Υπάρχει ένας πολύ βολικός τρόπος να αντιμετωπίζεις μια πολιτική δήλωση που προκαλεί αντιδράσεις.
Πρώτα λες τη δήλωση.
Μετά βλέπεις ότι η δήλωση προκάλεσε αντιδράσεις.
Και στο τέλος δεν συζητάς πλέον για τη δήλωση, αλλά για εκείνους που τόλμησαν να τη σχολιάσουν.
Κάπως έτσι φτάσαμε στη νέα ανακοίνωση της Ελεονώρας Μελέτη.
Η ευρωβουλεύτρια της Νέας Δημοκρατίας, μετά τον θόρυβο που προκάλεσε η αναφορά της σε εργοδότες που «εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους», αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση.
Και ξαφνικά το πρόβλημα δεν είναι αν ήταν εύστοχη ή άστοχη η συγκεκριμένη διατύπωση.
Το πρόβλημα είναι η «παραποίηση».
Η «παραπληροφόρηση».
Η «προπαγάνδα».
Οι «επονείδιστες μέθοδοι» των πολιτικών αντιπάλων.
Και περίπου οι δημοσιογράφοι που δεν κατάλαβαν τι άκουσαν.
Υπάρχει όμως μια μικρή λεπτομέρεια:
Η επίμαχη φράση ειπώθηκε.
Δεν την έγραψε κάποιος δημοσιογράφος.
Δεν την κατασκεύασε κάποιο κόμμα.
Δεν την πρόσθεσε κάποιος κακόβουλος μοντέρ στο βίντεο.
Η ίδια είπε:
«Ξέρετε πόσοι εργοδότες εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους;»
Άρα, πριν αρχίσουμε τη συζήτηση περί προπαγάνδας, ίσως πρέπει να συμφωνήσουμε σε κάτι εξαιρετικά παλιομοδίτικο:
ότι οι πολιτικοί κρίνονται και για τις λέξεις που επιλέγουν.
Ναι, κυρία Μελέτη, ξέρουμε ποια ήταν η έκθεση
Η Ελεονώρα Μελέτη έχει δίκιο σε ένα πράγμα που πρέπει να αναγνωριστεί καθαρά.
Δεν βρέθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για να εισηγηθεί την κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων.
Ήταν σκιώδης εισηγήτρια σε φάκελο σχετικό με τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους και την προστασία των εργαζομένων.
Η έκθεση, όπως επισημαίνει, υπερψηφίστηκε και από Σοσιαλιστές, Αριστερά, Πράσινους και Φιλελεύθερους.
Ωραία.
Και;
Αυτό απαντά στην κριτική για τη συγκεκριμένη φράση;
Επειδή μια έκθεση υπέρ της προστασίας των εργαζομένων εγκρίθηκε με μεγάλη πλειοψηφία, σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε τοποθέτηση που έγινε γύρω από αυτήν απέκτησε πιστοποιητικό πολιτικής ορθότητας;
Οι Σοσιαλιστές, οι Πράσινοι και η Αριστερά ψήφισαν την έκθεση.
Δεν ψήφισαν ξεχωριστά τη φράση:
«εργοδότες που εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους».
Ας μην τα μπερδεύουμε.
Γιατί διαφορετικά θα φτάσουμε στο εκπληκτικό συμπέρασμα ότι, όταν εγκρίνεται μια έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εγκρίνονται αναδρομικά και όλες οι δηλώσεις όλων όσοι συμμετείχαν στη συζήτησή της.
Το πλαίσιο εξηγεί. Δεν εξαφανίζει.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της απάντησης της ευρωβουλεύτριας.
Υποστηρίζει ότι απομονώθηκε μία φράση από τη συνολική παρέμβασή της.
Ας δεχτούμε λοιπόν ολόκληρο το πλαίσιο.
Μίλησε για την προστασία των εργαζομένων.
Μίλησε για υγιείς εργασιακές σχέσεις.
Μίλησε για ψυχοκοινωνικούς κινδύνους.
Και μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο επέλεξε να πει ότι πρέπει να συζητήσουμε και για εργοδότες που «εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους».
Αυτό είναι το context.
Δεν εξαφανίζει τη φράση.
Την τοποθετεί ακριβώς εκεί όπου ειπώθηκε.
Και κάποιος δικαιούται απολύτως να θεωρήσει ότι, σε μια συζήτηση με αντικείμενο τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους στην εργασία, αυτή η επιλογή μετατοπίζει μέρος του βάρους της συζήτησης από την προστασία του εργαζομένου στην υπεράσπιση του εργοδότη.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί.
Μπορεί να διαφωνεί.
Αυτό λέγεται πολιτική κριτική.
Όχι «παραπληροφόρηση».
Και κάπως εμφανίστηκαν τα… «καθίκια»
Το πραγματικά ενδιαφέρον σημείο της ανακοίνωσης έρχεται όταν η κυρία Μελέτη καταγγέλλει ότι η κριτική που της ασκείται:
«τροφοδοτεί την επικίνδυνη γενίκευση ότι όλοι οι εργοδότες είναι “καθίκια”».
Συγγνώμη, αλλά ποιος ακριβώς είπε ότι όλοι οι εργοδότες είναι «καθίκια»;
Γιατί εδώ συμβαίνει κάτι σχεδόν μαγικό.
Η ευρωβουλεύτρια διαμαρτύρεται ότι οι άλλοι απομόνωσαν και παραποίησαν τα λόγια της και, για να το αποδείξει, αποδίδει στους επικριτές της μια γενίκευση που δεν προκύπτει αναγκαστικά από την κριτική τους.
Δεν χρειάζεται να θεωρεί κάποιος όλους τους εργοδότες «καθίκια».
Υπάρχουν εξαιρετικοί εργοδότες.
Υπάρχουν κακοί εργοδότες.
Υπάρχουν εξαιρετικοί εργαζόμενοι.
Υπάρχουν και αντιεπαγγελματίες εργαζόμενοι.
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν χρειάζεται να αμφισβητήσει τίποτε από αυτά.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό:
Γιατί θεωρήθηκε τόσο σημαντικό, μέσα σε μια συγκεκριμένη συζήτηση για τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους στην εργασία, να εισαχθεί με αυτή τη διατύπωση το ζήτημα των εργοδοτών που «εκβιάζονται» από εργαζόμενους;
Αυτό κρίνεται.
Όχι αν οι εργοδότες είναι άγιοι ή «καθίκια».
Από την πολιτική κριτική στην «προπαγάνδα»
Και μετά φτάνουμε στους δημοσιογράφους.
Η κυρία Μελέτη τους υπενθυμίζει ότι έχουν χρέος να ενημερώνουν «με ακρίβεια και αντικειμενικότητα» και όχι να αναπαράγουν «την προπαγάνδα».
Πολύ σωστά.
Οι δημοσιογράφοι οφείλουν να μεταφέρουν με ακρίβεια τα γεγονότα.
Αλλά υπάρχει μια μάλλον κρίσιμη διαφορά:
η αντικειμενικότητα δεν σημαίνει απαγόρευση της κριτικής.
Αν ένας δημοσιογράφος ισχυριστεί ότι η Μελέτη τάχθηκε κατά της προστασίας των εργαζομένων, ενώ η συνολική συμμετοχή της στην έκθεση δείχνει διαφορετικά, ασφαλώς πρέπει να διορθωθεί.
Αν όμως μεταφέρει αυτούσια τη φράση της και την κρίνει πολιτικά, τότε δεν έχουμε «παραπληροφόρηση».
Έχουμε δημοσιογραφικό σχολιασμό.
Εκτός αν περάσαμε πλέον σε ένα νέο μοντέλο πολιτικής επικοινωνίας:
Οι πολιτικοί κάνουν τις δηλώσεις.
Οι δημοσιογράφοι τις μεταδίδουν.
Και μετά περιμένουν από τον πολιτικό να τους εξηγήσει ποια ερμηνεία επιτρέπεται.
Ε, αυτό δεν λέγεται δημοσιογραφία.
Λέγεται δελτίο Τύπου.
Υπάρχει και πολύ απλούστερη απάντηση
Η Ελεονώρα Μελέτη θα μπορούσε να είχε απαντήσει πολύ διαφορετικά.
Θα μπορούσε να πει:
«Η συγκεκριμένη φράση μου ήταν άστοχη ή μπορούσε να παρερμηνευθεί. Η συνολική θέση μου όμως είναι αυτή και αποδεικνύεται από τη δουλειά μου πάνω στην έκθεση».
Τέλος.
Πολιτικά καθαρό.
Ανθρώπινο.
Και πιθανότατα το θέμα θα είχε τελειώσει.
Αντί γι’ αυτό επιλέχθηκε η γνωστή μεγάλη έξοδος κινδύνου:
δεν υπάρχει πρόβλημα με αυτό που είπα – υπάρχει πρόβλημα με αυτούς που το μετέδωσαν και το σχολίασαν.
Και κάπως έτσι η συζήτηση από τα δικαιώματα των εργαζομένων έφτασε στην ηθική των δημοσιογράφων.
Εντυπωσιακή διαδρομή.
Η πολιτική δουλειά δεν αποτελεί ασυλία από την πολιτική κριτική
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η συμμετοχή μιας ευρωβουλευτού σε μια έκθεση για την προστασία των εργαζομένων αποτελεί μέρος της πολιτικής της δουλειάς.
Αλλά ακριβώς επειδή είναι πολιτικός, κάθε δημόσια τοποθέτησή της υπόκειται σε κριτική.
Δεν γίνεται να ζητάς να αξιολογείται ολόκληρη η δουλειά σου όταν αυτό σε ευνοεί, αλλά να χαρακτηρίζεις «παραποίηση» την κριτική μιας συγκεκριμένης φράσης που πράγματι ξεστόμισες.
Το πλήρες πλαίσιο πρέπει να παρουσιάζεται.
Αλλά και η επίμαχη φράση παραμένει μέσα στο πλήρες πλαίσιο.
Δεν εξατμίζεται.
Και αυτό είναι τελικά το παράδοξο της ανακοίνωσης.
Η Ελεονώρα Μελέτη ζητά από τους άλλους να μην παραποιούν όσα είπε.
Σωστότατο.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν ακριβώς από εκεί.
Είπε ότι υπάρχουν εργοδότες που «εκβιάζονται από αντιεπαγγελματίες εργαζόμενους».
Και κάποιοι το θεωρούν άστοχο, ειδικά μέσα στη συγκεκριμένη συζήτηση.
Αυτό δεν είναι προπαγάνδα.
Είναι διαφωνία.
Και στην πολιτική, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν υπάρχει ακόμη κανονισμός που να υποχρεώνει τους πολίτες και τους δημοσιογράφους να χειροκροτούν κάθε φράση ενός πολιτικού επειδή η υπόλοιπη έκθεση που συζητούσε ήταν καλή.
Η φράση ειπώθηκε.
Η εξήγηση δόθηκε.
Και η κριτική παραμένει.
Όλα τα υπόλοιπα περί «επονείδιστων μεθόδων», «παραπληροφόρησης» και «προπαγάνδας» μοιάζουν περισσότερο με προσπάθεια αλλαγής θέματος.
Γιατί τελικά υπάρχει ένα πράγμα δυσκολότερο από το να εξηγήσεις τι εννοούσες:
να δεχτείς ότι οι άλλοι άκουσαν πολύ καλά τι είπες και παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να διαφωνούν μαζί σου.



