«Ζούσαν καλύτερα οι Έλληνες το 2019;» Η μισή αλήθεια ενός κυβερνητικού γραφήματος και οι αριθμοί που δεν δείχνει

«Ζούσαν καλύτερα οι Έλληνες το 2019 από το 2026;» Το ερώτημα είναι απολύτως θεμιτό. Μόνο που η απάντηση που επιχειρεί να δώσει το συγκεκριμένο αφήγημα έχει ένα βασικό πρόβλημα: διαλέγει κυρίως τους δείκτες στους οποίους η σημερινή Ελλάδα εμφανίζεται καλύτερη και από αυτούς επιχειρεί να εξαγάγει συμπέρασμα για το βιοτικό επίπεδο του μέσου πολίτη.

Και κάπου εδώ η «στατιστική κοπτοραπτική», για την οποία τόσο συχνά κατηγορείται η άλλη πλευρά, επιστρέφει από την πίσω πόρτα.

Γιατί άλλο πράγμα είναι να πεις ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα σε καλύτερη μακροοικονομική κατάσταση από το 2019 και εντελώς διαφορετικό ότι ο Έλληνας ζει καλύτερα.

Το πρώτο μπορεί να τεκμηριωθεί αρκετά ισχυρά.

Το δεύτερο απαιτεί πολύ περισσότερα.

Ναι, η οικονομία είναι ισχυρότερη. Αυτό όμως δεν τελειώνει τη συζήτηση

Ας ξεκινήσουμε από εκεί που πρέπει: από όσα είναι πράγματι σωστά.

Η ανεργία έχει μειωθεί θεαματικά. Η Eurostat την υπολογίζει στο 7,9% τον Ιούλιο του 2026, έναντι 6,1% στην ΕΕ. Πρόκειται αναμφίβολα για τεράστια μεταβολή σε σχέση με τα επίπεδα του 2019.

Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει επίσης υποχωρήσει εντυπωσιακά. Το ελληνικό προσχέδιο προϋπολογισμού προέβλεπε 137,6% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026, ενώ η εαρινή πρόβλεψη της Κομισιόν το τοποθετούσε στο 140,7%. Η ακριβής τελική τιμή μένει να καταγραφεί, αλλά η κατεύθυνση είναι αδιαμφισβήτητη.

Η Ελλάδα αναπτύχθηκε επίσης τα τελευταία χρόνια ταχύτερα από αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες.

Μέχρι εδώ, λοιπόν, κανένα πρόβλημα.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτά μετατρέπονται περίπου αυτομάτως στην πρόταση:

«Άρα οι Έλληνες ζουν καλύτερα».

Όχι. Αυτό δεν προκύπτει αυτομάτως.


Το πρώτο τρικ: συγκρίνουμε την Ελλάδα του 2019 με μια Ελλάδα που έβγαινε μόλις από δεκαετή καταστροφή

Υπάρχει κάτι σχεδόν αυτονόητο που εξαφανίζεται από την παρουσίαση.

Ποια ακριβώς Ελλάδα παραδόθηκε το 2019;

Μια οικονομία που είχε προηγουμένως χάσει περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της μέσα στη μεγαλύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση της χώρας.

Επομένως, όταν ξεκινάς από τόσο χαμηλή βάση, η ανάκαμψη είναι σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη.

Αυτό δεν αφαιρεί την κυβερνητική ευθύνη ούτε την κυβερνητική επιτυχία όπου αυτή υπάρχει. Αλλά δεν μπορεί κάθε μονάδα ανάκαμψης να παρουσιάζεται σαν να δημιουργήθηκε από το μηδέν μετά τον Ιούλιο του 2019.

Και υπάρχει μια ακόμη λεπτομέρεια:

Η περίοδος μετά το 2019 περιλαμβάνει τεράστιους ευρωπαϊκούς πόρους, μεταξύ άλλων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Η ίδια η Κομισιόν επισημαίνει ότι οι επενδύσεις το 2026 εξακολουθούν να υποστηρίζονται από την ισχυρή απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Άρα η σοβαρή συζήτηση δεν είναι:

«2019 κακό – 2026 καλό».

Είναι:

Με τις ευκαιρίες, τους ευρωπαϊκούς πόρους και την ανάκαμψη που μεσολάβησαν, πόσο περισσότερο θα μπορούσαμε να έχουμε συγκλίνει;

Και εκεί η εικόνα γίνεται πολύ λιγότερο θριαμβευτική.


Το πιο άβολο νούμερο βρίσκεται μέσα στο ίδιο το γράφημα

Το γράφημα αναφέρει:

Κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS

  • 2019: 66% του μέσου όρου της ΕΕ
  • 2025: 68%

Δηλαδή ύστερα από έξι χρόνια «σύγκλισης»:

+2 μονάδες.

Και τι σημαίνει το 68%;

Σημαίνει ότι το 2025 η Ελλάδα βρίσκεται, μαζί με τη Βουλγαρία, στο χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό δεν είναι αντιπολιτευτική κατασκευή. Είναι το αποτέλεσμα της Eurostat.

Επομένως το σύνθημα:

«Η Ελλάδα βρίσκεται πιο κοντά στην Ευρώπη»

είναι τεχνικά σωστό.

Αλλά το ίδιο ακριβώς δεδομένο μπορεί να διατυπωθεί και διαφορετικά:

Μετά από έξι χρόνια, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο μειώθηκε από 34 σε 32 μονάδες και η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στον πάτο της ΕΕ μαζί με τη Βουλγαρία.

Και αυτό είναι επίσης απολύτως σωστό.

Ποια από τις δύο προτάσεις ακούγεται καλύτερα σε κυβερνητικό infographic είναι προφανές.


Και στην κατανάλωση; Πάλι κάτω από την Ευρώπη

Το επόμενο επιχείρημα είναι ότι η πραγματική ατομική κατανάλωση αυξήθηκε:

77% → 80% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Πράγματι.

Και μάλιστα η Eurostat θεωρεί την Actual Individual Consumption καλύτερο δείκτη της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Αλλά τι μας λέει το ίδιο νούμερο;

Ότι ο Έλληνας εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου 20% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε αυτόν τον δείκτη.

Άρα:

Ναι, υπάρχει βελτίωση.

Αλλά από το «υπάρχει βελτίωση» μέχρι το «η Ελλάδα συγκλίνει εντυπωσιακά με την Ευρώπη» υπάρχει αρκετή απόσταση.

Και κυρίως υπάρχει ένα τεράστιο ερώτημα:

Με τι κόστος αγοράζει σήμερα το νοικοκυριό αυτή την κατανάλωση;


Οι καταθέσεις είναι ίσως το πιο αδύναμο επιχείρημα

Εδώ η παρουσίαση γίνεται πραγματικά προβληματική.

Μας λέει:

Καταθέσεις νοικοκυριών
2019: 116,7 δισ.
2026: 156,4 δισ.

Και λοιπόν;

Τα ονομαστικά αποθέματα χρήματος δύο διαφορετικών ετών δεν συγκρίνονται έτσι.

Μεσολάβησε σημαντικός πληθωρισμός.

€100 το 2019 και €100 το 2026 δεν αγοράζουν τα ίδια πράγματα.

Επιπλέον, οι συνολικές καταθέσεις δεν μας λένε πώς κατανέμονται.

Αν δέκα νοικοκυριά έχουν:

1.000 – 1.000 – 1.000 – 1.000 – 1.000 – 1.000 – 1.000 – 1.000 – 1.000 – 91.000 ευρώ,

οι συνολικές καταθέσεις είναι 100.000 ευρώ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το «μέσο νοικοκυριό» έχει οικονομική άνεση 10.000 ευρώ.

Για να χρησιμοποιήσεις λοιπόν σοβαρά τις καταθέσεις ως τεκμήριο βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου χρειάζεσαι τουλάχιστον:

πραγματικές καταθέσεις μετά τον πληθωρισμό, κατανομή ανά εισοδηματικό κλιμάκιο και κατά προτίμηση διάμεσο νοικοκυριό.

Αλλιώς συγκρίνεις δύο μεγάλα νούμερα και αφήνεις την εικόνα να κάνει την πολιτική δουλειά.


Η ανεργία είναι το πραγματικά ισχυρό χαρτί

Εδώ δεν χρειάζεται υπεκφυγή.

Η πτώση της ανεργίας αποτελεί πραγματική και πολύ σημαντική βελτίωση.

Από μια χώρα με εξαιρετικά υψηλή ανεργία, η Ελλάδα έφτασε τον Ιούλιο του 2026 στο 7,9%.

Αυτό σημαίνει εκατοντάδες χιλιάδες περισσότερους ανθρώπους στην εργασία και είναι κοινωνικά πολύ σημαντικό.

Αλλά ούτε εδώ τελειώνει η συζήτηση.

Γιατί μετά το:

«Πόσοι εργάζονται;»

έρχεται το:

«Με τι μισθό εργάζονται και τι μπορούν να αγοράσουν με αυτόν;»

Και αυτό είναι ακριβώς το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί όταν το θέμα είναι αν ζούμε καλύτερα.


Το μεγάλο κενό του infographic έχει όνομα: ακρίβεια

Κοιτάξτε προσεκτικά τι απουσιάζει από την εικόνα.

Δεν υπάρχει:

κόστος στέγασης, ενοίκια, τρόφιμα, ενέργεια, πραγματική εξέλιξη μισθών, διαθέσιμο εισόδημα ανά εισοδηματική κατηγορία, δυνατότητα αποταμίευσης του διάμεσου νοικοκυριού.

Και όμως αυτά είναι ακριβώς τα πράγματα που καθορίζουν αν ένας πολίτης αισθάνεται ότι ζει καλύτερα.

Μάλιστα, η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει για το 2026 ότι η ενεργειακή κρίση διαβρώνει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών και επιβραδύνει την κατανάλωση, ενώ προβλέπει πληθωρισμό 3,7%.

Άρα έχουμε ένα παράδοξο.

Για να αποδείξουμε ότι ο πολίτης ζει καλύτερα, του δείχνουμε:

ΑΕΠ, χρέος, καταθέσεις και ανεργία.

Ενώ ο ίδιος πληρώνει:

σούπερ μάρκετ, ενοίκιο, ρεύμα, καύσιμα, υπηρεσίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η προσωπική αίσθηση ακυρώνει τα μακροοικονομικά δεδομένα.

Σημαίνει ότι τα μακροοικονομικά δεδομένα δεν αρκούν για να ακυρώσουν την προσωπική οικονομική πραγματικότητα.


Και το χρέος;

Εδώ επίσης πρέπει να είμαστε ακριβείς.

Η τεράστια μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ είναι εξαιρετικά σημαντική για τη χώρα.

Αλλά το:

183% → περίπου 137%-141%

δεν σημαίνει ότι διαγράφηκε αντίστοιχο κομμάτι του χρέους.

Ο δείκτης είναι χρέος ως ποσοστό του ονομαστικού ΑΕΠ και η πτώση του επηρεάζεται τόσο από δημοσιονομικά πλεονάσματα και αποπληρωμές όσο και από την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ.

Η ίδια η Κομισιόν αναφέρει ρητά ότι η πτώση του λόγου χρέους υποστηρίζεται από την ονομαστική ανάπτυξη του ΑΕΠ και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα.

Άρα είναι μεγάλη δημοσιονομική επιτυχία.

Δεν είναι όμως μέτρηση του πόσο καλύτερα ζει σήμερα ένα νοικοκυριό.


Και τελικά; Ζούσαμε καλύτερα το 2019;

Εδώ βρίσκεται το σημείο στο οποίο η αποδόμηση πρέπει να παραμείνει σοβαρή.

Το να ισχυριστεί κανείς ότι όλοι οι Έλληνες ζούσαν καλύτερα το 2019 είναι εξίσου αυθαίρετο με το να ισχυριστεί ότι όλοι ζουν καλύτερα το 2026.

Ένας άνεργος του 2019 που σήμερα εργάζεται πιθανότατα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση.

Ένας ενοικιαστής που είδε το στεγαστικό κόστος του να εκτοξεύεται μπορεί να απαντήσει εντελώς διαφορετικά.

Ένα νοικοκυριό με αυξημένο πραγματικό εισόδημα μπορεί να βρίσκεται καλύτερα.

Ένα άλλο που δαπανά πολύ μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του για στέγη, τρόφιμα και ενέργεια μπορεί να μη βλέπει καμία «ευημερία».

Αυτή ακριβώς είναι η πραγματικότητα που δεν χωράει σε ένα κομματικό infographic.

Η Ελλάδα του 2026 έχει χαμηλότερη ανεργία, καλύτερη δημοσιονομική εικόνα, μεγαλύτερο ονομαστικό ΑΕΠ και σαφώς χαμηλότερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ.

Αυτά είναι πραγματικά επιτεύγματα και δεν υπάρχει λόγος να τα αρνηθεί κανείς.

Αλλά την ίδια στιγμή η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε PPS, μαζί με τη Βουλγαρία στην τελευταία θέση της ΕΕ, ενώ ακόμη και στην πραγματική ατομική κατανάλωση βρίσκεται σημαντικά κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι:

«Είναι καλύτερη η οικονομία από το 2019;»

Σε αρκετούς κρίσιμους δείκτες, ναι.

Το πραγματικά δύσκολο ερώτημα είναι:

«Μετά από επτά χρόνια ανάπτυξης, τεράστιους ευρωπαϊκούς πόρους και μεγάλη πτώση της ανεργίας, γιατί η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει τόσο πολύ από το ευρωπαϊκό βιοτικό επίπεδο;»

Αυτό είναι το ερώτημα που αξίζει να απαντηθεί.

Γιατί η πρόοδος από μια πολύ χαμηλή αφετηρία δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ευημερία.

Και, κυρίως, δεν είναι αρκετό να αποδεικνύεις ότι οι αριθμοί του κράτους έγιναν καλύτεροι.

Πρέπει κάποια στιγμή να αποδεικνύεται εξίσου καθαρά ότι έγινε καλύτερη και η ζωή του πολίτη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ