Το «λίγο απ’ όλα» και το πολύ συγκεκριμένο συμπέρασμα: Να φύγει ο Καππάτος και μαζί του… ο Μιχαλάτος

Υπάρχουν άρθρα που ξεκινούν από την οικονομική κρίση, περνούν από τα μνημόνια, κάνουν μια στάση στον Μητσοτάκη, στον ΟΠΕΚΕΠΕ και στα Τέμπη, συνεχίζουν στο Νοσοκομείο Κεφαλονιάς και τελικά, ύστερα από αυτή τη μεγάλη πολιτική περιήγηση, φτάνουν εκεί που μάλλον ήθελαν εξαρχής να φτάσουν:

στον Παναγή Καππάτο και στον Θεόφιλο Μιχαλάτο.

Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι το περίφημο «λίγο απ’ όλα» του άρθρου είναι τελικά ένας αρκετά έξυπνος τίτλος.

Γιατί πράγματι έχει λίγο απ’ όλα.

Λίγο κρίση χρέους, λίγο Μητσοτάκη, λίγο πελατειακό κράτος, λίγο Τέμπη, λίγο ΟΠΕΚΕΠΕ, λίγο Νοσοκομείο, λίγο Νέα Δημοκρατία, λίγο Δήμο Αργοστολίου.

Μόνο που το συμπέρασμα είναι πολύ συγκεκριμένο:

η Κεφαλονιά χρειάζεται κάποιον άλλον απέναντι στον Καππάτο.

Και, κατά έναν περίεργο τρόπο, πίσω από τον Καππάτο εμφανίζεται διαρκώς η σκιά του Θεόφιλου Μιχαλάτου.

Τουλάχιστον ας μιλήσουμε καθαρά.

Από τη χρεοκοπία της Ελλάδας… στον Καππάτο

Το πρώτο τέχνασμα είναι ενδιαφέρον.

Ξεκινάμε από τη μεγάλη εικόνα.

Την Ελλάδα της κρίσης.

Το πολιτικό σύστημα.

Τα μνημόνια.

Τον εκσυγχρονισμό.

Τις πελατειακές σχέσεις.

Τα Τέμπη.

Τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Και αφού δημιουργηθεί το κατάλληλο σκηνικό μιας χώρας που υποτίθεται ότι εξακολουθεί να κουβαλά όλες τις παθογένειες του παρελθόντος, γίνεται η μεγάλη προσγείωση:

«Και κάπου εδώ η συζήτηση έρχεται στην Κεφαλονιά».

Πολύ βολικό.

Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή ο αναγνώστης έχει ήδη φορτωθεί στην πλάτη ολόκληρο το ελληνικό πελατειακό κράτος.

Και ξαφνικά μπροστά του εμφανίζεται ο Καππάτος.

Περίπου σαν να πρέπει ο βουλευτής Κεφαλονιάς να απολογηθεί και για τη Μεταπολίτευση.

Η κριτική στον βουλευτή είναι απολύτως θεμιτή. Και όχι μόνο θεμιτή: είναι απαραίτητη.

Αλλά καλό είναι να βασίζεται στο έργο του, στις παραλείψεις του, στις παρεμβάσεις του και στα αποτελέσματά του.

Όχι να προηγούνται Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, μνημόνια και σαράντα χρόνια ελληνικού κράτους ώστε να δημιουργηθεί το κατάλληλο πολιτικό κλίμα.

Το Νοσοκομείο: τελικά έγινε ή δεν έγινε έργο;

Και ερχόμαστε στο Νοσοκομείο.

Το ίδιο το άρθρο αναγνωρίζει ότι βρίσκεται σε εξέλιξη η πλήρης ανακατασκευή του Νοσοκομείου Κεφαλονιάς και τη χαρακτηρίζει «σημαντικό και αναγκαίο έργο».

Μάλιστα.

Αλλά αμέσως πρέπει να εμφανιστεί ένα «ναι μεν, αλλά».

Έγινε το έργο;

Ναι.

Είναι σημαντικό;

Ναι.

Είναι αναγκαίο;

Ναι.

Αλλά παραιτήθηκε ο διοικητής.

Συνεπώς;

Εδώ ακριβώς αρχίζει να τρίζει η συλλογιστική.

Η παραίτηση ενός διοικητή μπορεί ασφαλώς να δημιουργεί ερωτήματα. Η υποστελέχωση ενός Νοσοκομείου είναι ακόμη σοβαρότερο ζήτημα και ο βουλευτής δικαιούται —και πρέπει— να κριθεί για το τι έκανε ώστε να αντιμετωπιστεί.

Αλλά δεν μπορεί ένα υπαρκτό έργο να εξαφανίζεται επειδή υπάρχει ένα διαφορετικό πρόβλημα.

Διαφορετικά έχουμε ανακαλύψει την τέλεια πολιτική κριτική:

αν δεν γίνει το κτίριο, «δεν έκανε τίποτα».

Αν γίνει το κτίριο αλλά λείπουν γιατροί, «τι να το κάνουμε το κτίριο;».

Αν έρθουν γιατροί αλλά παραιτηθεί ο διοικητής, «χωρίς διοίκηση τι να το κάνουμε;».

Κάπως έτσι, ό,τι και να γίνει, το αποτέλεσμα είναι προκαθορισμένο.

Μηδέν.

Και τότε δεν αξιολογούμε πια.

Απλώς ψάχνουμε κάθε φορά το επόμενο επιχείρημα που θα επιβεβαιώσει το συμπέρασμα που έχουμε ήδη αποφασίσει.

Και ξαφνικά εμφανίζεται ο Μιχαλάτος

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το σημείο με τις κοινές εμφανίσεις Καππάτου και Μιχαλάτου.

Μας πληροφορεί το άρθρο ότι οι «συχνές κοινές εμφανίσεις» του βουλευτή με τον Δήμαρχο Αργοστολίου και άλλους τοπικούς άρχοντες, αν και θεμιτές ως θεσμική συνεργασία, όταν γίνονται μόνιμη εικόνα αποκτούν «πολιτικό περιεχόμενο».

Μάλιστα.

Τι ακριβώς θα έπρεπε να κάνει ο βουλευτής Κεφαλονιάς;

Να βλέπει τον Δήμαρχο Αργοστολίου να έρχεται και να αλλάζει πεζοδρόμιο;

Να μην πηγαίνει σε συσκέψεις μαζί του;

Να μην εμφανίζεται σε έργα;

Να μην συνεργάζεται με τον μεγαλύτερο Δήμο του νησιού επειδή κάποιος μπορεί να υποψιαστεί ότι υπάρχει «πολιτικό περιεχόμενο»;

Και εάν Καππάτος και Μιχαλάτος ήταν μονίμως στα μαχαίρια, μπορούμε να φανταστούμε το επόμενο άρθρο:

«Η Κεφαλονιά πληρώνει τον προσωπικό πόλεμο βουλευτή και δημάρχου».

Κορώνα κερδίζω, γράμματα χάνεις.

Θέλουμε «ανοιχτό ψηφοδέλτιο» αλλά ψάχνουμε τον κατάλληλο αντίπαλο

Και φτάνουμε στο καλύτερο.

Το άρθρο ζητά:

«ανοιχτά ψηφοδέλτια χωρίς προεξοφλημένους νικητές» και «ισχυρές προσωπικότητες με καθαρό πολιτικό στίγμα».

Συμφωνούμε απολύτως.

Ας κατέβουν λοιπόν.

Όλοι.

Και ας αποφασίσουν οι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας ποιος αξίζει να εκλεγεί.

Αυτό δεν σημαίνει ανοιχτό ψηφοδέλτιο;

Γιατί αν ο Παναγής Καππάτος είναι τόσο πολιτικά ανεπαρκής όσο επιχειρεί να μας πείσει το άρθρο, τότε ένας πραγματικά ισχυρός υποψήφιος έχει μπροστά του μια εξαιρετική ευκαιρία.

Να κατέβει.

Να παρουσιάσει τις θέσεις του.

Να δείξει τι θα κάνει καλύτερα.

Να πείσει.

Και να τον κερδίσει.

Τόσο απλά.

Εκτός εάν με τον όρο «ανοιχτό ψηφοδέλτιο» εννοούμε:

ανοιχτό, αλλά θα θέλαμε πολύ να ξέρουμε από πριν ποιος πρέπει να χάσει.

Γιατί αυτό είναι κάπως διαφορετικό.

Το παράδοξο των «προεξοφλημένων νικητών»

Υπάρχει μάλιστα μια υπέροχη αντίφαση.

Καταγγέλλεται ότι ο γραμματέας της ΝΔ έδωσε προβάδισμα στον σημερινό βουλευτή πριν ανακοινωθούν οι υπόλοιποι υποψήφιοι και αυτό παρουσιάζεται ως προβληματικό για μια ισότιμη εσωκομματική αναμέτρηση.

Δεκτό ως κριτική.

Αλλά στη συνέχεια το ίδιο άρθρο περίπου προδιαγράφει ποιο πρέπει να είναι το πολιτικό αποτέλεσμα:

να εμφανιστεί κάποιος ισχυρός που θα ανατρέψει το σημερινό μοντέλο εκπροσώπησης.

Δηλαδή δεν θέλουμε προεξοφλημένο νικητή.

Θέλουμε απλώς έναν προεπιλεγμένο ηττημένο.

Και αυτός φαίνεται ότι έχει ήδη ονοματεπώνυμο.

Και ο Μιχαλάτος τι σχέση έχει με τις εθνικές εκλογές;

Εδώ βρίσκεται ίσως η πραγματική ουσία.

Γιατί πίσω από την κριτική στον Καππάτο διακρίνεται και μια δεύτερη πολιτική επιθυμία:

η αποδόμηση ενός ευρύτερου τοπικού συστήματος στο οποίο εντάσσεται και ο Θεόφιλος Μιχαλάτος.

Είναι επίσης απολύτως θεμιτό κάποιος να θέλει να φύγει ο Μιχαλάτος από τον Δήμο.

Αυτό όμως κρίνεται στις δημοτικές εκλογές.

Όπως ο Καππάτος κρίνεται στις εθνικές εκλογές.

Δεν είναι πολιτικά σιαμαία δίδυμα.

Ούτε η συνεργασία τους αποτελεί από μόνη της απόδειξη κάποιας σκοτεινής τοπικής συμμαχίας.

Η θεσμική συνεργασία βουλευτή και δημάρχου δεν είναι σκάνδαλο.

Το αντίθετο θα ήταν μάλλον ανησυχητικό για έναν τόπο που χρειάζεται χρηματοδοτήσεις, έργα και παρεμβάσεις από την κεντρική διοίκηση.

Ας αφήσουμε λοιπόν τους Κεφαλονίτες να αποφασίσουν

Στο τέλος, το άρθρο θέτει ένα απολύτως σωστό ερώτημα:

«Τι είδους εκπροσώπηση θέλει η Κεφαλονιά;»

Ακριβώς.

Ας απαντήσει λοιπόν η Κεφαλονιά.

Όχι οι κομματικοί παράγοντες.

Όχι οι βουλευτές.

Όχι οι δήμαρχοι.

Αλλά ούτε και οι αρθρογράφοι.

Αν ο Καππάτος έχει αποτύχει, ας παρουσιαστεί απέναντί του κάποιος καλύτερος και ας τον κερδίσει.

Αν ο Μιχαλάτος έχει αποτύχει, ας παρουσιαστεί στις δημοτικές εκλογές κάποιος καλύτερος και ας τον κερδίσει.

Αυτό λέγεται Δημοκρατία.

Το υπόλοιπο είναι λίγο παράξενο:

να καταγγέλλεις τους «προεξοφλημένους νικητές» ενώ ταυτόχρονα μοιάζεις να αναζητάς εκείνον που θα εξασφαλίσει τον προεξοφλημένο ηττημένο.

Και ίσως τελικά εδώ βρίσκεται το πραγματικό «λίγο απ’ όλα».

Λίγο πολιτική ανάλυση.

Λίγο εθνική πολιτική.

Λίγο Νοσοκομείο.

Λίγο Μητσοτάκης.

Λίγο Καππάτος.

Λίγο Μιχαλάτος.

Και πίσω από όλα αυτά, πολύ συγκεκριμένη πολιτική επιθυμία.

Να αλλάξουν οι σημερινοί.

Σεβαστή άποψη.

Αλλά ας την ονομάσουμε όπως ακριβώς είναι.

Πολιτική επιλογή. Όχι αυτονόητο συμπέρασμα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ