Άρθρο γνώμης | Kefalonia Magazine
Ένα σχόλιο που επιχειρεί να αποδομήσει τον Κώστα Καραμανλή για το Μακεδονικό και τη Λιβύη προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα επιλεκτικής πολιτικής μνήμης. Το εντυπωσιακό δεν είναι η κριτική στον πρώην πρωθυπουργό, η οποία είναι απολύτως θεμιτή. Είναι η προσπάθεια να εξαφανιστούν από την ιστορία οι δημόσιες τοποθετήσεις του, το Βουκουρέστι του 2008 και η δήλωση του Ιανουαρίου 2019 για τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Ο Καραμανλής μίλησε πρώτη φορά σήμερα; Θα αστειεύεστε!
Υπάρχει μια ιδιαίτερη σχολή πολιτικής αρθρογραφίας.
Η σχολή που δεν αφήνει ποτέ τα πραγματικά γεγονότα να χαλάσουν ένα ωραίο επιχείρημα.
Έτσι, διαβάσαμε ένα σχόλιο με αφορμή τη νέα παρέμβαση του Κώστα Καραμανλή, σύμφωνα με το οποίο ο πρώην πρωθυπουργός θυμήθηκε το Μακεδονικό οκτώ χρόνια μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Ο σχολιαστής αναρωτιέται ειρωνικά μήπως ο Καραμανλής βρισκόταν στην Αυστραλία όταν ο Αλέξης Τσίπρας προωθούσε τη συμφωνία.
Και καταλήγει περίπου στο συμπέρασμα ότι ο πρώην πρωθυπουργός περιφερόταν στα ορεινά έδρανα της Βουλής επί δεκαπέντε χρόνια χωρίς να κάνει ούτε μία τοποθέτηση.
Πολύ ωραία η ειρωνεία.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.
Ο Κώστας Καραμανλής είχε τοποθετηθεί δημόσια για τη Συμφωνία των Πρεσπών στις 24 Ιανουαρίου 2019.
Όχι το 2026.
Όχι οκτώ χρόνια αργότερα.
Το 2019.
Την περίοδο ακριβώς που η συμφωνία βρισκόταν στο επίκεντρο της κοινοβουλευτικής και πολιτικής αντιπαράθεσης.
Μια λεπτομέρεια, ασφαλώς.
Από εκείνες τις ενοχλητικές λεπτομέρειες που καταστρέφουν ολόκληρες παραγράφους πολιτικής επιχειρηματολογίας.
Η δήλωση του 2019 που εξαφανίστηκε από το σχόλιο
Στις 24 Ιανουαρίου 2019, ο Κώστας Καραμανλής εξέδωσε δημόσια δήλωση για τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Σε αυτήν υποστήριξε ότι το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα που είχε εξασφαλιστεί στο Βουκουρέστι δεν αξιοποιήθηκε όπως έπρεπε.
Χαρακτήρισε την κριτική της Νέας Δημοκρατίας ισχυρή και τεκμηριωμένη.
Άσκησε κριτική στη βιασύνη με την οποία, κατά την εκτίμησή του, διεξήχθη η διαπραγμάτευση.
Και έθεσε ζήτημα εθνικής συνεννόησης.
Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με εκείνη τη δήλωση.
Μπορεί να θεωρεί ότι έπρεπε να είχε γίνει νωρίτερα.
Μπορεί να υποστηρίζει ότι ο Καραμανλής όφειλε να αναλάβει πιο ενεργό κοινοβουλευτικό ρόλο.
Όλα αυτά είναι θεμιτά πεδία κριτικής.
Αλλά δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε δημόσια τοποθέτηση.
Η κριτική στη συχνότητα των παρεμβάσεων είναι ένα ζήτημα.
Η άρνηση της ύπαρξής τους είναι άλλο.
Και το δεύτερο δεν αποτελεί πολιτική ανάλυση. Αποτελεί ανακριβή παρουσίαση της ιστορίας.
Και το Βουκουρέστι του 2008; Το ξεχάσαμε κι αυτό;
Το σχόλιο γίνεται ακόμη πιο παράδοξο όταν εξετάσουμε τη συνολική διαδρομή του Κώστα Καραμανλή στο Μακεδονικό.
Τον Απρίλιο του 2008, στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, η ελληνική κυβέρνηση δεν συναίνεσε στην πρόσκληση ένταξης της τότε ΠΓΔΜ χωρίς προηγούμενη επίλυση του ζητήματος της ονομασίας.
Η ελληνική θέση συνδεόταν με μια σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό και χρήση έναντι όλων.
Η επιλογή αυτή αποτέλεσε κομβικό γεγονός στη διαπραγματευτική πορεία του Μακεδονικού.
Δεν σημαίνει ότι όλες οι επιλογές της κυβέρνησης Καραμανλή ήταν ορθές.
Δεν σημαίνει ότι το αποτέλεσμα του Βουκουρεστίου έλυσε οριστικά το πρόβλημα.
Και ασφαλώς δεν σημαίνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός εξαιρείται από κάθε ιστορική κριτική.
Αλλά όταν κάποιος αναρωτιέται πού βρισκόταν ο Καραμανλής στο Μακεδονικό, είναι τουλάχιστον αξιοπερίεργο να μην αναφέρει το Βουκουρέστι.
Είναι σαν να γράφεις για την ιστορία της ελληνικής ένταξης στην Ευρώπη και να ξεχνάς την ΕΟΚ.
Μια μικρή παράλειψη.
Τόσο μικρή, ώστε αλλάζει ολόκληρη την εικόνα.
Τα «ορφανά του Σημίτη» και η νέα πολιτική τους στέγη
Υπάρχει και μια ευρύτερη πολιτική διάσταση.
Στον δημόσιο διάλογο χρησιμοποιείται συχνά, ειρωνικά, η έκφραση «ορφανά του Σημίτη» για πολιτικούς σχολιαστές που αναφέρονται θετικά στην εποχή του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ και σήμερα υποστηρίζουν την πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Δεν γνωρίζουμε αν ο συντάκτης του συγκεκριμένου σχολίου έχει πράγματι αυτή την πολιτική διαδρομή.
Η επιχειρηματολογία του, ωστόσο, προσφέρεται για μια ενδιαφέρουσα πολιτική παρατήρηση.
Ο εκσυγχρονισμός, η ευρωπαϊκή πορεία και η θεσμική σοβαρότητα προβάλλονται συχνά ως βασικά στοιχεία μιας συγκεκριμένης πολιτικής παράδοσης.
Εάν, όμως, κάποιος επικαλείται αυτές τις αξίες, θα περίμενε κανείς να αντιμετωπίζει την ιστορία με ακρίβεια.
Όχι να εξαφανίζει γεγονότα που δεν εξυπηρετούν την επιχειρηματολογία του.
Το να έχει κάποιος υποστηρίξει τον Κώστα Σημίτη και σήμερα να υποστηρίζει τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν αποτελεί από μόνο του αντίφαση.
Οι πολιτικές απόψεις μπορούν να μεταβάλλονται.
Αντίφαση προκύπτει όταν η επίκληση της πολιτικής σοβαρότητας συνοδεύεται από ανακριβείς ιστορικούς ισχυρισμούς.
Και εδώ η ειρωνεία είναι προφανής.
Δεν γίνεται να παραδίδεις μαθήματα πολιτικής μνήμης και να ξεχνάς τη δημόσια δήλωση που βρίσκεται στο αρχείο του ίδιου του πολιτικού τον οποίο επικρίνεις.
Η Λιβύη δεν ήταν μια εκκρεμότητα που μπορούσε απλώς να «κλείσει»
Ο σχολιαστής υποστηρίζει επίσης ότι ο Κώστας Καραμανλής μπορούσε να είχε κλείσει το ζήτημα της Λιβύης κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του.
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση.
Η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών μεταξύ κρατών δεν είναι μια μονομερής διοικητική πράξη.
Δεν αποφασίζει ένας πρωθυπουργός να «κλείσει» ένα ζήτημα και την επόμενη ημέρα εμφανίζεται μια διεθνής συμφωνία.
Απαιτούνται διαπραγματεύσεις, σύγκλιση θέσεων και συναίνεση των εμπλεκόμενων κρατών.
Είναι απολύτως θεμιτό να εξεταστεί τι προσπάθειες έγιναν επί κυβέρνησης Καραμανλή, ποια εμπόδια υπήρξαν και αν χάθηκαν διπλωματικές ευκαιρίες.
Αλλά ο ισχυρισμός ότι μπορούσε απλώς να το κλείσει χρειάζεται συγκεκριμένη τεκμηρίωση.
Ποια συμφωνία ήταν έτοιμη;
Ποιοι όροι είχαν γίνει αποδεκτοί;
Ποια διπλωματική δυνατότητα υπήρχε και δεν αξιοποιήθηκε;
Χωρίς απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, η φράση αποτελεί πολιτική εκτίμηση, όχι αποδεδειγμένο ιστορικό γεγονός.
Οι ευθύνες του παρελθόντος δεν διαγράφουν τις ευθύνες του παρόντος
Ας υποθέσουμε, για χάρη της συζήτησης, ότι η κυβέρνηση Καραμανλή μπορούσε να είχε κάνει περισσότερα στο ζήτημα της Λιβύης.
Τι θα σήμαινε αυτό για τη σημερινή κυβέρνηση;
Ότι δεν έχει ευθύνη για τις δικές της επιλογές;
Ότι κάθε εξέλιξη μετά το 2019 πρέπει να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τις αποφάσεις μιας κυβέρνησης που αποχώρησε το 2009;
Αυτό δεν είναι σοβαρή μέθοδος πολιτικής αποτίμησης.
Οι προηγούμενες κυβερνήσεις κρίνονται για όσα έκαναν και για όσα παρέλειψαν.
Η σημερινή κυβέρνηση κρίνεται για τις δικές της ενέργειες, τις δικές της δυνατότητες και τα αποτελέσματα της πολιτικής της.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο υπογράφηκε το 2019, ενώ η πρόσφατη κύρωσή του από το κοινοβούλιο της ανατολικής Λιβύης αποτελεί νέα διπλωματική εξέλιξη.
Αυτά είναι γεγονότα που πρέπει να αξιολογηθούν στο συγκεκριμένο ιστορικό και πολιτικό τους πλαίσιο.
Η επίκληση του Καραμανλή δεν αρκεί για να εξηγήσει τι έκανε ή τι δεν έκανε η κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Ούτε η κριτική στον Μητσοτάκη αποδεικνύει ότι ο Καραμανλής είχε πάντοτε δίκιο.
Η ιστορική ευθύνη δεν λειτουργεί σαν σκυταλοδρομία στην οποία κάθε κυβέρνηση παραδίδει όλες τις υποχρεώσεις της στην προηγούμενη.
Η ειρωνεία με το Νόμπελ και η ουσία της Συμφωνίας των Πρεσπών
Το σχόλιο αναφέρεται ειρωνικά και στις συζητήσεις της εποχής περί ενδεχόμενου Νόμπελ Ειρήνης για τον Αλέξη Τσίπρα.
Η αναφορά αυτή προσθέτει πολιτικό χρώμα, αλλά δεν απαντά στο βασικό ερώτημα.
Ποια ήταν η θέση του Καραμανλή για τη Συμφωνία των Πρεσπών;
Η θέση του είχε διατυπωθεί δημόσια.
Επομένως, η αναφορά σε ένα πιθανό βραβείο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο της ιστορικής τεκμηρίωσης.
Ούτε η πολιτική κριτική στη Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να περιορίζεται σε προσωπικούς υπαινιγμούς για τον Τσίπρα ή τον Καραμανλή.
Η συμφωνία έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, συγκεκριμένες προβλέψεις και συγκεκριμένες συνέπειες που μπορούν να αξιολογηθούν.
Αυτή είναι η ουσία.
Μπορεί να ασκηθεί κριτική στον Καραμανλή; Ασφαλώς
Για να είμαστε απολύτως σαφείς, ο Κώστας Καραμανλής δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής.
Μπορεί να ελεγχθεί για τις επιλογές της πρωθυπουργίας του.
Μπορεί να ελεγχθεί για την περιορισμένη δημόσια παρουσία του σε ορισμένες περιόδους.
Μπορεί να ελεγχθεί για το αν οι παρεμβάσεις του ήταν επαρκείς ή έγκαιρες.
Και μπορεί να εξεταστεί αν η σημερινή κριτική του συνοδεύεται από συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις.
Όλα αυτά είναι ουσιαστικά ερωτήματα.
Αλλά για να απαντηθούν, πρέπει πρώτα να αναγνωριστούν τα πραγματικά γεγονότα.
Η κριτική δεν γίνεται ισχυρότερη όταν αγνοεί όσα έχουν συμβεί.
Γίνεται πιο ευάλωτη.
Λίγη ιστορία πριν από την επόμενη ειρωνεία
Το συγκεκριμένο σχόλιο επιχειρεί να παρουσιάσει τον Κώστα Καραμανλή ως έναν πολιτικό που ανακάλυψε ξαφνικά το Μακεδονικό το 2026.
Μόνο που η ιστορία καταγράφει το Βουκουρέστι του 2008.
Καταγράφει τη δήλωση της 24ης Ιανουαρίου 2019.
Καταγράφει και μεταγενέστερες δημόσιες παρεμβάσεις για τις Πρέσπες.
Αυτά δεν απαντούν σε κάθε πιθανή κριτική προς τον πρώην πρωθυπουργό.
Αρκούν, όμως, για να καταρρίψουν τον ισχυρισμό ότι δεν είχε τοποθετηθεί.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οπαδός του Καραμανλή για να το διαπιστώσει.
Δεν χρειάζεται να είναι αντίπαλος του Μητσοτάκη.
Δεν χρειάζεται καν να έχει συγκεκριμένη θέση για τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Αρκεί να κοιτάξει τις ημερομηνίες.
24 Ιανουαρίου 2019.
Μια ημερομηνία που δεν χωράει εύκολα στο αφήγημα ότι ο Καραμανλής θυμήθηκε το Μακεδονικό οκτώ χρόνια αργότερα.
Και προς όσους αρέσκονται να μιλούν εξ ονόματος της ιστορικής σοβαρότητας, μια απλή παρατήρηση:
Η ιστορία δεν αλλάζει επειδή δεν βολεύει το σημερινό πολιτικό σας επιχείρημα.
Ούτε το Βουκουρέστι εξαφανίζεται.
Ούτε οι δημόσιες δηλώσεις διαγράφονται.
Ούτε οι ευθύνες της σημερινής κυβέρνησης μπορούν να αξιολογηθούν αποκλειστικά με αναδρομές σε προηγούμενες δεκαετίες.
Όσο για τα πολιτικά «ορφανά» που αναζητούν κάθε φορά νέα στέγη, το δικαίωμα στην πολιτική μετακίνηση είναι αναφαίρετο.
Αρκεί, μαζί με τη νέα πολιτική στέγη, να μη χρειάζεται να αλλάζει και το ημερολόγιο της ελληνικής ιστορίας.



