιατρικούς Συλλόγους από το 2011. Όλα αυτά όμως δεν απαντούν στο κεντρικό ερώτημα της υπόθεσης Μαζωνάκη: πώς έγιναν επανειλημμένοι έλεγχοι στο συγκεκριμένο ιατρείο χωρίς να εντοπιστούν όσα αποκαλύφθηκαν μετά τον θάνατό του;

Υπάρχουν δύο τρόποι να συζητήσει κανείς για τους ελέγχους στην ιδιωτική Υγεία μετά την υπόθεση που ήρθε στο φως με τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη.

Ο πρώτος είναι πολιτικός.

Να αναζητήσει ποια κυβέρνηση ψήφισε ποιον νόμο, ποιος κατάργησε ποια υπηρεσία, ποιος μετέφερε ποια αρμοδιότητα και ποιος σήμερα επιχειρεί να μεταφέρει την ευθύνη στον προηγούμενο.

Ο δεύτερος είναι πολύ πιο απλός.

Να ρωτήσει:

Το σύστημα ελέγχου λειτούργησε;

Και αυτό είναι το ερώτημα που κινδυνεύει να χαθεί μέσα στη νέα κυβερνητική αντεπίθεση.

Γιατί η κυβέρνηση έχει δίκιο σε αρκετά από τα πραγματολογικά στοιχεία που παρουσιάζει.

Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχει απαντήσει στο βασικό πολιτικό και διοικητικό πρόβλημα.

Πρώτη αλήθεια: Το ΣΕΥΥΠ πράγματι δεν «εξαφανίστηκε»

Ας ξεκινήσουμε από τα πραγματικά δεδομένα.

Ο ισχυρισμός ότι το 2019 η κυβέρνηση απλώς «κατήργησε τους Ράμπο της Υγείας» και σταμάτησε τους κρατικούς ελέγχους είναι υπεραπλουστευτικός.

Με τον νόμο 4622/2019 δημιουργήθηκε η Εθνική Αρχή Διαφάνειας και το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας έπαψε να υφίσταται ως αυτοτελής υπηρεσιακή δομή.

Οι αρμοδιότητές του όμως μεταφέρθηκαν στην ΕΑΔ.

Αυτό αναφέρει και το κείμενο των «10 ερωταπαντήσεων» που εξετάζουμε: το ΣΕΥΥΠ καταργήθηκε ως ξεχωριστή υπηρεσία και το προσωπικό και οι αρμοδιότητές του εντάχθηκαν στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας.

Η ίδια η ΕΑΔ είναι ανεξάρτητη διοικητική αρχή, με λειτουργική ανεξαρτησία και διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.

Άρα, σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, η κυβερνητική επιχειρηματολογία έχει πραγματική βάση.

Όμως από εδώ αρχίζει η ουσιαστική συζήτηση.

Άλλο «μεταφέρθηκαν οι αρμοδιότητες» και άλλο «ο έλεγχος ήταν αποτελεσματικός»

Αυτό είναι το πρώτο λογικό άλμα της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.

Από το γεγονός ότι ένας θεσμός αντικαταστάθηκε από έναν άλλο δεν προκύπτει από μόνο του ότι η αποτελεσματικότητα του ελέγχου παρέμεινε ίδια ή βελτιώθηκε.

Αυτό πρέπει να αποδειχθεί από το αποτέλεσμα.

Και σήμερα η ίδια η Εθνική Αρχή Διαφάνειας έδωσε στη δημοσιότητα εντυπωσιακούς αριθμούς.

Από την ίδρυσή της μέχρι τον Ιούνιο του 2026 έχουν εκδοθεί περισσότερα από 2.500 πορίσματα ειδικών ελέγχων προστασίας της δημόσιας υγείας, περισσότερα από 1.500 πορίσματα τακτικού ελεγκτικού έργου στην Υγεία και έχουν ολοκληρωθεί 1.400 διερευνήσεις.

Οι τακτικοί έλεγχοι Υγείας ανέρχονται σε 1.576.

Από αυτούς, όμως, οι έλεγχοι ειδικά σε ιδιωτικές μονάδες Υγείας είναι 287.

Και εδώ χρειάζεται να σταματήσουμε.

287 έλεγχοι σε ιδιωτικές μονάδες σε περίπου έξι χρόνια

Ο αριθμός των 287 ελέγχων δεν αποδεικνύει από μόνος του ούτε επιτυχία ούτε αποτυχία.

Για να αξιολογηθεί σοβαρά χρειάζεται παρονομαστής.

Πόσες ιδιωτικές μονάδες Υγείας λειτουργούν στην Ελλάδα;

Πόσες από αυτές ελέγχθηκαν;

Πόσες επανελέγχθηκαν;

Πόσοι έλεγχοι έγιναν αυτεπάγγελτα και πόσοι μετά από καταγγελίες;

Ποια ήταν η γεωγραφική κατανομή τους;

Πόσος χρόνος μεσολαβούσε μεταξύ καταγγελίας και ελέγχου;

Πόσες σοβαρές παραβάσεις οδήγησαν σε κυρώσεις;

Αυτά είναι τα στοιχεία που θα επέτρεπαν να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος.

Το να λέμε απλώς «έγιναν 287 έλεγχοι» αποδεικνύει ότι έλεγχοι γίνονταν.

Δεν αποδεικνύει ότι το σύστημα λειτουργούσε όσο αποτελεσματικά έπρεπε.

Και υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο: μόλις 26 υποθέσεις διαβιβάστηκαν για περαιτέρω αξιολόγηση

Η ίδια η ΕΑΔ αναφέρει ότι σε 26 περιπτώσεις οι εκθέσεις διαβιβάστηκαν στα αρμόδια πειθαρχικά όργανα ή/και στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών για περαιτέρω αξιολόγηση.

Και εδώ ο αριθμός χρειάζεται ερμηνεία και όχι πολιτικά συνθήματα.

Μπορεί να σημαίνει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπήρχαν παραβάσεις τέτοιας βαρύτητας.

Μπορεί επίσης να σημαίνει ότι υπήρχαν διοικητικές παραβάσεις που αντιμετωπίστηκαν διαφορετικά.

Χωρίς αναλυτικότερα στοιχεία δεν μπορεί κανείς σοβαρά να καταλήξει στο αντίθετο.

Αυτό όμως είναι ακριβώς το πρόβλημα με την πολιτική αντιπαράθεση:

η μία πλευρά λέει «καταργήθηκαν οι έλεγχοι».

Η άλλη απαντά «κάναμε χιλιάδες ελέγχους».

Και ανάμεσα στα δύο χάνεται η μόνη ερώτηση που ενδιαφέρει πραγματικά τον πολίτη:

πόσο αποτελεσματικοί ήταν;

Δεύτερη αλήθεια: Τους Ιατρικούς Συλλόγους δεν τους έβαλε στο παιχνίδι η ΝΔ το 2019

Και εδώ χρειάζεται να διορθωθεί ένα ακόμη στοιχείο της δημόσιας συζήτησης.

Η αρμοδιότητα για τη χορήγηση, αναστολή, ανάκληση και ακύρωση των αδειών λειτουργίας ιατρείων και πολυϊατρείων είχε μεταφερθεί στους κατά τόπους Ιατρικούς Συλλόγους με τον ν. 4025/2011.

Δηλαδή πολύ πριν από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας του 2019.

Το επισημαίνει σωστά και το κείμενο που εξετάζουμε.

Και το συγκεκριμένο καθεστώς παρέμεινε και επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Επομένως δεν είναι ακριβές να παρουσιάζεται η ανάθεση αυτής της αρμοδιότητας στους Ιατρικούς Συλλόγους ως απόφαση της σημερινής κυβέρνησης.

Αυτό όμως πάλι δεν τελειώνει τη συζήτηση.

Γιατί άλλο ποιος έδωσε την αρμοδιότητα το 2011 και άλλο εάν το σημερινό σύστημα εποπτείας λειτουργεί επαρκώς το 2026.

Και φτάνουμε στο ιατρείο της Καρνεάδου

Εδώ οι γενικοί αριθμοί σταματούν να έχουν τόσο μεγάλη σημασία.

Διότι έχουμε πλέον μια συγκεκριμένη υπόθεση.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης είπε σήμερα στη Βουλή ότι στο συγκεκριμένο ιατρείο είχαν πραγματοποιηθεί επανειλημμένοι έλεγχοι από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών.

Ανέφερε ελέγχους το 2013, το 2018, το 2024 και σειρά ελέγχων το 2025.

Και ποια είναι η εξήγηση του υπουργού για το γεγονός ότι δεν είχε εντοπιστεί το επίμαχο μηχάνημα;

Ότι το έκρυβαν.

Ο υπουργός επικαλείται μάλιστα κατάθεση υπαλλήλου σύμφωνα με την οποία το μηχάνημα αποκρυπτόταν και διαγράφονταν δεδομένα από τη μνήμη του.

Αυτό αποτελεί σοβαρό στοιχείο της κυβερνητικής απάντησης.

Αλλά δημιουργεί και ένα άλλο ερώτημα.

Αν πήγαν τόσες φορές επειδή κάτι υποπτεύονταν, γιατί δεν βρέθηκε τίποτα;

Εδώ υπάρχει μια αντίφαση που ο ίδιος ο υπουργός δυσκολεύεται να ξεπεράσει.

Από τη μία λέει:

Οι πολλοί έλεγχοι αποδεικνύουν ότι ο ΙΣΑ κάτι υποπτευόταν.

Από την άλλη:

Το μηχάνημα δεν εντοπίστηκε επειδή το έκρυβαν.

Αλλά εάν ένας ελεγκτικός μηχανισμός επισκέπτεται επανειλημμένα έναν χώρο ακριβώς επειδή έχει υποψίες και παρ’ όλα αυτά δεν καταφέρνει να διαπιστώσει τι συμβαίνει, τότε υπάρχει ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα για την αποτελεσματικότητα και το βάθος αυτών των ελέγχων.

Δεν σημαίνει ότι οι ελεγκτές συγκάλυπταν κάτι.

Δεν υπάρχει τέτοιο αποδεικτικό στοιχείο.

Σημαίνει όμως ότι η φράση «έγιναν πολλοί έλεγχοι» δεν αρκεί ως απάντηση.

Μπορεί, αντιθέτως, να κάνει το ερώτημα ακόμη πιο έντονο.

Και τώρα προκύπτει ένα ακόμη σοβαρό θέμα με τις εκθέσεις του ΙΣΑ

Το «Βήμα» δημοσιεύει σήμερα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πληροφορία.

Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών αναγνώρισε ότι προηγούμενες εκθέσεις ελέγχου στο συγκεκριμένο ιατρείο δεν είχαν αριθμό πρωτοκόλλου, χαρακτηρίζοντάς τες «εσωτερικά έγγραφα».

Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, μέλος του Πειθαρχικού Συμβουλίου του ΙΣΑ δηλώνει ότι η συγκεκριμένη υπόθεση δεν έφθασε ποτέ στο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

Αυτό χρειάζεται εξηγήσεις.

Όχι καταδίκες πριν από την έρευνα.

Εξηγήσεις.

Τι ακριβώς είχαν διαπιστώσει οι προηγούμενοι έλεγχοι;

Γιατί πραγματοποιήθηκαν τόσοι;

Ποια ήταν τα πορίσματά τους;

Υπήρχαν ευρήματα;

Εάν υπήρχαν, τι απέγιναν;

Εάν δεν υπήρχαν, γιατί κρίθηκαν απαραίτητοι οι επανειλημμένοι επανέλεγχοι;

Αυτά είναι απολύτως συγκεκριμένα ερωτήματα.

Το «δεν υπήρχε έγγραφη καταγγελία» επίσης δεν τελειώνει τη συζήτηση

Ο υπουργός υποστήριξε σήμερα στη Βουλή ότι δεν υπήρχε έγγραφη καταγγελία ούτε στο Υπουργείο Υγείας ούτε στην ΕΑΔ ούτε στον ΙΣΑ.

Ανέφερε όμως ότι πληροφορήθηκε εκ των υστέρων την ύπαρξη προφορικής καταγγελίας γιατρού, η οποία, όπως είπε, οδήγησε σε επόμενο έλεγχο.

Και αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό ερώτημα.

Εάν υπήρχε πληροφορία αρκετά σοβαρή ώστε να προκαλέσει έλεγχο, τι ακριβώς ελέγχθηκε;

Τι αναζητούσαν οι ελεγκτές;

Τι διαπίστωσαν;

Και ποια διαδικασία ακολουθήθηκε μετά;

Το αν μια πληροφορία ήταν γραπτή ή προφορική είναι σημαντικό διοικητικά.

Δεν απαντά όμως στο ζήτημα της ουσίας.

Και ξαφνικά εμφανίζεται το MedWatch

Υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που αξίζει προσοχής.

Μετά την υπόθεση, το Υπουργείο Υγείας παρουσίασε το νέο MedWatch, ένα ψηφιακό σύστημα που χρησιμοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για τον εντοπισμό ενδείξεων παράνομων ή ύποπτων πρακτικών στην ιδιωτική Υγεία.

Το ίδιο το κείμενο που εξετάζουμε αναφέρει ότι το σύστημα έχει ήδη εντοπίσει 231 μονάδες που χρήζουν ελέγχου.

Η δημιουργία ενός τέτοιου εργαλείου μπορεί πράγματι να βελτιώσει σημαντικά τους ελέγχους.

Αλλά προκαλεί και ένα εύλογο ερώτημα:

Εάν το προηγούμενο σύστημα ήταν ήδη τόσο αποτελεσματικό όσο παρουσιάζεται, γιατί χρειάστηκε τώρα ένας νέος μηχανισμός προληπτικού εντοπισμού παραβάσεων;

Η απάντηση μπορεί να είναι απολύτως λογική: επειδή κάθε ελεγκτικός μηχανισμός πρέπει να εξελίσσεται τεχνολογικά.

Όμως η κυβέρνηση δεν μπορεί ταυτόχρονα να παρουσιάζει κάθε ερώτημα για το προηγούμενο σύστημα ως «λαϊκισμό» και τη δημιουργία ενός ισχυρότερου συστήματος ως αναγκαία μεταρρύθμιση.

Το πιο αδύναμο σημείο των «10 απαντήσεων»

Και εδώ φτάνουμε στο πραγματικά προβληματικό κομμάτι του κειμένου.

Στο τέλος εγκαταλείπει την παράθεση στοιχείων και περνά σε πολιτικό συμπέρασμα.

Υποστηρίζει ότι η απόδοση πολιτικών ευθυνών πριν ολοκληρωθούν οι έρευνες αποτελεί «ανεύθυνο και επικίνδυνο λαϊκισμό».

Εδώ συγχέονται δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Άλλο να κατηγορείς κάποιο συγκεκριμένο κυβερνητικό στέλεχος ότι έχει ποινική ευθύνη για τον θάνατο ενός ανθρώπου χωρίς στοιχεία.

Και άλλο να ασκείς πολιτικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο για την επάρκεια του συστήματος εποπτείας.

Το δεύτερο όχι μόνο επιτρέπεται.

Είναι απαραίτητο.

Άλλωστε σήμερα έχει ήδη κατατεθεί στη Βουλή ερώτηση με αίτημα κατάθεσης εγγράφων με αντικείμενο ακριβώς το εάν επαρκούν οι έλεγχοι στα ιδιωτικά ιατρεία και εάν υπάρχει θεσμικό κενό μετά την αλλαγή του ΣΕΥΥΠ.

Το να ζητά η Βουλή στοιχεία για το πώς λειτουργεί ένας κρατικός ελεγκτικός μηχανισμός δεν αποτελεί απόδοση ποινικής ευθύνης.

Αποτελεί κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Η σωστή ερώτηση λοιπόν δεν είναι «υπήρχαν έλεγχοι;»

Υπήρχαν.

Αυτό πλέον τεκμηριώνεται.

Ούτε είναι σωστό να λέγεται ότι το 2019 απλώς εξαφανίστηκε το ΣΕΥΥΠ και σταμάτησε κάθε κρατικός έλεγχος.

Δεν συνέβη αυτό.

Ούτε είναι ακριβές ότι η σημερινή κυβέρνηση ήταν εκείνη που παρέδωσε το 2019 την αδειοδότηση των ιδιωτικών ιατρείων στους Ιατρικούς Συλλόγους.

Η συγκεκριμένη θεσμική επιλογή είχε γίνει από το 2011.

Όλα αυτά πρέπει να αναγνωριστούν.

Αλλά τίποτε από αυτά δεν απαντά στο βασικό ερώτημα.

Έχουμε ένα ιατρείο στο οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο τον υπουργό, έγιναν επανειλημμένοι έλεγχοι.

Υπήρξε μάλιστα, σύμφωνα πάλι με τον υπουργό, προφορική καταγγελία που προκάλεσε νέο έλεγχο.

Και όμως το επίμαχο μηχάνημα και όσα ερευνώνται σήμερα από τις αρμόδιες αρχές δεν είχαν εντοπιστεί πριν από το τραγικό περιστατικό.

Αυτό δεν αποδεικνύει συγκάλυψη.

Δεν αποδεικνύει πολιτική ευθύνη συγκεκριμένου υπουργού.

Δεν αποδεικνύει ότι οι ελεγκτές αδιαφόρησαν.

Αποδεικνύει όμως ότι υπάρχει ένα αποτέλεσμα που απαιτεί εξήγηση.

Και στην πολιτική, όπως και στη διοίκηση, οι αριθμοί των ελέγχων έχουν αξία.

Αλλά ακόμη μεγαλύτερη αξία έχει το αποτέλεσμά τους.

Γιατί ο πολίτης δεν χρειάζεται έναν ελεγκτικό μηχανισμό για να του πει πόσους ελέγχους πραγματοποίησε.

Τον χρειάζεται για να εντοπίζει τις παραβάσεις πριν συμβεί το κακό.

Και αυτό είναι το ερώτημα που καμία δεκάδα ερωταπαντήσεων δεν μπορεί να παρακάμψει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ