Φλωρίδης κατά Τσίπρα: Μια φωτογραφία στο Καστελόριζο, οι προφυλακισμένοι της Χρυσής Αυγής και τα ερωτήματα που δεν απαντήθηκαν
Ο υπουργός Δικαιοσύνης κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για πολιτική σύμπλευση με τη Χρυσή Αυγή. Όμως πόσα από όσα υποστηρίζει αποτελούν τεκμηριωμένα γεγονότα και πόσα είναι πολιτικά συμπεράσματα;
Η επίθεση του Γιώργου Φλωρίδη στον Αλέξη Τσίπρα για τον Ηλία Κασιδιάρη ανοίγει μια ιδιαίτερα σοβαρή πολιτική και θεσμική συζήτηση.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης επικαλέστηκε την κοινή παρουσία βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής στο Καστελόριζο το 2016, αναφέρθηκε στα κοινοβουλευτικά δικαιώματα των τότε προφυλακισμένων βουλευτών και κατηγόρησε συνολικά την Αριστερά για υποκρισία απέναντι στον φασισμό.
Η αυστηρή εξέταση αυτών των ισχυρισμών απαιτεί μια βασική διάκριση: άλλο ένα πραγματικό περιστατικό, άλλο η πολιτική ευθύνη που μπορεί να προκύπτει από αυτό και άλλο η απόδοση πρόθεσης συνεργασίας με μια εγκληματική οργάνωση.
Αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ταυτόσημα.
1. Το Καστελόριζο: Ένα πραγματικό περιστατικό που δεν μπορεί να διαγραφεί
Ο Γιώργος Φλωρίδης αναφέρθηκε στην κοινή αποστολή στο Καστελόριζο, τον Δεκέμβριο του 2016, στην οποία συμμετείχαν κυβερνητικά στελέχη, βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και βουλευτές της Χρυσής Αυγής, μεταξύ των οποίων ο Ηλίας Κασιδιάρης και ο Χρήστος Παππάς.
Το περιστατικό είναι πραγματικό.
Η αποστολή πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του τότε υπουργού Εθνικής Άμυνας Πάνου Καμμένου και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, ακόμη και στον χώρο της Αριστεράς.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια ανύπαρκτη ιστορία που ανασύρθηκε εκ των υστέρων.
Η κοινή παρουσία με εκπροσώπους μιας νεοναζιστικής οργάνωσης δημιουργούσε σοβαρό ζήτημα πολιτικού συμβολισμού και μπορούσε να αξιοποιηθεί από τη Χρυσή Αυγή για την εικόνα της.
Αυτό είναι ένα βάσιμο αντικείμενο κριτικής προς τους τότε κυβερνητικούς παράγοντες.
Από εκεί, όμως, μέχρι το συμπέρασμα ότι ολόκληρος ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθούσε πολιτική πλήρως εναρμονισμένη με τη Χρυσή Αυγή, υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Μια κοινή κοινοβουλευτική αποστολή δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη πολιτικής ή ιδεολογικής συνεργασίας.
Αν ο υπουργός εννοεί κάτι περισσότερο από μια προβληματική δημόσια εικόνα, χρειάζονται συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις, συμφωνίες ή άλλες ενέργειες που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό.
2. Η φωτογραφία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απόδειξη
Η επίκληση μιας φωτογραφίας είναι ισχυρή επικοινωνιακά, επειδή προσφέρει μια εικόνα που μπορεί εύκολα να αναπαραχθεί.
Αλλά η φωτογραφία αποδεικνύει όσα πράγματι απεικονίζει: ποιοι βρέθηκαν στον ίδιο χώρο, σε ποια περίσταση και, ενδεχομένως, πώς συμπεριφέρθηκαν.
Δεν αποδεικνύει αυτομάτως κοινές πολιτικές επιδιώξεις.
Ο κ. Φλωρίδης μπορεί να ασκήσει αυστηρή κριτική για τη συμμετοχή στην αποστολή και για τον πολιτικό συμβολισμό της. Η κριτική αυτή δεν χρειάζεται υπερβολές για να έχει βαρύτητα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολιτική ερμηνεία μιας εικόνας παρουσιάζεται σαν να αποτελεί αδιαμφισβήτητο αποδεικτικό στοιχείο για τις προθέσεις ενός ολόκληρου κόμματος.
Η ίδια απαίτηση τεκμηρίωσης πρέπει να ισχύει για κάθε πολιτική παράταξη.
3. Οι προφυλακισμένοι βουλευτές: Το πραγματικό περιστατικό που χρειάζεται ακρίβεια
Ο υπουργός Δικαιοσύνης επανέφερε και τη στάση που είχε τηρήσει η τότε Πρόεδρος της Βουλής, Ζωή Κωνσταντοπούλου, σχετικά με τη συμμετοχή προφυλακισμένων βουλευτών της Χρυσής Αυγής σε κοινοβουλευτικές διαδικασίες.
Και εδώ υπάρχει πραγματικό ιστορικό υπόβαθρο.
Τον Μάρτιο του 2015 η κ. Κωνσταντοπούλου είχε θέσει ζήτημα εγκυρότητας συγκεκριμένων κοινοβουλευτικών ψηφοφοριών, συνδέοντάς το με την απουσία προφυλακισμένων βουλευτών της Χρυσής Αυγής.
Η θέση της είχε προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις, ενώ είχαν διατυπωθεί και ενστάσεις από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ.
Επομένως, ο ισχυρισμός ότι υπήρξε τέτοια θεσμική παρέμβαση έχει βάση.
Όμως η ακριβής απόδοση των ευθυνών έχει σημασία.
Πρόκειται για συγκεκριμένη τοποθέτηση της τότε Προέδρου της Βουλής, η οποία δεν μπορεί να αποδίδεται χωρίς περαιτέρω τεκμηρίωση ως ενιαία και αδιαμφισβήτητη θέση όλων των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ.
Επίσης, η πολιτική διαφωνία για τον χειρισμό των προφυλακισμένων δεν πρέπει να συγχέεται με το ερώτημα αν υπήρχε υποστήριξη της εγκληματικής τους δράσης.
4. Το τεκμήριο αθωότητας δεν καταργείται επειδή ακολούθησε καταδίκη
Εδώ υπάρχει ένα ιδιαίτερα σοβαρό θεσμικό ζήτημα.
Ο κ. Φλωρίδης αναφέρεται στους τότε προφυλακισμένους βουλευτές, επισημαίνοντας ότι στη συνέχεια καταδικάστηκαν.
Η μεταγενέστερη καταδίκη έχει καθοριστική σημασία για την ποινική τους ευθύνη.
Δεν σημαίνει, όμως, ότι μπορούμε να μεταφέρουμε αναδρομικά τη νομική τους κατάσταση στο χρονικό σημείο που ήταν ακόμη προφυλακισμένοι.
Η προσωρινή κράτηση δεν αποτελεί ποινή ούτε ισοδυναμεί με καταδίκη.
Το τεκμήριο αθωότητας και οι κανόνες της ποινικής διαδικασίας ισχύουν ακόμη και για πρόσωπα που κατηγορούνται για εξαιρετικά σοβαρά εγκλήματα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε προφυλακισμένος βουλευτής δικαιούται ανεπιφύλακτα να εγκαταλείπει τη φυλακή για οποιαδήποτε κοινοβουλευτική δραστηριότητα.
Η συμμετοχή του εξαρτάται από το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και τις αρμόδιες δικαστικές αποφάσεις.
Σημειώνεται ότι τον Δεκέμβριο του 2014 είχε χορηγηθεί δικαστική άδεια σε προφυλακισμένους βουλευτές της Χρυσής Αυγής για να συμμετάσχουν στην ψηφοφορία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας.
Το γεγονός αυτό δείχνει ότι το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητη και απόλυτη απαγόρευση κάθε κοινοβουλευτικής συμμετοχής.
Η συζήτηση για τα δικονομικά δικαιώματα ενός κατηγορουμένου δεν αποτελεί αυτομάτως πολιτική υποστήριξη των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται.
Αυτή η διάκριση είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν διατυπώνεται από τον ίδιο τον υπουργό Δικαιοσύνης.
5. Άλλο μια αμφισβητούμενη θεσμική θέση και άλλο η πολιτική ταύτιση
Η τοποθέτηση της Ζωής Κωνσταντοπούλου το 2015 μπορούσε να κριθεί ως νομικά αμφισβητήσιμη ή πολιτικά προβληματική.
Μάλιστα, η Χρυσή Αυγή είχε εκφράσει δημόσια συμφωνία με το επιχείρημα περί εγκυρότητας κοινοβουλευτικών ψηφοφοριών.
Αυτό είναι στοιχείο που δεν πρέπει να αποσιωπάται.
Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, από μόνο του ότι η θέση διατυπώθηκε με σκοπό την εξυπηρέτηση της Χρυσής Αυγής.
Ένα πολιτικό ή θεσμικό επιχείρημα μπορεί να ευνοεί αντικειμενικά μια πλευρά χωρίς αυτό να αποδεικνύει ταυτότητα προθέσεων.
Για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο, απαιτείται πρόσθετη τεκμηρίωση.
Η διαπίστωση ότι μια ενέργεια ωφέλησε πολιτικά τη Χρυσή Αυγή είναι διαφορετική από την κατηγορία ότι πραγματοποιήθηκε με σκοπό να την εξυπηρετήσει.
Η διαφορά δεν είναι λεκτική. Είναι ουσιαστική.
6. Η γενίκευση για ολόκληρη την Αριστερά
Ο Γιώργος Φλωρίδης δεν περιορίστηκε στην κριτική συγκεκριμένων προσώπων ή περιστατικών.
Επέλεξε να επιτεθεί συνολικά στην Αριστερά, υποστηρίζοντας ότι αντιστρέφει την πραγματικότητα και εμφανίζεται εκ των υστέρων ως αντιφασιστική δύναμη.
Η γενίκευση αυτή δημιουργεί ένα πρόσθετο πρόβλημα.
Η Αριστερά δεν αποτελεί ένα ενιαίο πολιτικό υποκείμενο με κοινές αποφάσεις και ενιαία στάση απέναντι σε κάθε ιστορικό γεγονός.
Υπήρξαν, άλλωστε, δημόσιες αντιδράσεις για την αποστολή στο Καστελόριζο και από μέσα ενημέρωσης και πολιτικούς χώρους που τοποθετούνται στην Αριστερά.
Επομένως, η κριτική προς συγκεκριμένα κυβερνητικά στελέχη του 2016 δεν μπορεί να μετατρέπεται χωρίς πρόσθετα στοιχεία σε συλλογική κατηγορία εναντίον κάθε αριστερού πολιτικού φορέα.
Η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή χωρίς να χρειάζεται να αποδίδει σε μια ολόκληρη ιδεολογική παράταξη τις ενέργειες συγκεκριμένων προσώπων.
7. Το αρχικό ερώτημα του Τσίπρα παραμένει αυτοτελές
Η αντιπαράθεση ξεκίνησε από την καταγγελία του Αλέξη Τσίπρα ότι η σημερινή κυβέρνηση διατηρεί αντιφατική στάση απέναντι στον Ηλία Κασιδιάρη.
Πρόκειται για σοβαρή πολιτική κατηγορία.
Αλλά για να αξιολογηθεί, χρειάζονται συγκεκριμένα γεγονότα.
Ποιες κυβερνητικές αποφάσεις επικαλείται ο πρώην πρωθυπουργός;
Ποιες ενέργειες ή παραλείψεις θεωρεί ότι αποδεικνύουν την καταγγελία του;
Πότε πραγματοποιήθηκαν;
Ποια ήταν η επίδρασή τους στη νομική ή πολιτική κατάσταση του Κασιδιάρη;
Η επίκληση του Καστελόριζου το 2016 και των κοινοβουλευτικών αντιπαραθέσεων του 2015 δεν απαντά αυτομάτως σε αυτά τα ερωτήματα.
Αντίστοιχα, η κατηγορία Τσίπρα δεν αποδεικνύεται μόνο επειδή ο υπουργός επέλεξε να απαντήσει με αναφορές στο παρελθόν.
Και οι δύο πλευρές οφείλουν να παρουσιάσουν συγκεκριμένα στοιχεία για όσα καταγγέλλουν.
8. Ο ρόλος του υπουργού Δικαιοσύνης και η βαρύτητα των χαρακτηρισμών
Ένας υπουργός Δικαιοσύνης είναι πολιτικό πρόσωπο και έχει κάθε δικαίωμα να συμμετέχει στη δημόσια αντιπαράθεση.
Ωστόσο, όταν η αντιπαράθεση αφορά την ποινική μεταχείριση κατηγορουμένων, την εγκληματική δράση μιας νεοναζιστικής οργάνωσης και τη λειτουργία της Βουλής, οι διατυπώσεις του αποκτούν ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα.
Η ακρίβεια έχει μεγαλύτερη σημασία από την ένταση.
Η επίκληση πραγματικών περιστατικών είναι θεμιτή.
Η πολιτική κριτική για τις επιλογές της προηγούμενης κυβέρνησης είναι επίσης θεμιτή.
Αλλά η μετάβαση από τα περιστατικά στην κατηγορία περί συνολικής σύμπλευσης με τη Χρυσή Αυγή απαιτεί ισχυρότερη τεκμηρίωση.
Δεν αρκεί να συνδεθούν διαφορετικά ιστορικά γεγονότα σε μια ενιαία πολιτική αφήγηση.
Το συμπέρασμα: Τα πραγματικά περιστατικά και τα όρια των πολιτικών συμπερασμάτων
Η κριτική του Γιώργου Φλωρίδη δεν στηρίζεται σε ανύπαρκτα περιστατικά.
Η αποστολή στο Καστελόριζο πραγματοποιήθηκε και προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου είχε πράγματι θέσει ζήτημα σχετικά με την κοινοβουλευτική συμμετοχή προφυλακισμένων βουλευτών της Χρυσής Αυγής.
Αυτά τα γεγονότα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυστηρού πολιτικού και θεσμικού ελέγχου.
Δεν αποδεικνύουν όμως, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, ότι οι πρακτικές ολόκληρου του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πλήρως εναρμονισμένες με τις επιδιώξεις της Χρυσής Αυγής.
Ούτε επιτρέπουν να ταυτίζεται η επίκληση δικονομικών δικαιωμάτων με την υποστήριξη μιας εγκληματικής οργάνωσης.
Από την άλλη πλευρά, η καταγγελία Τσίπρα για τη σημερινή κυβέρνηση χρειάζεται επίσης συγκεκριμένη τεκμηρίωση.
Η συζήτηση για τη Χρυσή Αυγή είναι υπερβολικά σοβαρή για να περιορίζεται σε φωτογραφίες, χαρακτηρισμούς και αλληλοκατηγορίες.
Απαιτεί ακριβή ιστορική αποτύπωση, σαφή διάκριση ανάμεσα στα γεγονότα και στις πολιτικές ερμηνείες και συγκεκριμένες απαντήσεις για τις αποφάσεις κάθε κυβέρνησης.
Γιατί η θεσμική αντιμετώπιση του νεοναζισμού δεν μπορεί να αξιολογείται με διαφορετικά κριτήρια ανάλογα με το ποιος βρίσκεται στην κυβέρνηση και ποιος στην αντιπολίτευση.



