Υπάρχει ένας πολύ εύκολος τρόπος να οικοδομήσεις ένα πειστικό αφήγημα: παίρνεις ένα πραγματικό πρόβλημα, προσθέτεις προσωπικές εμπειρίες που πράγματι μπορεί να υπάρχουν, τις μετατρέπεις σε γενικό κανόνα και πάνω σε αυτόν τον κανόνα χτίζεις το πολιτικό σου συμπέρασμα.
Κάπως έτσι επιχειρείται να δικαιολογηθεί και η άποψη που εξέφρασε ο Παύλος Μαρινάκης για δραστικό περιορισμό της χρονικής διάρκειας του επιδόματος ανεργίας.
Η επιχειρηματολογία που διατυπώθηκε προς υπεράσπισή του είναι περίπου η εξής:
Στον τουρισμό και ιδιαίτερα στην εστίαση «σχεδόν όλοι» οι εργαζόμενοι, ακόμη και οι ανειδίκευτοι, παίρνουν περίπου 1.700 ευρώ. Κάποιοι με δεύτερη εργασία φτάνουν στα 2.500 ευρώ και παραπάνω. Παρ’ όλα αυτά, εμφανίζουν περίπου έναν κατώτατο μισθό, παίρνουν τα υπόλοιπα «μαύρα», παραμένουν κάτω από το αφορολόγητο και τον χειμώνα εισπράττουν επίδομα ανεργίας και επίδομα στέγασης.
Και το συμπέρασμα συνοδεύεται από το δηκτικό:
«Μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια».
Μόνο που, αν πράγματι θέλουμε ειλικρίνεια, πρέπει πρώτα να βάλουμε κάτω τα στοιχεία.
«Σχεδόν όλοι παίρνουν 1.700 ευρώ» – Ποιοι είναι αυτοί οι «σχεδόν όλοι»;
Ας ξεκινήσουμε από τον πιο εντυπωσιακό ισχυρισμό.
Ότι στον τουρισμό και ειδικά στην εστίαση «σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι, ακόμα και ανειδίκευτοι, παίρνουν γύρω στα 1.700 ευρώ».
Πρόκειται για έναν εξαιρετικά συγκεκριμένο ισχυρισμό για εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους.
Ποια επίσημη έρευνα τον αποδεικνύει;
Ποιο ποσοστό σημαίνει «σχεδόν όλοι»;
80%; 90%; 95%;
Γιατί τα επίσημα δεδομένα που έχουμε μπροστά μας περιγράφουν μια αρκετά διαφορετική πραγματικότητα.
Η νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας στον επισιτισμό, η οποία επεκτάθηκε το 2026 και έγινε υποχρεωτική, προβλέπει βασικούς μισθούς από 930 έως 1.100 ευρώ.
Και δεν το λέει κάποιος συνδικαλιστής ή κάποιος πολιτικός αντίπαλος της κυβέρνησης.
Το ανακοινώνει το ίδιο το Υπουργείο Εργασίας.
Προβλέπονται βεβαίως επιδόματα και προσαυξήσεις: γάμου, τουριστικής εκπαίδευσης, εποχικής απασχόλησης κ.ά.
Ακόμη όμως και αν πάρουμε ως παράδειγμα τα 1.100 ευρώ και προσθέσουμε σωρευτικά 10% γάμου, 15% τουριστικής εκπαίδευσης και 10% εποχικής απασχόλησης, φτάνουμε περίπου στα 1.485 ευρώ μικτά.
Και μιλάμε για εργαζόμενο που δικαιούται όλες αυτές τις προσαυξήσεις.
Πώς λοιπόν καταλήξαμε στο ότι «σχεδόν όλοι», ακόμη και οι ανειδίκευτοι, παίρνουν 1.700 ευρώ;
Αν σχεδόν όλοι παίρνουν 1.700€, γιατί η κυβέρνηση πανηγύριζε για ΣΣΕ 930–1.100€;
Εδώ προκύπτει μια μάλλον ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Τον Μάιο του 2026 το Υπουργείο Εργασίας παρουσίασε ως σημαντική εξέλιξη την επέκταση της Συλλογικής Σύμβασης στον επισιτισμό, ανακοινώνοντας μισθούς από 930 έως 1.100 ευρώ.
Αν όμως στην πραγματική αγορά «σχεδόν όλοι» ήδη παίρνουν περίπου 1.700 ευρώ, ακόμη και οι ανειδίκευτοι, τότε γεννάται ένα απλό ερώτημα:
Ποια ακριβώς μισθολογική κατάκτηση αποτέλεσαν τα 930–1.100 ευρώ;
Δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται δύο διαφορετικές πραγματικότητες ανάλογα με το επιχείρημα που θέλουμε κάθε φορά να υποστηρίξουμε.
Όταν μιλάμε για εργασιακή πολιτική, να παρουσιάζουμε ως σημαντική πρόοδο τα 930–1.100 ευρώ και όταν ανοίγει η συζήτηση για το επίδομα ανεργίας να ανακαλύπτουμε ξαφνικά ότι «σχεδόν όλοι» παίρνουν 1.700.
Η διαφορά είναι 600 έως 770 ευρώ τον μήνα.
Και αν η απάντηση είναι ότι «τα υπόλοιπα δίνονται μαύρα», τότε απαιτείται κάτι πολύ συγκεκριμένο:
στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι αυτό συμβαίνει στους “σχεδόν όλους”.
Άλλο «υπάρχουν μισθοί 1.700 ευρώ» και άλλο «σχεδόν όλοι παίρνουν 1.700»
Ας είμαστε ξεκάθαροι.
Φυσικά και υπάρχουν εργαζόμενοι στον τουρισμό που παίρνουν 1.700 ευρώ.
Υπάρχουν και εργαζόμενοι που παίρνουν 2.000.
Υπάρχουν ειδικότητες και περιοχές με μεγάλη έλλειψη προσωπικού όπου οι αποδοχές ανεβαίνουν ακόμη περισσότερο.
Ιδιαίτερα σε πολύ τουριστικά νησιά, η πραγματική αγορά εργασίας μπορεί να αναγκάσει μια επιχείρηση να προσφέρει πολύ περισσότερα από τα ελάχιστα της συλλογικής σύμβασης για να βρει προσωπικό.
Αυτό όμως είναι τελείως διαφορετικό από το να γράφουμε ότι «σχεδόν όλοι» παίρνουν 1.700 ευρώ.
Το πρώτο είναι μια πραγματικότητα της αγοράς που πράγματι συναντάται.
Το δεύτερο είναι γενίκευση που χρειάζεται απόδειξη.
Και 1.700 ευρώ για πόσες ώρες εργασίας;
Υπάρχει και κάτι ακόμη που εξαφανίζεται εντελώς από τη συζήτηση.
Οι 1.700 ευρώ, όπου πράγματι καταβάλλονται, αντιστοιχούν σε τι ακριβώς;
Σε πενθήμερο και οκτάωρο;
Ή σε έξι ημέρες εργασίας;
Υπάρχουν Κυριακές;
Υπάρχουν αργίες;
Υπάρχει νυχτερινή απασχόληση;
Υπάρχουν υπερωρίες;
Διότι αν ένας εποχικός εργαζόμενος εισπράττει 1.700 ευρώ επειδή εργάζεται πολύ περισσότερες ώρες, Κυριακές, αργίες ή νύχτες, τότε δεν συγκρίνουμε έναν «μισθό 1.700 ευρώ» με έναν συνηθισμένο μισθό πενθήμερης οκτάωρης εργασίας.
Συγκρίνουμε συνολικές μηνιαίες αποδοχές διαφορετικού χρόνου και διαφορετικών συνθηκών εργασίας.
Και αυτή δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι θεμελιώδης οικονομική διάκριση.
Και μετά εμφανίζονται τα 2.500 ευρώ
Το επόμενο επιχείρημα είναι ακόμη πιο περίεργο:
«Αν βάλουμε και τη δεύτερη εργασία που συνειδητά επιλέγουν να κάνουν κάποιοι εργαζόμενοι πάμε στα 2.500€ και βάλε».
Προφανώς.
Αν κάποιος δουλεύει δύο δουλειές, είναι πιθανό να έχει μεγαλύτερο συνολικό εισόδημα.
Αλλά τα 2.500 ευρώ από δύο εργασίες δεν είναι «μισθός στον τουρισμό».
Είναι το άθροισμα των αποδοχών δύο διαφορετικών εργασιών.
Το γεγονός ότι κάποιος χρειάζεται ή επιλέγει να δουλεύει δύο δουλειές για να φτάσει ένα συγκεκριμένο εισόδημα δεν αποδεικνύει ότι αμείβεται υπερβολικά από την πρώτη.
Και κυρίως δεν αποδεικνύει τίποτε για τις αποδοχές των υπόλοιπων εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων.
Από τα 1.700 ευρώ στα «μαύρα» – χωρίς κανένα ενδιάμεσο στοιχείο
Εδώ όμως γίνεται το μεγαλύτερο λογικό άλμα.
Ξεκινάμε από το:
«Υπάρχουν εργαζόμενοι που παίρνουν 1.700 ευρώ».
Μεταπηδάμε στο:
«Σχεδόν όλοι παίρνουν 1.700 ευρώ».
Και καταλήγουμε στο:
«Όλοι οι εργαζόμενοι ζητούν από τους εργοδότες να εμφανίζεται στην τράπεζα μόνο ο κατώτατος και τα υπόλοιπα να δίνονται μαύρα για να παίρνουν επιδόματα».
Τρεις διαφορετικοί ισχυρισμοί.
Και κανένας δεν αποδεικνύει αυτομάτως τον επόμενο.
Υπάρχει υποδηλωμένη εργασία στην Ελλάδα;
Βεβαίως.
Υπάρχουν εργαζόμενοι που συναινούν σε τέτοιες συμφωνίες;
Προφανώς υπάρχουν.
Υπάρχουν εργοδότες που δηλώνουν μικρότερες ώρες ή αποδοχές από τις πραγματικές;
Φυσικά.
Αλλά άλλο η αναγνώριση ενός πραγματικού φαινομένου παραβατικότητας και άλλο η μετατροπή του σε συλλογική κατηγορία:
«όλοι οι εργαζόμενοι το ζητούν».
Αν υπάρχουν στοιχεία που το αποδεικνύουν, να παρουσιαστούν.
Διαφορετικά πρόκειται για αυθαίρετη γενίκευση.
Και ποιος έχει την υποχρέωση να δηλώνει τον πραγματικό μισθό;
Υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα μετατόπιση ευθύνης.
Αν ένας εργοδότης πληρώνει εργαζόμενο 1.700 ευρώ αλλά δηλώνει 1.000, έχουμε υποδηλωμένη εργασία.
Ο εργαζόμενος μπορεί να συναινεί ή ακόμη και να την επιδιώκει.
Αυτό όμως δεν καταργεί την υποχρέωση του εργοδότη να δηλώνει νόμιμα τις πραγματικές αποδοχές και την πραγματική απασχόληση.
Και κυρίως δεν καταργεί την ευθύνη του κράτους να ελέγχει.
Αν λοιπόν το φαινόμενο είναι τόσο γενικευμένο όσο περιγράφεται, τότε γεννιέται ένα πολύ σοβαρότερο ερώτημα:
Πού είναι οι έλεγχοι;
Υπάρχει Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας.
Υπάρχει ΕΡΓΑΝΗ.
Υπάρχει Επιθεώρηση Εργασίας.
Υπάρχουν τραπεζικές συναλλαγές και δυνατότητες ηλεκτρονικών διασταυρώσεων.
Αν λοιπόν το κράτος γνωρίζει ότι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι εμφανίζουν συστηματικά ψευδείς αποδοχές, γιατί δεν αντιμετωπίζει αυτή την παραβατικότητα;
Το επίδομα ανεργίας δεν είναι χαρτζιλίκι
Εδώ φτάνουμε στον πυρήνα της συζήτησης.
Το τακτικό επίδομα ανεργίας δεν είναι ένα χαρτζιλίκι που μοιράζει το κράτος σε όποιον δηλώσει χαμηλό εισόδημα.
Υπάρχουν συγκεκριμένες ασφαλιστικές προϋποθέσεις.
Η ΔΥΠΑ απαιτεί συγκεκριμένες ημέρες εργασίας για τις οποίες έχουν καταβληθεί εισφορές υπέρ ανεργίας.
Γι’ αυτό άλλωστε η ίδια η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, όταν ρωτήθηκε για τη δήλωση Μαρινάκη, χαρακτήρισε το επίδομα ανεργίας «ασφαλιστικό, ανταποδοτικό δικαίωμα».
Αυτό αλλάζει ολόκληρη τη βάση της συζήτησης.
Ο εργαζόμενος δεν παίρνει επίδομα επειδή το κράτος αποφάσισε να του κάνει κοινωνική πολιτική.
Έχει εργαστεί, έχουν καταβληθεί οι προβλεπόμενες εισφορές και, όταν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις και βρίσκεται χωρίς εργασία, ενεργοποιείται η ασφαλιστική προστασία έναντι της ανεργίας.
Άλλο επίδομα ανεργίας, άλλο επίδομα στέγασης
Στο ίδιο καλάθι μπαίνει και το επίδομα στέγασης.
Μόνο που πρόκειται για διαφορετική παροχή, με διαφορετικές προϋποθέσεις.
Υπάρχουν εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.
Για μονοπρόσωπο νοικοκυριό, για παράδειγμα, το εισοδηματικό όριο είναι 7.000 ευρώ ετησίως και αυξάνεται ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού.
Εάν κάποιος αποκρύπτει εισόδημα για να εμφανιστεί ψευδώς κάτω από αυτά τα όρια, τότε υπάρχει παραβατικότητα.
Να εντοπιστεί.
Να ελεγχθεί.
Να επιβληθούν όσα προβλέπει ο νόμος.
Αλλά η ύπαρξη κάποιων παραβατών δεν αποτελεί επιχείρημα για να αντιμετωπίζονται ως ύποπτοι όλοι οι νόμιμοι δικαιούχοι.
Και τι είπε πραγματικά ο Μαρινάκης;
Εδώ υπάρχει ακόμη ένα πρόβλημα στην αρχική υπεράσπιση.
Ο Παύλος Μαρινάκης δεν είπε απλώς να αφαιρεθεί ένας μήνας επιδότησης από τους εποχικούς εργαζομένους.
Η αρχική προσωπική του θέση ήταν πολύ ευρύτερη.
Μίλησε για επανεξέταση του επιδόματος ανεργίας «από το μηδέν» και εξέφρασε την άποψη ότι δεν θα έπρεπε να καταβάλλεται για περισσότερο από δύο μήνες.
Μετά τις αντιδράσεις ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται για κυβερνητική θέση και διευκρίνισε ότι σε μια τέτοια ενδεχόμενη αλλαγή θα χρειαζόταν ειδική μέριμνα για κατηγορίες όπως οι εποχικοί εργαζόμενοι, οι μεγαλύτερης ηλικίας άνεργοι και οι άνεργες μητέρες.
Άρα υπάρχει ένα αξιοσημείωτο παράδοξο:
Οι εποχικοί χρησιμοποιούνται ως βασικό παράδειγμα για να δικαιολογηθεί η θέση Μαρινάκη, ενώ ο ίδιος ο Μαρινάκης, μετά τις αντιδράσεις, τους ανέφερε μεταξύ εκείνων για τους οποίους θα απαιτούνταν ειδική αντιμετώπιση.
«Μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια» λοιπόν
Ας την κάνουμε.
Ναι, υπάρχει αδήλωτη και υποδηλωμένη εργασία.
Ναι, υπάρχουν εργαζόμενοι που συμμετέχουν συνειδητά σε αυτή.
Ναι, υπάρχουν εργοδότες που παραβιάζουν την εργατική και ασφαλιστική νομοθεσία.
Ναι, υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που αποκρύπτουν πραγματικά εισοδήματα για να αποκτήσουν πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές.
Και ναι, σε τουριστικές περιοχές με μεγάλη έλλειψη προσωπικού υπάρχουν εργαζόμενοι που μπορούν να εξασφαλίσουν σημαντικά υψηλότερες αποδοχές από τις ελάχιστες της συλλογικής σύμβασης.
Όλα αυτά μπορούν να συζητηθούν.
Αλλά από αυτά μέχρι το:
«σχεδόν όλοι παίρνουν 1.700 ευρώ»,
«με δεύτερη δουλειά φτάνουν 2.500 και βάλε»,
«όλοι ζητούν να δηλώνεται μόνο ένα χιλιάρικο»
και μετά «παίρνουν επίδομα ανεργίας και ενοικίου»,
υπάρχει μια τεράστια απόσταση.
Και αυτή η απόσταση λέγεται τεκμηρίωση.
Διότι διαφορετικά δημιουργούμε μια εξαιρετικά βολική καρικατούρα:
Τον εποχικό εργαζόμενο που περνάει το καλοκαίρι βγάζοντας 1.700 ή 2.500 ευρώ τον μήνα, κρύβει τα μισά από την Εφορία και τον ΕΦΚΑ και μετά κάθεται τον χειμώνα περιμένοντας να τον συντηρήσει το κράτος.
Υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις;
Ασφαλώς μπορεί να υπάρχουν.
Είναι αυτή η πραγματικότητα των «σχεδόν όλων»;
Αυτό πρέπει να αποδειχθεί.
Γιατί υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «γνωρίζω περιπτώσεις» και στο «έτσι λειτουργεί σχεδόν ολόκληρος ο κλάδος».
Και τελικά, αν δεχθούμε για χάρη της συζήτησης ότι η περιγραφή είναι σωστή και ότι η υποδηλωμένη εργασία έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις, τότε προκύπτει ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα για το ίδιο το κράτος:
Αν γνωρίζει ότι τεράστιος αριθμός εργαζομένων εμφανίζεται να παίρνει 1.000 ευρώ ενώ στην πραγματικότητα παίρνει 1.700, γιατί δεν εντοπίζει τα αδήλωτα εισοδήματα, δεν εισπράττει τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές που αναλογούν και δεν τιμωρεί τους παραβάτες;
Γιατί η λύση στην παραβατικότητα δεν μπορεί να είναι να περιορίζεται ένα ασφαλιστικό δικαίωμα και για εκείνον που εργάστηκε, ασφαλίστηκε, δήλωσε κανονικά το εισόδημά του και πληροί απολύτως νόμιμα τις προϋποθέσεις.
Αυτό δεν είναι αντιμετώπιση της παραβατικότητας.
Είναι μεταφορά του κόστους της αποτυχίας των ελέγχων στους νόμιμους ασφαλισμένους.
Και κάπου εκεί η φράση «μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια» αποκτά τελικά πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Γιατί, αν θέλουμε πραγματικά ειλικρίνεια, πρέπει να την απαιτούμε από όλους.



