Είναι πράγματι εντυπωσιακή η πρόοδος της ελληνικής οικονομίας μετά το 2019 και πραγματική η κρίση του γερμανικού μοντέλου. Από αυτό όμως μέχρι το συμπέρασμα ότι η πολιτική σταθερότητα της ΝΔ εξηγεί τη διαφορά και ότι η Ελλάδα αποτελεί το αντίθετο παράδειγμα της Γερμανίας, μεσολαβούν αρκετά στοιχεία που λείπουν από τον πίνακα.
Η εικόνα είναι εντυπωσιακή.
Δύο σημαίες. Ελλάδα και Γερμανία.
Από τη μία ανάπτυξη, πτώση της ανεργίας, αύξηση βιομηχανικής παραγωγής και απασχόλησης.
Από την άλλη στασιμότητα, αύξηση ανεργίας, υποχώρηση βιομηχανίας και μεταναστευτικές πιέσεις.
Και από πάνω η πολιτική εξήγηση:
Ελλάδα: αυτοδύναμη και σταθερή κυβέρνηση ΝΔ.
Γερμανία: κυβερνήσεις συνεργασίας και πολιτική αστάθεια.
Είναι ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό πολιτικό infographic.
Το ερώτημα είναι εάν αποτελεί εξίσου καλή οικονομική ανάλυση.
Η απάντηση απαιτεί πολύ περισσότερες αποχρώσεις.
Πρώτα τα αυτονόητα: η Ελλάδα έχει πράγματι προοδεύσει
Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να μηδενίζεται η οικονομική πρόοδος της Ελλάδας.
Η χώρα έχει αναπτυχθεί σημαντικά μετά την πολυετή κρίση.
Η ανεργία έχει υποχωρήσει θεαματικά και έφτασε στο 7,9% τον Ιούλιο του 2026, από 8,9% έναν χρόνο νωρίτερα.
Η βιομηχανία έχει εμφανίσει σε αρκετές περιόδους καλύτερη δυναμική από τη γερμανική. Ακόμη και στα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, για παράδειγμα, τον Μάιο του 2026 η ελληνική βιομηχανική παραγωγή ήταν αυξημένη κατά 4% σε ετήσια βάση, ενώ στη Γερμανία ήταν μειωμένη κατά 0,8%.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επίσης αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται, προβλέποντας ανάπτυξη 1,8% για το 2026, παρά το νέο ενεργειακό σοκ.
Άρα δεν χρειάζεται να αρνηθούμε τα θετικά δεδομένα για να ελέγξουμε την επιχειρηματολογία.
Ακριβώς το αντίθετο.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο τι συμπέρασμα μπορούμε πραγματικά να βγάλουμε από αυτά.
Ελλάδα +12,2%, Γερμανία +2,2%: εντυπωσιακό, αλλά από πού ξεκινούσαν;
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη παγίδα.
Όταν συγκρίνεις ποσοστιαία μεταβολή δύο οικονομιών, πρέπει να κοιτάξεις και την αφετηρία τους.
Η Ελλάδα του 2019 δεν ήταν η Γερμανία του 2019.
Η ελληνική οικονομία έβγαινε από μία δεκαετία πρωτοφανούς οικονομικής καταστροφής, κατά την οποία είχε χάσει περίπου το ένα τέταρτο του ΑΕΠ της.
Η Γερμανία ξεκινούσε από το επίπεδο μιας από τις πλουσιότερες και περισσότερο βιομηχανοποιημένες οικονομίες του κόσμου.
Αυτό δημιουργεί το γνωστό base effect.
Εάν μια οικονομία έχει πέσει από τα 100 στα 75 και στη συνέχεια ανεβεί στα 85, εμφανίζει εντυπωσιακή ποσοστιαία ανάπτυξη.
Δεν σημαίνει ότι έγινε πλουσιότερη από μια οικονομία που βρίσκεται στα 150 και ανεβαίνει στα 153.
Γι’ αυτό και το +12,2% έναντι +2,2%, ακόμη και εφόσον χρησιμοποιείται η ίδια ακριβώς στατιστική σειρά, δεν σημαίνει Ελλάδα 12,2 – Γερμανία 2,2 σε επίπεδο οικονομικής ευημερίας.
Σημαίνει διαφορετικό ρυθμό μεταβολής.
Άλλο πράγμα.
Και το βιοτικό επίπεδο;
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο κενό του infographic.
Η ίδια η ανάρτηση αναγνωρίζει στο τέλος ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές σε εισοδήματα και επίπεδο ζωής.
Μόνο που αυτό δεν είναι μια μικρή υποσημείωση.
Είναι κεντρικό μέρος της σύγκρισης.
Γιατί ο πολίτης δεν ζει μέσα στον δείκτη της βιομηχανικής παραγωγής.
Ζει από τον μισθό του.
Πληρώνει ενοίκιο.
Τρόφιμα.
Ενέργεια.
Καύσιμα.
Στέγαση.
Και προσπαθεί να αποταμιεύσει.
Άρα εάν θέλουμε πραγματικά να συγκρίνουμε Ελλάδα και Γερμανία, πρέπει δίπλα στο πραγματικό ΑΕΠ να βάλουμε και:
κατά κεφαλήν εισόδημα, πραγματικούς μισθούς, αγοραστική δύναμη, παραγωγικότητα και διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Διαφορετικά συγκρίνουμε τον ρυθμό με τον οποίο κινούνται δύο αυτοκίνητα χωρίς να λέμε σε ποιο σημείο του δρόμου βρίσκεται το καθένα.
Η ανεργία: τεράστια ελληνική πρόοδος, αλλά ξανά το ίδιο πρόβλημα
Από 17% και πλέον σε 7,9%.
Πρόκειται αναμφισβήτητα για μεγάλη επιτυχία της ελληνικής οικονομίας.
Αλλά και εδώ υπάρχει base effect.
Η Γερμανία ξεκινούσε ήδη από πολύ χαμηλή ανεργία.
Η Ελλάδα ξεκινούσε από ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό, κληρονομιά της οικονομικής κρίσης.
Επομένως, το γεγονός ότι η Ελλάδα μείωσε την ανεργία πολύ περισσότερο από τη Γερμανία δεν είναι παράδοξο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
πού βρίσκεται σήμερα η ποιότητα της ελληνικής απασχόλησης;
Πόσες δουλειές είναι σταθερές;
Πόσες είναι εποχικές;
Ποιες είναι οι αμοιβές;
Πόσοι εργάζονται κάτω από το επίπεδο των προσόντων τους;
Πόσοι νέοι επιστήμονες εξακολουθούν να εργάζονται στο εξωτερικό;
Και στα νησιά ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει «απασχόληση»
Εδώ η Κεφαλονιά είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Ένας άνθρωπος μπορεί να δουλεύει έξι ή επτά μήνες σε ξενοδοχείο, εστιατόριο ή τουριστική επιχείρηση και τον χειμώνα να βρίσκεται ξανά χωρίς εργασία.
Το επίσημο 7,9% της ΕΛΣΤΑΤ είναι εποχικά διορθωμένο, επομένως θα ήταν λάθος να ισχυριστούμε ότι ο χαμηλός αριθμός οφείλεται απλώς στην καλοκαιρινή σεζόν.
Αλλά η στατιστική διόρθωση δεν εξαφανίζει το κοινωνικό πρόβλημα της εποχικής εργασίας.
Άλλο:
«έχω δουλειά»
και άλλο:
«έχω σταθερό εισόδημα δώδεκα μήνες τον χρόνο».
Αυτό το δεύτερο δεν χωρά εύκολα σε ένα infographic.
+25% ελληνική βιομηχανία: ναι, αλλά ας κοιτάξουμε και το μέγεθος
Το ίδιο ισχύει και για τη βιομηχανία.
Η ελληνική βιομηχανική παραγωγή έχει παρουσιάσει αξιοσημείωτη βελτίωση και η γερμανική βιομηχανία αντιμετωπίζει πραγματικό και σοβαρό πρόβλημα.
Τα τελευταία στοιχεία επιβεβαιώνουν αυτή τη διαφορετική δυναμική.
Όμως υπάρχει μια τεράστια διαφορά.
Η Γερμανία διαθέτει μια βιομηχανική βάση πολλαπλάσια της ελληνικής.
Το 2019, για παράδειγμα, η Γερμανία παρήγαγε περίπου το 33% της συνολικής προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης ολόκληρης της ΕΕ.
Άρα το:
Ελλάδα +25%, Γερμανία -12%
δεν σημαίνει ότι η ελληνική βιομηχανία πλησιάζει τη γερμανική.
Σημαίνει ότι μια πολύ μικρότερη βιομηχανική βάση αναπτύσσεται ενώ μια τεράστια βιομηχανική βάση συρρικνώνεται.
Και τα δύο είναι σημαντικά.
Αλλά είναι διαφορετικά πράγματα.
Μάλιστα, η Γερμανία πράγματι αντιμετωπίζει σοβαρό βιομηχανικό πρόβλημα
Δεν χρειάζεται να το κρύψουμε.
Η ενεργειακή κρίση, η απώλεια του φθηνού ρωσικού αερίου, ο διεθνής ανταγωνισμός —ιδιαίτερα από την Κίνα—, η αυτοκινητοβιομηχανία και το υψηλό ενεργειακό κόστος έχουν δημιουργήσει μεγάλες πιέσεις στο γερμανικό παραγωγικό μοντέλο.
Και η απασχόληση στη βιομηχανία έχει δεχθεί πραγματικό πλήγμα.
Σε στοιχεία για το διάστημα β΄ τρίμηνο 2024–β΄ τρίμηνο 2026, η Γερμανία έχασε περίπου 295.000 βιομηχανικές θέσεις εργασίας, ενώ η Ελλάδα παρουσίασε αύξηση 7,5%.
Αυτό είναι πραγματικό πρόβλημα για τη Γερμανία.
Αλλά δεν αποδεικνύει ότι αιτία είναι οι κυβερνήσεις συνεργασίας.
Εδώ φτάνουμε στο μεγαλύτερο πολιτικό άλμα
Το infographic επιχειρεί ουσιαστικά να δημιουργήσει την εξής αλυσίδα:
Αυτοδύναμη ΝΔ → πολιτική σταθερότητα → ανάπτυξη.
και:
Κυβερνήσεις συνεργασίας στη Γερμανία → αστάθεια → οικονομική στασιμότητα → άνοδος πολιτικών άκρων.
Ακούγεται απλό.
Ίσως υπερβολικά απλό.
Διότι η Γερμανία κυβερνάται επί δεκαετίες κυρίως από κυβερνήσεις συνεργασίας.
Και μέσα σε αυτές τις δεκαετίες έγινε η οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης.
Η ίδια η Angela Merkel κυβέρνησε από το 2005 μέχρι το 2021 μέσα από διαφορετικούς συνασπισμούς.
Και σήμερα ο Friedrich Merz κυβερνά επίσης με συνασπισμό CDU/CSU και SPD.
Άρα:
κυβέρνηση συνεργασίας ≠ πολιτική αστάθεια.
Μπορεί μια κυβέρνηση συνεργασίας να είναι ασταθής.
Μπορεί και να κυβερνήσει επί χρόνια.
Όπως μπορεί μια αυτοδύναμη κυβέρνηση να είναι αποτελεσματική ή αναποτελεσματική.
Αυτό κρίνεται από τις πολιτικές και τα αποτελέσματα, όχι από τον αριθμό των κομμάτων στο υπουργικό συμβούλιο.
Και το «τρεις διαφορετικές κυβερνήσεις» χρειάζεται διόρθωση
Από το 2019 μέχρι σήμερα η Γερμανία είχε:
την κυβέρνηση Merkel IV, που είχε σχηματιστεί ήδη το 2018,
την κυβέρνηση Scholz από το 2021,
και την κυβέρνηση Merz από τον Μάιο του 2025.
Άρα πράγματι συναντάμε τρία κυβερνητικά σχήματα μέσα στο χρονικό παράθυρο.
Αλλά η παρουσίασή τους ως τριών διαδοχικών περιόδων «πολιτικής αστάθειας» είναι ερμηνεία, όχι στατιστικό δεδομένο.
Η Merkel παρέμεινε καγκελάριος επί 16 χρόνια.
Δύσκολα αποτελεί σύμβολο πολιτικής αστάθειας.
Το μεταναστευτικό είναι ακόμη πιο περίπλοκο
Το infographic συγκρίνει:
Ελλάδα -16%
με
Γερμανία >50%.
Εδώ χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη προσοχή, γιατί πριν συγκρίνουμε ποσοστά πρέπει να γνωρίζουμε ακριβώς ποιον πληθυσμό μετρά κάθε αριθμός.
Μετανάστες;
Αλλοδαπούς;
Ξένους υπηκόους;
Αιτούντες άσυλο;
Πρόσφυγες;
Άτομα γεννημένα στο εξωτερικό;
Και σε ποια ακριβώς χρόνια;
Εάν οι δύο αριθμοί δεν προέρχονται από τον ίδιο ορισμό, την ίδια βάση δεδομένων και αντίστοιχες χρονικές περιόδους, η σύγκριση δεν είναι μεθοδολογικά ασφαλής.
Και το ίδιο το infographic χρησιμοποιεί διαφορετικές βάσεις: για την Ελλάδα αναφέρει απογραφή 2021 και για τη Γερμανία απογραφή 2022.
Άρα αυτό το συγκεκριμένο -16% έναντι >50% δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί χωρίς ακριβή κοινή πηγή και κοινό ορισμό.
Και φτάνουμε στα «πολιτικά άκρα»
Εδώ χρειάζεται ίσως η μεγαλύτερη ψυχραιμία.
Η οικονομική ανασφάλεια μπορεί πράγματι να επηρεάζει την πολιτική συμπεριφορά.
Η αποβιομηχάνιση, η μετανάστευση, η ενεργειακή κρίση και η δυσαρέσκεια προς το πολιτικό σύστημα αποτελούν παράγοντες που συζητούνται έντονα στη Γερμανία.
Αλλά δεν υπάρχει ένας μαθηματικός τύπος:
πτώση βιομηχανίας + μετανάστευση = ψήφος στα άκρα.
Η πολιτική συμπεριφορά είναι πολύ πιο σύνθετη.
Και μάλιστα τα πρόσφατα γερμανικά αποτελέσματα παρουσιάζουν μεγάλες περιφερειακές διαφορές.
Άρα δεν μπορούμε να πάρουμε πέντε μακροοικονομικούς δείκτες και να ισχυριστούμε ότι εξηγήσαμε γιατί ψηφίζει όπως ψηφίζει μια χώρα 84 εκατομμυρίων ανθρώπων.
Το παράδοξο: η ανάρτηση έχει δίκιο στην αρχή και υπεραπλουστεύει στο τέλος
Η βασική αρχική ιδέα είναι σωστή:
οι πολιτικές εξελίξεις δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.
Απολύτως.
Αλλά αυτό ακριβώς σημαίνει ότι δεν πρέπει να κάνουμε το αντίθετο λάθος και να μετατρέπουμε την οικονομία σε κομματική εξίσωση.
Η Ελλάδα έχει πράγματι σημειώσει σημαντική οικονομική πρόοδο μετά το 2019.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δικαιούται να αξιολογείται και για αυτήν.
Η Γερμανία αντιμετωπίζει πράγματι σοβαρή οικονομική και βιομηχανική κρίση.
Αλλά από αυτά δεν προκύπτει αυτομάτως ότι:
η ελληνική ανάπτυξη οφείλεται στην αυτοδυναμία,
η γερμανική στασιμότητα οφείλεται στους συνασπισμούς,
ή ότι η διαφορετική εκλογική συμπεριφορά των δύο κοινωνιών εξηγείται από πέντε αριθμούς.
Η Ελλάδα προχωρά – αλλά ας συγκρίνουμε ολόκληρη την εικόνα
Εάν θέλουμε πραγματικά Ελλάδα εναντίον Γερμανίας, ας βάλουμε όλα τα στοιχεία στο τραπέζι.
Ανάπτυξη.
Ναι.
Ανεργία.
Ναι.
Βιομηχανία.
Ναι.
Αλλά μαζί:
μισθούς,
αγοραστική δύναμη,
παραγωγικότητα,
κατά κεφαλήν εισόδημα,
ποιότητα απασχόλησης,
εποχικότητα,
κόστος στέγασης,
επενδύσεις,
δημογραφικό,
δημόσιο χρέος.
Τότε θα έχουμε πραγματική σύγκριση.
Και πιθανότατα θα προκύψει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον από το «Ελλάδα καλή – Γερμανία κακή».
Θα προκύψει ότι η Ελλάδα του 2026 έχει καλύτερη δυναμική από την Ελλάδα του 2019, ενώ η Γερμανία του 2026 αντιμετωπίζει σοβαρότερες δυσκολίες από τη Γερμανία του 2019.
Αυτό είναι σημαντικό.
Δεν χρειάζεται να το μετατρέψουμε σε κομματικό θρίαμβο για να είναι αλήθεια.
Γιατί τελικά η σοβαρότερη ερώτηση για έναν Έλληνα πολίτη δεν είναι:
«Αναπτυσσόμαστε ταχύτερα από τη Γερμανία;»
Είναι:
«Η ανάπτυξη που πράγματι υπάρχει περνάει αρκετά γρήγορα στον δικό μου μισθό, στην αγοραστική μου δύναμη και στην καθημερινή μου ζωή;»
Και εκεί βρίσκεται η δυσκολότερη συζήτηση.



