Η Συμφωνία των Πρεσπών, που διαπραγματεύθηκε και συνυπέγραψε η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου με την κυβέρνηση Ζάεφ αναφορικά με το ονοματολογικό ζήτημα της πΓΔΜ, προβλέπει σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό (Βόρεια Μακεδονία) και χρήση της, εσωτερική και διεθνή, έναντι όλων (erga omnes).

Η γραμμή αυτή, σε συνδυασμό με την αναθεώρηση του Συντάγματος της πΓΔΜ ως προαπαιτούμενο και παράγωγο μιας συμφωνίας των δύο μερών, υπήρξε «εθνική γραμμή» της Ελλάδας ήδη από τον Απρίλιο του 1993 και βεβαίως συμπεριλαμβάνεται και στην ενδιάμεση συμφωνία του 1995.

Ωστόσο, εκτός από το όνομα της γειτονικής μας χώρας, κεντρικό ζητούμενο για εμάς, ήταν η απαλοιφή κάθε αλυτρωτικής αναφοράς ή χρήσης ιστορικών συμβόλων της Μακεδονίας, όπως το άστρο της Βεργίνας, ο Φίλιππος Β’ και φυσικά ο Μέγας Αλέξανδρος. Όσοι έχουν επισκεφθεί τη γειτονική χώρα και ιδίως τα Σκόπια, έχουν γίνει μάρτυρες της απόπειρας «εξαρχαϊσμού», με την επιλεκτική αναφορά προσώπων ατάκτως ειρημένων, από τον Μέγα Κωνσταντίνο και τον Ιουστιανοό μέχρι τον τσάρο Σαμουήλ και τη Μητέρα Τερέζα, προκειμένου να συνθέσουν το εθνικό αφήγημα του «μακεδονισμού».

Με αυτό το κριτήριο, το άρθρο 7 της Συμφωνίας των Πρεσπών, ως προς τη γλώσσα και την ιθαγένεια αποδεικνύεται τουλάχιστον προβληματικό, ιδίως αν συνδυαστεί με την πολύ διασταλτική διατύπωση  με την οποία «τα μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και ιστορική κληρονομιά». Κι αυτό διοτι ναι μεν οι παράγραφοι 2 και 3 του εν λόγω άρθρου, αναφέρουν οτι οι δύο ορισμοί αφορούν σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο, εντούτοις το πρόβλημα συγκαλύπτεται για άλλη μια φορά.

Το 2010, κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στο LSE, το αντικείμενο της μεταπτυχιακής μου εργασίας ήταν ακριβώς η διαδικασία εθνογένεσης των Σλαβομακεδόνων και το πως βλέπουν εκείνοι τον εαυτό τους και το ονοματολογικό πρόβλημα με την Ελλάδα. Στην εν λόγω εργασία παρουσιάζονται τα εργαλεία αλλά και η εξέλιξη της ιστοριογραφίας στη γειτονική χώρα, και εύκολα  μπορεί να διαπιστώσει κανείς οτι οι Σλαβομακεδόνες επιδιώκουν από μια εποχή και μετά να προκαλούν διαρκώς το ελληνικό εθνικό αφήγημα, χρησιμοποιώντας ψευδοϊστορικά επιχειρήματα προκειμένου να «αφελληνίσουν» την αρχαία Μακεδονία. Μέσα από μαρξιστικά σχήματα ανάλυσης διαχωρίζουν την ελληνική βασιλική δυναστεία των Αργεαδών από το «μακεδονικό λαό», κάτι που φυσικά εφαρμόζουν και στη μεσαιωνική τους ιστοριογραφία κατά των Βουλγάρων αυτή τη φορά.

Συνεπώς, χωρίς ρητές δεσμεύσεις η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει ένα άλλο ιστορικό πλαίσιο «μακεδονισμού» για την άλλη πλευρά, αφήνοντας έτσι ανοικτό το παράθυρο του αλυτρωτισμού.

Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι η ιθαγένεια, όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 2, κι αυτό γιατί αποτελεί είτε προϊόν συμβιβασμού/ παραχώρησης, είτε μνημείο διπλωματικής προχειρότητας. Συστηματικά, στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ επέμεναν να ισχυρίζονται οτι το εν λόγω θέμα δεν ήταν διαπραγματεύσιμο πρακτικά, καθώς αποτελεί την εθνική ταυτότητα των βορείων γειτόνων μας. Είναι όμως έτσι;

Η ιθαγένεια αποτελεί νομική σχέση με συγκεκριμένο κράτος και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συνδέεται με το δικαίωμα στον (εθνοτικό) αυτοπροσδιορισμό. Στην πραγματικότητα μιλάμε για μια καταναγκαστική σχέση η οποία πρέπει να παραπέμπει στο όνομα του κράτους που αφορά. Στην προκειμένη περίπτωση η ιθαγένεια πρέπει λοιπόν να προσδιορίζεται όχι ως «Macedonian / citizen of the Republic of North Macedonia», αλλά ως «βορειομακεδονική/ citizen of the Republic of North Macedonia». Στην αγγλική μάλιστα διατύπωση της Συμφωνίας των Πρεσπών αυτό δεν αφορά τη citizenship, αλλά τη nationality, δηλαδή τη διεθνή όψη της ιθαγένειας. Με αυτόν τον τρόπο θα βρεθούμε μπροστά στο παράδοξο ένα μέλος της αλβανικής κοινότητας της «Βόρειας Μακεδονίας» να περιγράφεται ως… «Μακεδόνας» ως προς την ιθαγένειά του, ταυτιζόμενος έτσι με την σλαβομακεδονική εθνική κοινότητα, αντί του «Βορειομακεδόνας/citizen of the Republic of North Macedonia.»

Το ίδιο πρόβλημα προκύπτει και με το θέμα της γλώσσας, η οποία ενώ μεν κατατάσσεται ρητά στις Νότιες Σλαβικές γλώσσες με χρήση κυριλλικής γραφής, πάλι δεν ονομάζεται «σλαβομακεδονική», αλλά «Μακεδονική/Macedonian». Εδώ το προηγούμενο παράδοξο προκύπτει ανάποδα στον ελληνικό δημόσιο διάλογο. Αν πράγματι το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό είναι απόλυτο και δικαίως οι Αλβανοί ως ισότιμοι πολίτες της πΓΔΜ δεν επιθυμούν τη χρήση του όρου «σλαβικός» για το όνομα της χώρας, γιατί οι Σλαβομακεδόνες δεν αποδέχονται το φυλετικό στοιχείο για τη γλώσσα τους, που αποτελεί αποκλειστικό τους εθνοτικό χαρακτηριστικό;

Αντί η ελληνική πλευρά να επισημάνει το παράδοξο και να διαπραγματευτεί επ’ αυτού ζητώντας αναφορά σε σλαβομακεδονική γλώσσα, οδηγήθηκε στην απαράδεκτη διατύπωση περί «ελληνομακεδονικής γλωσσικής κληρονομιάς», η οποία έγινε μάλιστα δια στόματος του κ. Τσίπρα στο μήνυμά του την 12η Ιουνίου 2018!

Συνεπώς το κυβερνητικό επιχείρημα οτι η Ελλάδα οπισθοχώρησε στο θέμα γλώσσας/ταυτότητας έναντι της διεθνούς και εσωτερικής κατοχύρωσης του νέου ονόματος είναι όχι μόνο λανθασμένο αλλά και πολιτικά «ύπουλο», καθώς αποκρύπτει κάτι θεμελιώδες: Η ελληνική πλευρά σε αυτό το διπλωματικό «παζάρι» προσφέρει την άρση του veto της για την άμεση ένταξη της γείτονος στο ΝΑΤΟ και την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, δηλαδή το σύνολο του διπλωματικού της οπλοστασίου και άρα το μόνο λογικό αντίβαρο θα ήταν ένα πλήρες «πακέτο» από την άλλη πλευρά το οποίο θα αφορούσε το όνομα, την ιθαγένεια, τη γλώσσα και τυχόν αναφορές που μπορεί η Αθήνα να ερμηνεύει ως αλυτρωτικές.

Αντί για αυτό η χώρα μας όχι μόνο παραδίδει τα διπλωματικά της όπλα, αλλά θα… βιαστεί κιόλας, καθώς η Συμφωνία των Πρεσπών προβλέπει την γνωστοποίηση από πλευράς μας προς τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ ότι υποστηρίζουμε την ένταξή της γείτονος στους δύο οργανισμούς, αμέσως μόλις κυρωθεί η Συμφωνία από την πλευρά των Σκοπίων.

Θα μου πείτε δεν έχει θετικά στοιχεία αυτή η συμφωνία; Προφανώς και οποιαδήποτε κατάσταση που ρυθμίζει κατά τρόπο οριστικό τα ζητήματα που έχουμε με τη γειτονική μας χώρα είναι προτιμότερη από το θολό τοπίο στο οποίο έχουμε εγκλωβιστεί εδώ και χρόνια. Είναι μια κατάσταση η οποία απομόνωσε διπλωματικά την Ελλάδα ως προς το ονοματολογικό και οδήγησε στην αναγνώριση της ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα από πλήθος χωρών.

Πράγματι λοιπόν, η αποδοχή των στοιχείων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, η μετονομασία του αεροδρομίου των Σκοπίων και του αυτοκινητοδρόμου αλλά και η θεσμοθέτηση κοινών επιτροπών για τα εμπορικά σήματα, την ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία είναι όλα θετικά βήματα. Είναι όμως βήματα που για να γίνουν απαιτούν ένα βασικό πράγμα: την καλή πίστη των δύο πλευρών, να εφαρμόσουν μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία, που σημαίνει στην πραγματικότητα να σεβαστούν την ύπαρξη και την αξιοπρέπεια η μία της άλλης.

Με δεδομένο οτι τα επίμαχα σημεία της Συμφωνίας των Πρεσπών αφήνουν επι της ουσίας άλυτα τα προβλήματα και το γεγονός οτι και οι δύο κυβερνήσεις επέλεξαν να ανακινήσουν και να χειριστούν το ζήτημα με όρους εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης και εκλογικού ακροατηρίου, έχουμε βρεθεί για άλλη μια φορά σε μια κατάσταση πολιτικού και διπλωματικού αδιεξόδου.

Η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα σκεπτόμενη μικροπολιτικά, επέλεξε εξαρχής να αγνοήσει την αντιπολίτευση και να μην αναζητήσει ένα κοινό βάδισμα στη βάση της εθνικής γραμμής, ενώ ο τρόπος με τον οποίο το VMRO οδηγήθηκε στο να ψηφίσει την αλλαγή του Συντάγματος πιεζόμενο τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, καταδεικνύουν οτι το όποιο θετικό έδαφος για την εφαρμογή μιας Συμφωνίας χάθηκε πριν καν την υπογραφή της.

Το πρόβλημα δεν τελειώνει όμως εδώ. Με την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, ακόμη και αν αυτή δεν έχει τυπικά τεθεί σε ισχύ, διαμορφώνεται μια νέα κατάσταση η οποία μπορεί να ζημιώσει τη χώρα πολύ παραπάνω. Κι αυτό γιατί αφενός η πλευρά μας αποδέχεται ως «αμετάκλητη» τη Συμφωνία και αναγνωρίζει την αρμοδιότητα του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης – το οποίο μας καταδίκασε το 2011 μετά το Βουκουρέστι- αλλά και αφετέρου γιατί δημιουργεί τετελεσμένα που δύσκολα μπορούν να ανατραπούν, ιδίως δε αν η άλλη πλευρά καταφέρει να κυρώσει τη Συμφωνία.

Προφανώς στη ζωή και την πολιτική όλα γίνονται, ενέχουν όμως και ένα κόστος. Αναρωτήθηκε άραγε ο κ. Τσίπρας σε ποιο διεθνές κλίμα και με ποιό κόστος θα μπορέσει ποτέ η Ελλάδα να ζητήσει αλλαγή όρων της Συμφωνίας των Πρεσπών, τη στιγμή που έχει υπογράψει και «αναγκάσει» το άλλο μέρος να προβεί σε μια οδυνηρή πολιτικά διαδικασία αλλαγής του Συντάγματός και του ονόματός του;

Η εξωτερική πολιτική είναι πολυεπίπεδη και το διπλωματικό κεφάλαιο μιας χώρας δεν είναι ανεξάντλητο. Το Σκοπιανό είναι ένα μόνο από τα ζητήματα που μας περιβάλλουν. Αν σε αυτό που είμαστε το ισχυρό μέρος φανούμε αφερέγγυοι και αναξιόπιστοι τότε πως θα μας αντιμετωπίσει ο διεθνής παράγοντα σε άλλα ζητήματα όπως το Κυπριακό, η ΑΟΖ και τα ελληνοτουρκικά όπου θα χρειαστούμε ευρύτερες συμμαχίες; Περιττή σκέψη για μια κυβέρνηση που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η παραμονή της στην εξουσία.

Πλήρες κείμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών (ελληνικά)

Πλήρες κείμενο της Συμφωνίας των Πρεσπών (αγγλικά)