Κυρανάκης: «Τεράστια εθνική επιτυχία το 7,9% της ανεργίας» – Ναι, αλλά ας διαβάσουμε και τους υπόλοιπους αριθμούς

Η ανεργία πράγματι έχει μειωθεί εντυπωσιακά και αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί – Από εκεί όμως μέχρι το «μόνο η ΝΔ μπορεί» υπάρχει μεγάλη απόσταση: η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά στην απασχόληση σε σχέση με την Ευρώπη

Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης χαρακτήρισε την υποχώρηση της ανεργίας στο 7,9% «τεράστια εθνική επιτυχία» και προχώρησε ένα βήμα παραπέρα:

«Αν υπάρχει μια πολιτική δύναμη η οποία μπορεί να μειώσει και άλλο την ανεργία […] είναι η Νέα Δημοκρατία και το έχει αποδείξει».

Ας ξεκινήσουμε από εκεί που πρέπει.

Ναι. Η ανεργία έχει πέσει εντυπωσιακά.

Και θα ήταν λάθος οποιαδήποτε σοβαρή κριτική να προσπαθήσει να εξαφανίσει αυτή την πραγματικότητα.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η εποχικά διορθωμένη ανεργία βρίσκεται στο 7,9% τον Ιούλιο του 2026.

Τον Ιούλιο του 2019 βρισκόταν στο 16,9%.

Πρόκειται για μείωση εννέα ολόκληρων ποσοστιαίων μονάδων.

Είναι μεγάλη.

Είναι πραγματική.

Και ασφαλώς αποτελεί θετική εξέλιξη για την ελληνική οικονομία.

Μόνο που η σοβαρή συζήτηση για την αγορά εργασίας δεν μπορεί να τελειώνει εκεί.

Πρώτη διόρθωση: 7,9% τον Ιούλιο, όχι γενικά «η ανεργία σήμερα»

Η ΕΛΣΤΑΤ εμφανίζει αυτή τη στιγμή ως τελευταίο διαθέσιμο μηνιαίο στοιχείο το 7,9% για τον Ιούλιο 2026.

Άρα αυτός είναι ο αριθμός που πρέπει να χρησιμοποιούμε.

Και η σύγκριση με το 2019 είναι πράγματι εντυπωσιακή:

Ιούλιος 2019: 16,9%.

Ιούλιος 2026: 7,9%.

Δεν χρειάζεται να παραποιήσουμε τον αριθμό για να ασκήσουμε κριτική.

Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό:

Τι ακριβώς μας λέει αυτός ο αριθμός και τι δεν μας λέει;

Το 7,9% δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έγινε πρωταθλήτρια της απασχόλησης

Εδώ αρχίζει το κομμάτι που συνήθως απουσιάζει από την κυβερνητική αφήγηση.

Για να αξιολογήσουμε την κατάσταση της ελληνικής αγοράς εργασίας δεν αρκεί να συγκρίνουμε την Ελλάδα του 2026 μόνο με την Ελλάδα του 2019.

Πρέπει να τη συγκρίνουμε και με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Και εκεί η εικόνα αλλάζει.

Στα πλήρη ετήσια στοιχεία της Eurostat για το 2025:

Ελλάδα: ανεργία 8,9%.

Ευρωπαϊκή Ένωση: 6%.

Και η Ελλάδα είχε την τρίτη υψηλότερη ανεργία στην ΕΕ, πίσω από την Ισπανία και τη Φινλανδία.

Άρα μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα δύο πράγματα:

Η Ελλάδα έχει κάνει τεράστια πρόοδο σε σχέση με το δικό της παρελθόν.

Και:

η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί έναντι μεγάλου μέρους της Ευρώπης.

Δεν αλληλοαναιρούνται.

Και υπάρχει ένας ακόμη σημαντικότερος δείκτης: πόσοι πραγματικά εργάζονται;

Η ανεργία είναι ένας πολύ σημαντικός δείκτης.

Δεν είναι όμως ο μοναδικός.

Υπάρχει και το ποσοστό απασχόλησης.

Δηλαδή πόσοι άνθρωποι παραγωγικής ηλικίας βρίσκονται πράγματι στην εργασία.

Και εδώ τα τελευταία πλήρη ευρωπαϊκά δεδομένα είναι αποκαλυπτικά.

Το 2025 το ποσοστό απασχόλησης των ηλικιών 20–64 ήταν:

Ευρωπαϊκή Ένωση: 76,1%.

Ελλάδα: 71%.

Η Ελλάδα βρισκόταν ανάμεσα στις τρεις τελευταίες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ακόμη χαμηλότερα βρίσκονταν μόνο η Ιταλία και η Ρουμανία.

Άρα, εάν θέλουμε να μιλήσουμε για «εθνική επιτυχία», καλό είναι να παρουσιάζουμε ολόκληρο τον πίνακα.

Όχι μόνο τον αριθμό που μας βολεύει.

Υπάρχει όμως και εδώ μια μεγάλη θετική εξέλιξη

Και αυτή πρέπει να καταγραφεί.

Η Ελλάδα το 2025 είχε τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση του ποσοστού απασχόλησης σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση: +1,7 ποσοστιαίες μονάδες.

Άρα δεν υπάρχει λόγος να μηδενίζουμε.

Η αγορά εργασίας έχει πράγματι βελτιωθεί.

Η απασχόληση αυξάνεται.

Η ανεργία υποχωρεί.

Αυτά είναι επιτεύγματα που μπορούν δικαιολογημένα να επικαλούνται η κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία.

Αλλά το επόμενο ερώτημα είναι πολύ πιο δύσκολο:

Τι δουλειές δημιουργήθηκαν;

Δεν αρκεί να έχεις δουλειά – έχει σημασία και τι δουλειά έχεις

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κενό της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.

Ένας άνθρωπος που εργάζεται καταγράφεται ως εργαζόμενος.

Αλλά ο αριθμός της ανεργίας από μόνος του δεν μας λέει:

Πόσα παίρνει;

Εάν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιό του.

Εάν εργάζεται όλο τον χρόνο ή εποχικά.

Εάν η θέση εργασίας αντιστοιχεί στις σπουδές και στις δεξιότητές του.

Εάν μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια.

Εάν χρειάζεται δεύτερη δουλειά.

Εάν βλέπει προοπτική επαγγελματικής εξέλιξης.

Αυτά δεν είναι δευτερεύοντα ζητήματα.

Είναι το επόμενο στάδιο της συζήτησης για την ελληνική αγορά εργασίας.

Διότι μια οικονομία δεν αξιολογείται μόνο από το πόσες θέσεις εργασίας δημιουργεί.

Αξιολογείται και από την παραγωγικότητα, τις αμοιβές και την ποιότητα αυτών των θέσεων.

Και στις γυναίκες υπάρχει ακόμη τεράστιο κενό

Υπάρχει ένα στοιχείο της Eurostat που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή.

Το 2025 το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών στην Ελλάδα ήταν μόλις 62,3%.

Ήταν από τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και η διαφορά απασχόλησης ανδρών και γυναικών στην Ελλάδα έφθανε τις 17,4 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 9,6 μονάδων στην ΕΕ.

Άρα υπάρχει ακόμη πολύ μεγάλο αναξιοποίητο εργατικό δυναμικό.

Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια.

Είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας.

Ποιος δικαιούται όμως να πάρει τα εύσημα;

Εδώ η δήλωση του Κυρανάκη γίνεται πολιτικά πολύ πιο απόλυτη από όσο επιτρέπουν οι αριθμοί.

Η ΝΔ κυβερνά από το 2019.

Επομένως προφανώς η οικονομική και εργασιακή πολιτική των κυβερνήσεών της αποτελεί μέρος της εξήγησης για όσα συνέβησαν αυτά τα επτά χρόνια.

Δεν μπορείς να κυβερνάς επί επτά χρόνια και όταν οι δείκτες βελτιώνονται να λέει κάποιος ότι δεν έχεις καμία σχέση.

Αλλά ούτε μπορείς να αποδίδεις ολόκληρη την πτώση από το 16,9% στο 7,9% αποκλειστικά σε ένα κόμμα.

Για έναν πολύ απλό λόγο.

Η πτώση της ανεργίας είχε αρχίσει πριν από το 2019.

Το ίδιο το στοιχείο της ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιούλιο του 2019 δείχνει ότι η ανεργία είχε ήδη υποχωρήσει στο 16,9%, από 19,1% έναν χρόνο νωρίτερα.

Δηλαδή είχε μειωθεί κατά 2,2 μονάδες μέσα σε έναν χρόνο πριν από την περίοδο που σήμερα χρησιμοποιείται ως αφετηρία της κυβερνητικής σύγκρισης.

Αυτό δεν αφαιρεί την πρόοδο μετά το 2019.

Απλώς μας θυμίζει ότι οι μακροοικονομικές τάσεις δεν αρχίζουν και δεν τελειώνουν την ημέρα που αλλάζει κυβέρνηση.

Και το «μόνο η ΝΔ μπορεί» από πού ακριβώς προκύπτει;

Εδώ πλέον εγκαταλείπουμε τη στατιστική και περνάμε στην πολιτική άποψη του Κυρανάκη.

Το ότι:

η ανεργία μειώθηκε επί κυβέρνησης ΝΔ

είναι γεγονός.

Το ότι:

«μόνο η ΝΔ μπορεί να τη μειώσει περισσότερο»

δεν είναι στατιστικό δεδομένο.

Είναι πολιτικός ισχυρισμός.

Καμία ΕΛΣΤΑΤ και καμία Eurostat δεν μπορεί να μας πει τι θα έκανε μια υποθετική διαφορετική κυβέρνηση στο μέλλον.

Ούτε μπορεί να αποδειχθεί από το 7,9%.

Είναι απολύτως θεμιτό να το υποστηρίζει ο γραμματέας της ΝΔ.

Αλλά ας μην το παρουσιάζουμε ως προέκταση των αριθμών.

Οι αριθμοί τελειώνουν στο:

7,9%.

Το «μόνο εμείς μπορούμε» αρχίζει μετά.

Το πραγματικό στοίχημα τώρα είναι δυσκολότερο

Η πρώτη μεγάλη μάχη ήταν η αποκλιμάκωση της μαζικής ανεργίας που άφησε πίσω της η δεκαετής οικονομική κρίση.

Και σε αυτήν η Ελλάδα έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο.

Το επόμενο στοίχημα όμως είναι ποιοτικά διαφορετικό.

Να πλησιάσει η Ελλάδα το ευρωπαϊκό ποσοστό απασχόλησης.

Να αυξηθεί θεαματικά η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας.

Να δημιουργηθούν περισσότερες παραγωγικές και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις.

Να αυξηθεί η παραγωγικότητα.

Να περιοριστεί η εποχικότητα.

Να επιστρέψουν περισσότεροι νέοι υψηλής ειδίκευσης που έφυγαν στο εξωτερικό.

Και κυρίως:

η εργασία να μεταφράζεται σε αξιοπρεπές διαθέσιμο εισόδημα.

Εκεί θα κριθεί η επόμενη φάση.

Ναι λοιπόν, κύριε Κυρανάκη: το 7,9% είναι μεγάλη επιτυχία – αλλά δεν είναι το τέλος της ιστορίας

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητηθεί η πρόοδος.

Από 16,9% τον Ιούλιο του 2019 σε 7,9% τον Ιούλιο του 2026 είναι μια εντυπωσιακή μεταβολή.

Και η κυβέρνηση δικαιούται να την καταγράφει στον απολογισμό της.

Αλλά η λέξη «εθνική» έχει και μια ενδιαφέρουσα συνέπεια.

Εάν η επιτυχία είναι εθνική, τότε δεν μπορεί ταυτόχρονα να παρουσιάζεται ως αποκλειστική κομματική ιδιοκτησία.

Και κυρίως το 7,9% δεν σβήνει το υπόλοιπο ταμπλό:

Η Ελλάδα είχε ακόμη το 2025 την τρίτη υψηλότερη ανεργία στην ΕΕ.

Είχε μόλις 71% ποσοστό απασχόλησης έναντι 76,1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και στις γυναίκες το ποσοστό απασχόλησης ήταν μόλις 62,3%.

Αυτοί οι αριθμοί δεν ακυρώνουν το 7,9%.

Το βάζουν στη σωστή του διάσταση.

Και ίσως αυτό είναι τελικά το πιο τίμιο συμπέρασμα:

Η Ελλάδα έχει κάνει τεράστια απόσταση από τα εφιαλτικά ποσοστά ανεργίας της κρίσης.

Αλλά έχει ακόμη σημαντική απόσταση μέχρι να μπορεί να συγκρίνει την αγορά εργασίας της με τις καλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Το πρώτο είναι επιτυχία.

Το δεύτερο είναι η δουλειά που απομένει.

Και κανένας από τους δύο αριθμούς δεν χρειάζεται κομματικά συνθήματα για να είναι αληθινός.

Και υπάρχει ο μεγάλος «ελέφαντας στο δωμάτιο»: η εποχική εργασία

Υπάρχει όμως και μια ακόμη πλευρά της ελληνικής αγοράς εργασίας που δεν χωρά εύκολα στο πανηγυρικό αφήγημα του 7,9%.

Η εποχικότητα.

Και εμείς στην Κεφαλονιά το γνωρίζουμε ίσως καλύτερα από πολλούς άλλους.

Σε μια οικονομία που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό, ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρείται κανονικά εργαζόμενος τον Ιούλιο, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο και λίγους μήνες αργότερα να βρίσκεται ξανά εκτός εργασίας, περιμένοντας την επόμενη τουριστική περίοδο.

Ξενοδοχεία, εστίαση, τουριστικά καταστήματα, μεταφορές, ενοικιάσεις αυτοκινήτων και πολλές ακόμη δραστηριότητες δημιουργούν χιλιάδες θέσεις εργασίας όταν ανοίγει η σεζόν.

Το ερώτημα όμως είναι:

πόσες από αυτές είναι θέσεις εργασίας δώδεκα μηνών;

Και αυτό έχει τεράστια σημασία όταν προσπαθούμε να περιγράψουμε την πραγματική κατάσταση της αγοράς εργασίας.

Προσοχή: το 7,9% είναι εποχικά διορθωμένο

Εδώ χρειάζεται μία σημαντική διευκρίνιση για να μην αδικήσουμε τα ίδια τα στατιστικά στοιχεία.

Το 7,9% της ΕΛΣΤΑΤ είναι εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας.

Δηλαδή η στατιστική υπηρεσία δεν παίρνει απλώς τον αριθμό των ανέργων του Ιουλίου —όταν ο τουρισμός βρίσκεται στο αποκορύφωμά του— και τον παρουσιάζει αυτούσιο ως απόδειξη ότι λύθηκε το πρόβλημα.

Η εποχική διόρθωση επιχειρεί ακριβώς να αφαιρέσει από τη μηνιαία μεταβολή τις επαναλαμβανόμενες επιδράσεις της εποχής.

Άρα θα ήταν λανθασμένο να πούμε ότι το 7,9% προκύπτει απλώς επειδή «άνοιξαν τα ξενοδοχεία το καλοκαίρι».

Δεν προκύπτει έτσι.

Αυτό όμως δεν απαντά σε ένα διαφορετικό και εξίσου σοβαρό ερώτημα:

τι ποιότητα και τι διάρκεια έχουν οι θέσεις εργασίας που διαθέτει η ελληνική οικονομία;

Άλλο χαμηλή ανεργία, άλλο σταθερή εργασία δώδεκα μηνών

Εδώ βρίσκεται η ουσία.

Ένας εργαζόμενος που δουλεύει έξι ή επτά μήνες τον χρόνο είναι εργαζόμενος.

Και πολύ σωστά καταγράφεται ως τέτοιος όσο εργάζεται.

Αλλά από κοινωνική και οικονομική άποψη η θέση του δεν είναι ίδια με εκείνη ενός ανθρώπου που έχει σταθερή απασχόληση και εισόδημα επί δώδεκα μήνες.

Γιατί ο εποχικά εργαζόμενος πρέπει με το εισόδημα της σεζόν να αντιμετωπίσει πολλές φορές και τον χειμώνα.

Έχει ενοίκιο.

Έχει λογαριασμούς.

Έχει οικογένεια.

Έχει δάνεια.

Έχει καθημερινές ανάγκες που δεν γίνονται κι αυτές… εποχικές επειδή έκλεισε το ξενοδοχείο.

Και αυτή είναι μια πραγματικότητα που γνωρίζουν πολύ καλά χιλιάδες οικογένειες στα νησιά.

Η Κεφαλονιά είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα

Ας κατέβει λοιπόν η συζήτηση από τους εθνικούς μέσους όρους στην πραγματική οικονομία ενός τουριστικού νησιού.

Την άνοιξη αρχίζουν να ανοίγουν επιχειρήσεις.

Η ζήτηση εργαζομένων εκτοξεύεται.

Το καλοκαίρι η οικονομική δραστηριότητα κορυφώνεται.

Το φθινόπωρο αρχίζει το κλείσιμο.

Και τον χειμώνα ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της αγοράς εργασίας συρρικνώνεται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι θέσεις εργασίας του τουρισμού είναι «κακές».

Το αντίθετο.

Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας και για περιοχές όπως η Κεφαλονιά είναι ζωτικής σημασίας.

Το πραγματικό στοίχημα είναι διαφορετικό:

να πάψουμε να θεωρούμε αρκετό το ότι υπάρχει δουλειά για μερικούς μήνες και να δημιουργήσουμε οικονομική δραστηριότητα που θα κρατά περισσότερο κόσμο στην εργασία όλο τον χρόνο.

Η πραγματική επιτυχία θα είναι να μικρύνει και ο «χειμώνας» της εργασίας

Αυτό είναι ίσως το επόμενο μεγάλο βήμα που πρέπει να κάνει η κυβέρνηση —και οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.

Περισσότερες επενδύσεις που λειτουργούν δώδεκα μήνες.

Διαφοροποίηση των τοπικών οικονομιών.

Πρωτογενής παραγωγή.

Μεταποίηση.

Ψηφιακές και εξ αποστάσεως θέσεις εργασίας.

Υπηρεσίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Κίνητρα για επιχειρήσεις που διατηρούν προσωπικό και εκτός τουριστικής περιόδου.

Γιατί για έναν εποχικό εργαζόμενο η ερώτηση δεν είναι μόνο:

«Βρήκες δουλειά;»

Είναι και:

«Για πόσους μήνες;»

Και αυτό δεν φαίνεται όταν η πολιτική συζήτηση εξαντλείται σε έναν μόνο αριθμό.

Το 7,9% λοιπόν είναι πραγματικό – αλλά δεν περιγράφει ολόκληρη την εργασιακή πραγματικότητα

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο χρειάζεται προσοχή.

Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε την πτώση της ανεργίας.

Είναι πραγματική και σημαντική.

Ούτε πρέπει να χρησιμοποιήσουμε την εποχικότητα για να ισχυριστούμε ότι το επίσημο 7,9% είναι «ψεύτικο», επειδή είναι ήδη εποχικά διορθωμένο.

Αλλά εξίσου λάθος είναι να χρησιμοποιείται ένας εθνικός δείκτης ανεργίας σαν να αποδεικνύει ότι λύθηκαν τα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας.

Ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Κεφαλονιά, η Ζάκυνθος, η Κέρκυρα, η Ρόδος, η Κρήτη και οι Κυκλάδες, υπάρχει μια δεύτερη πραγματικότητα:

χιλιάδες άνθρωποι περνούν κάθε χρόνο από την εργασία στην ανεργία και ξανά πίσω στην εργασία, ακολουθώντας το ημερολόγιο της τουριστικής σεζόν.

Και επομένως, όταν ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης μιλά για «τεράστια εθνική επιτυχία», υπάρχει ένα ακόμη ερώτημα που αξίζει να απαντηθεί:

Πόσο από το νέο μοντέλο απασχόλησης είναι σταθερή, καλά αμειβόμενη εργασία δώδεκα μηνών και πόσο εξακολουθεί να στηρίζεται στο «δουλεύω σεζόν και βλέπουμε τον χειμώνα»;

Γιατί η πραγματικά μεγάλη εθνική επιτυχία δεν θα είναι μόνο να πέσει η ανεργία από το 7,9% στο 7% ή στο 6%.

Θα είναι να μπορεί ένας εργαζόμενος στην Κεφαλονιά και σε κάθε τουριστική περιοχή της χώρας να σχεδιάζει τη ζωή του για δώδεκα μήνες.

Όχι μόνο μέχρι να φύγει η τελευταία πτήση τσάρτερ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ