Η Κεφαλονιά έχει κάθε λόγο να πανηγυρίζει για την τουριστική της ανάπτυξη.
Το αεροδρόμιο έχει πλέον διεθνή κίνηση που πριν από μερικές δεκαετίες θα έμοιαζε αδιανόητη. Νέα καταλύματα δημιουργούνται, βίλες ξεφυτρώνουν σε ολόκληρο το νησί, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις έχουν μεταβάλει την αγορά ακινήτων και η Κεφαλονιά έχει εδραιωθεί ως ένας από τους σημαντικούς νησιωτικούς προορισμούς του Ιονίου.
Και καλά κάνει.
Ο τουρισμός δίνει εισόδημα σε χιλιάδες οικογένειες, κρατά επιχειρήσεις ζωντανές, δημιουργεί θέσεις εργασίας και φέρνει χρήμα από το εξωτερικό.
Υπάρχει όμως μία ερώτηση που πρέπει κάποτε να κάνουμε χωρίς φόβο:
Όσο καλύτερα πηγαίνει τουριστικά η Κεφαλονιά, γίνεται αντίστοιχα καλύτερη και η ζωή του ανθρώπου που μένει εδώ 365 ημέρες τον χρόνο;
Και εδώ η απάντηση δεν είναι τόσο αυτονόητη.
Ένα νησί δύο ταχυτήτων
Το καλοκαίρι βλέπουμε μία Κεφαλονιά γεμάτη ζωή.
Αεροπλάνα, ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα, εστιατόρια, ξενοδοχεία, τουριστικά καταστήματα, κρουαζιερόπλοια.
Τον χειμώνα βλέπουμε μία διαφορετική Κεφαλονιά.
Λιγότερες επιλογές, περιορισμένες συγκοινωνίες, υπηρεσίες που δυσκολεύονται να στελεχωθούν και νέους ανθρώπους που εξακολουθούν να αναρωτιούνται αν μπορούν να δημιουργήσουν εδώ τη ζωή τους χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από μία πεντάμηνη σεζόν.
Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη αντίφαση του αναπτυξιακού μας μοντέλου.
Δεν μας λείπει πλέον η τουριστική ζήτηση.
Μας λείπει η μετατροπή ενός μεγαλύτερου μέρους αυτής της επιτυχίας σε μόνιμη ποιότητα ζωής.
Το Νοσοκομείο είναι ίσως το πιο σκληρό παράδειγμα
Αν υπάρχει ένας τομέας όπου ο μόνιμος κάτοικος δικαιούται να είναι απαιτητικός, είναι η Υγεία.
Δεν έχει σημασία πόσα πολυτελή δωμάτια μπορεί να διαθέτει ένα νησί αν ο κάτοικός του φοβάται μήπως, όταν χρειαστεί συγκεκριμένη ιατρική ειδικότητα, αναγκαστεί να ταξιδέψει στην Πάτρα ή στην Αθήνα.
Και εδώ πρέπει να είμαστε δίκαιοι.
Έχουν υπάρξει χρηματοδοτήσεις, προσλήψεις, εξοπλισμός και παρεμβάσεις στο Γενικό Νοσοκομείο Κεφαλονιάς. Το πρόβλημα της νησιωτικής Υγείας όμως δεν λύνεται με μία ανακοίνωση πρόσληψης.
Κρίνεται από κάτι πολύ απλούστερο:
όταν αρρωστήσει ο Κεφαλονίτης, βρίσκει την υπηρεσία που χρειάζεται;
Αυτό πρέπει να είναι ο δείκτης επιτυχίας.
Το ίδιο ισχύει για το νερό
Η Κεφαλονιά έχει μπροστά της σημαντικές επενδύσεις σε δίκτυα, υδρομετρητές, ύδρευση και αποχέτευση.
Και αυτές πρέπει να αναγνωρίζονται.
Αλλά υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα που αφορά όλα τα τουριστικά νησιά: οι υποδομές σχεδιάζονται για έναν μόνιμο πληθυσμό και καλούνται το καλοκαίρι να εξυπηρετήσουν πολλαπλάσιο πραγματικό πληθυσμό.
Γι’ αυτό η συζήτηση για το νερό δεν μπορεί να γίνεται μόνο όταν υπάρχει βλάβη.
Χρειάζεται δεκαετές σχέδιο: αντικατάσταση παλαιών δικτύων, τηλεμετρία, έλεγχος διαρροών, επαναχρησιμοποίηση νερού όπου είναι τεχνικά εφικτό και αποθέματα ασφαλείας.
Αυτά δεν είναι «τουριστικά έργα».
Είναι έργα που κρατούν ένα νησί κατοικήσιμο.
Και μετά έρχεται η κατοικία
Εδώ η τουριστική ανάπτυξη συναντά πλέον ευθέως την καθημερινότητα.
Κάθε σπίτι που μετατρέπεται από μακροχρόνια κατοικία σε τουριστικό κατάλυμα δεν αποτελεί από μόνο του πρόβλημα.
Όταν όμως η διαδικασία αποκτά μεγάλη κλίμακα, μειώνεται το διαθέσιμο απόθεμα για εργαζομένους, εκπαιδευτικούς, γιατρούς, δημόσιους υπαλλήλους και νέα ζευγάρια.
Και τότε δημιουργείται ένα παράδοξο:
ένα νησί μπορεί να έχει δουλειές αλλά να μην έχει σπίτια για αυτούς που έρχονται να δουλέψουν.
Αυτό είναι ήδη ένα από τα μεγάλα προβλήματα πολλών ελληνικών τουριστικών περιοχών.
Η Κεφαλονιά δεν πρέπει να περιμένει να φτάσει στο σημείο όπου θα είναι αργά.
Δεν είναι όμως αλήθεια ότι «όλα γίνονται για τους τουρίστες»
Εδώ χρειάζεται να αντισταθούμε και στον εύκολο λαϊκισμό.
Οι αναπλάσεις, οι δρόμοι, τα σχολεία, οι αθλητικές εγκαταστάσεις, τα έργα ύδρευσης και αποχέτευσης δεν είναι έργα αποκλειστικά για τους επισκέπτες.
Ούτε κάθε ευρώ που δαπανάται για την τουριστική εικόνα του νησιού αφαιρείται αυτομάτως από την κοινωνική πολιτική.
Μία καλή ανάπλαση στο Αργοστόλι χρησιμοποιείται περισσότερο από τον κάτοικο που ζει εκεί δώδεκα μήνες παρά από τον τουρίστα που θα περάσει δύο ώρες.
Ένα καλύτερο λιμάνι εξυπηρετεί και κατοίκους.
Ένας ασφαλέστερος δρόμος εξυπηρετεί όλους.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι:
«Γιατί κάνουμε έργα για τον τουρισμό;»
Είναι:
«Αξιοποιούμε αρκετά την οικονομική δύναμη που δημιουργεί ο τουρισμός ώστε να φτιάξουμε καλύτερο νησί;»
Το μεγάλο στοίχημα είναι ο χειμώνας
Θα έβαζα έναν πολύ απλό στόχο για την Κεφαλονιά του 2035:
Να μην κρίνουμε την ανάπτυξή της από το πόσο γεμάτη είναι στις 10 Αυγούστου.
Να την κρίνουμε από το πόσο καλά ζει κάποιος στις 10 Φεβρουαρίου.
Έχει αξιόπιστη Υγεία;
Έχει νερό;
Έχει καλό δρόμο;
Έχει δημόσια συγκοινωνία;
Μπορεί το παιδί του να αθληθεί;
Μπορεί ένας νέος να βρει σπίτι με λογικό ενοίκιο;
Μπορεί να βρει αξιοπρεπή δουλειά και εκτός του τετραμήνου αιχμής;
Αν η απάντηση είναι ναι, τότε έχουμε πραγματική ανάπτυξη.
Χρειαζόμαστε «μέρισμα τουριστικής ανάπτυξης»
Όχι ως νέο φόρο με αυτό το όνομα.
Ως πολιτική φιλοσοφία.
Κάθε μεγάλη τουριστική επιτυχία πρέπει να μετατρέπεται σε επένδυση που μένει πίσω.
Περισσότερη τουριστική κίνηση;
Τότε καλύτερες συγκοινωνίες.
Περισσότερα καταλύματα;
Τότε στρατηγική κατοικίας για εργαζομένους.
Μεγαλύτερη κατανάλωση νερού;
Τότε ταχύτερη αναβάθμιση δικτύων.
Περισσότερα έσοδα και επιχειρηματική δραστηριότητα;
Τότε καλύτεροι δημόσιοι χώροι, αθλητισμός, πολιτισμός και υπηρεσίες.
Και πάνω απ’ όλα, χρειάζεται επιμήκυνση της σεζόν.
Γιατί μία οικονομία που δουλεύει στο κόκκινο για τέσσερις μήνες και χαμηλώνει διακόπτη για άλλους τέσσερις δεν είναι υγιές αναπτυξιακό μοντέλο.
Η Κεφαλονιά έχει ακόμη την ευκαιρία
Δεν πιστεύω ότι έχουμε φτάσει στο σημείο να πούμε ότι το νησί «θυσιάστηκε στον τουρισμό».
Κάθε άλλο.
Η Κεφαλονιά διαθέτει ακόμη ποιότητα, χώρο, φυσικό περιβάλλον και ανθρώπινη κλίμακα που άλλοι υπερανεπτυγμένοι προορισμοί έχουν χάσει.
Αυτό ακριβώς πρέπει να προστατεύσουμε.
Ο τουρισμός δεν είναι ο αντίπαλος του μόνιμου κατοίκου.
Η κακή διαχείριση της τουριστικής επιτυχίας μπορεί να γίνει αντίπαλός του.
Και η μεγάλη πολιτική πρόκληση της επόμενης δεκαετίας δεν είναι να φέρουμε απλώς περισσότερους επισκέπτες.
Είναι να μπορέσουμε κάποτε να πούμε:
«Ναι, η Κεφαλονιά έγινε πλουσιότερη από τον τουρισμό — και αυτό φαίνεται πλέον και στη ζωή εκείνων που την κρατούν ζωντανή όλο τον χρόνο».



