Το άρθρο του Άκη Σκέρτσου είναι ίσως ένα από τα πιο ολοκληρωμένα κείμενα για το πώς θέλει η κυβέρνηση να παρουσιάσει το πολιτικό της σχέδιο μέχρι το 2030. Και ακριβώς γι’ αυτό αξίζει να διαβαστεί σοβαρά και όχι κομματικά.
Γιατί πίσω από τους φιλόδοξους στόχους υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα:
Γιατί ένας πολίτης που ζει στην Ελλάδα του 2026 να πιστέψει χωρίς επιφυλάξεις την περιγραφή της Ελλάδας του 2030;
Το 2030 είναι εύκολο. Η καθημερινότητα είναι δύσκολη
Ανεργία κάτω από 6%. Μέσος μισθός πάνω από 1.800 ευρώ. Κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ. Επενδύσεις πάνω από 20% του ΑΕΠ. Χρέος κάτω από 110%. Παραγωγικότερη οικονομία. Ταχύτερη Δικαιοσύνη. Καλύτερο κράτος. Προσιτή κατοικία. Σύγχρονη Υγεία. Καλύτερη Παιδεία.
Ποιος διαφωνεί;
Το ζήτημα όμως μιας κυβέρνησης που βρίσκεται στην εξουσία από το 2019 δεν είναι πλέον να περιγράψει τον προορισμό. Είναι να εξηγήσει πόσο δρόμο έχει πραγματικά διανύσει.
Και εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη αδυναμία του κυβερνητικού αφηγήματος.
Ο Σκέρτσος γράφει για μέσο μισθό άνω των 1.800 ευρώ το 2030. Ο εργαζόμενος όμως δεν πληρώνει σήμερα το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο και το ρεύμα με τον μισθό του 2030.
Τα πληρώνει με τον μισθό του 2026.
Αν η οικονομία πηγαίνει τόσο καλά, γιατί τόσοι πολίτες δεν το αισθάνονται;
Αυτό είναι ίσως το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα της κυβέρνησης.
Μπορούν ταυτόχρονα να είναι αληθινά δύο πράγματα: να έχουν βελτιωθεί σημαντικοί μακροοικονομικοί δείκτες και μεγάλο μέρος της κοινωνίας να εξακολουθεί να αισθάνεται οικονομικά πιεσμένο.
Δεν υπάρχει αντίφαση.
Ανάπτυξη του ΑΕΠ δεν σημαίνει αυτομάτως αντίστοιχη βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος κάθε νοικοκυριού.
Αύξηση των ονομαστικών μισθών δεν σημαίνει αντίστοιχη αύξηση της αγοραστικής δύναμης όταν έχουν προηγηθεί ισχυρές ανατιμήσεις.
Και επενδυτική βαθμίδα – όσο σημαντική κι αν είναι για την οικονομία – δεν πληρώνει από μόνη της το ενοίκιο μιας οικογένειας.
Επομένως η πραγματική πρόκληση μέχρι το 2030 δεν είναι απλώς να αυξηθούν οι αριθμοί.
Είναι η ανάπτυξη να φτάσει στην τσέπη.
Για το «επιτελικό κράτος» χρειάζεται λίγη περισσότερη αυτοσυγκράτηση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η φράση:
«Ήδη με το επιτελικό κράτος έχουμε χτίσει μια δημόσια διοίκηση που βασίζεται σε σαφείς στόχους, αξιολόγηση, δεδομένα και λογοδοσία».
Εδώ η κυβέρνηση ουσιαστικά βαθμολογεί τον εαυτό της.
Το επιτελικό κράτος πράγματι έφερε διαφορετικό μοντέλο συντονισμού και η ψηφιοποίηση του Δημοσίου αποτελεί μία από τις αναμφισβήτητες αλλαγές των τελευταίων ετών.
Αλλά λογοδοσία δεν είναι να δηλώνεις ότι έχεις λογοδοσία.
Κρίνεται στην πράξη: στο πόσο γρήγορα διορθώνονται αστοχίες, στο αν αποδίδονται ευθύνες, στο αν το κράτος ανταποκρίνεται όταν ο πολίτης το χρειάζεται και στο εάν η δημόσια διοίκηση λειτουργεί το ίδιο αποτελεσματικά έξω από την οθόνη του gov.gr.
Η Δικαιοσύνη είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα
Ο Σκέρτσος σωστά εντοπίζει την ταχύτητα απονομής της Δικαιοσύνης ως κρίσιμο πρόβλημα.
Μόνο που όταν μια κυβέρνηση βρίσκεται ήδη επτά χρόνια στην εξουσία, δεν αρκεί πλέον να περιγράφει το πρόβλημα.
Πρέπει να παρουσιάζει μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Πόσο μειώθηκε ο πραγματικός χρόνος έκδοσης αποφάσεων;
Πόσο πλησιάσαμε στις ευρωπαϊκές επιδόσεις;
Πότε θα μπορεί ο πολίτης να θεωρεί φυσιολογικό ότι η υπόθεσή του δεν θα χρειάζεται χρόνια;
Αυτός είναι ο έλεγχος που πρέπει να γίνεται σε κάθε κυβερνητικό όραμα: όχι πόσο ωραία περιγράφεται η μεταρρύθμιση, αλλά τι άλλαξε τελικά για τον πολίτη.
Και μετά έρχεται η στεγαστική κρίση
Το άρθρο αναγνωρίζει σωστά το πρόβλημα.
Δημόσια ακίνητα, κλειστές κατοικίες, κοινωνική και φοιτητική στέγη, ενιαία πολιτική κατοικίας.
Όλα σωστά.
Υπάρχει όμως μια δύσκολη πραγματικότητα: η στεγαστική κρίση δεν εμφανίστηκε χθες.
Για έναν νέο άνθρωπο που προσπαθεί σήμερα να αυτονομηθεί, το ερώτημα δεν είναι ποια θα είναι η «ενιαία πολιτική κατοικίας» το 2030.
Είναι πόσο από τον σημερινό μισθό του καταναλώνει σήμερα το ενοίκιο.
Εκεί λοιπόν πρέπει να κριθεί η «Συμφωνία Προόδου και Ευημερίας»
Όχι στο αν οι στόχοι ακούγονται σωστοί.
Οι περισσότεροι ακούγονται σωστοί.
Ούτε χρειάζεται να μηδενίσουμε όσα έγιναν από το 2019. Η ψηφιοποίηση, η μείωση της ανεργίας, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, οι επενδύσεις και η δημοσιονομική σταθεροποίηση αποτελούν πραγματικά στοιχεία του κυβερνητικού απολογισμού.
Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται και το μέτρο της απαίτησης.
Όσο περισσότερο χρόνο κυβερνάς, τόσο λιγότερο δικαιούσαι να ζητάς να κριθείς από τις προθέσεις σου.
Μετά από επτά χρόνια εξουσίας δεν είσαι ο πολιτικός που έρχεται να μας πει τι θα αλλάξει.
Είσαι αυτός που πρέπει να μας δείξει τι άλλαξε.
Το πραγματικό συμβόλαιο του 2030
Ο Σκέρτσος κλείνει γράφοντας ότι «η Ελλάδα του 2030 δεν είναι σύνθημα».
Αυτό ακριβώς μένει να αποδειχθεί.
Γιατί η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλον έναν κατάλογο σωστών επιθυμιών. Χρειάζεται μετρήσιμες δεσμεύσεις με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.
Πόσο θα αυξηθεί το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα;
Πόσο θα μειωθεί το κόστος στέγασης;
Πόσο θα μειωθεί ο χρόνος απονομής Δικαιοσύνης;
Πόσο θα αυξηθεί η παραγωγικότητα;
Πόσες καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν;
Πόσο καλύτερη θα είναι πραγματικά η δημόσια Υγεία;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που μετατρέπουν ένα όραμα σε συμβόλαιο με τον πολίτη.
Και υπάρχει μία τελευταία λεπτομέρεια που η κυβέρνηση δεν μπορεί να προσπεράσει.
Οι εκλογές δεν θα γίνουν το 2030.
Οι πολίτες θα αποφασίσουν νωρίτερα εάν εμπιστεύονται τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Νέα Δημοκρατία για να υλοποιήσουν αυτή την Ελλάδα.
Και όταν φτάσουν στην κάλπη δεν θα έχουν μπροστά τους μόνο την υπόσχεση της Ελλάδας του 2030.
Θα έχουν ήδη ζήσει την Ελλάδα του 2019–2026.
Και αυτή, τελικά, θα είναι ο σημαντικότερος κριτής της αξιοπιστίας όσων υπόσχονται για το μέλλον.



