Ο παρουσιαστής του ΑΝΤ1 επικαλείται το δικαίωμα στην κριτική, επιστρατεύει δημοσκοπήσεις και καταλήγει να παραδίδει μαθήματα πολιτικής και αυτογνωσίας. Μόνο που άλλο η δημοσιογραφική κριτική και άλλο η τηλεοπτική επίδειξη εξουσίας.
Υπάρχει μια λεπτή αλλά καθοριστική διαφορά ανάμεσα στο να ασκείς κριτική σε έναν πολιτικό και στο να του μιλάς σαν να είσαι ο προσωπικός του κηδεμόνας.
Ο Γιώργος Λιάγκας, στη νέα του επίθεση κατά της Μαρίας Καρυστιανού, φαίνεται να πέρασε αυτή τη γραμμή με χαρακτηριστική ευκολία.
Αφορμή αποτέλεσε η ιδιαίτερα σκληρή ανακοίνωση της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία», η οποία κατηγόρησε τον παρουσιαστή για ψευδείς ισχυρισμούς, διαστρεβλώσεις και προσωπικές αναφορές, προειδοποιώντας μάλιστα με προσφυγή στη Δικαιοσύνη για συγκεκριμένους υπαινιγμούς.
Αντί, όμως, ο Λιάγκας να περιοριστεί σε μια συγκεκριμένη, τεκμηριωμένη απάντηση στις καταγγελίες, επέλεξε να ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για τη δημοσκοπική πορεία του κόμματος, τις πολιτικές ικανότητες της Καρυστιανού και τα υποτιθέμενα προσωπικά της λάθη.
Και όλα αυτά κατέληξαν σε μια φράση που συμπυκνώνει ολόκληρο το ύφος της παρέμβασής του:
«Έχετε πάρει λάθος δρόμο και θα ‘πρεπε με την κατρακύλα σας να το έχετε αντιληφθεί».
Ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος του παρουσιαστή εδώ;
Να ενημερώσει;
Να ελέγξει;
Ή να ανακοινώσει στην πρόεδρο ενός πολιτικού κόμματος ότι ο ίδιος γνωρίζει καλύτερα από εκείνη τι πρέπει να κάνει;
«Δεν είναι υπεράνω κριτικής» – Ποιος είπε το αντίθετο;
Ο Λιάγκας δήλωσε ότι η Μαρία Καρυστιανού, από τη στιγμή που επέλεξε την πολιτική, δεν είναι πολίτης ανώτερης κατηγορίας και πρέπει να δέχεται κριτική.
Σωστά.
Απολύτως σωστά.
Μόνο που πρόκειται για μια αυτονόητη αρχή, την οποία κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν χρειάζεται να αμφισβητήσει για να διαφωνήσει μαζί του.
Η Καρυστιανού δεν διαθέτει πολιτικό αλάθητο επειδή έχασε την κόρη της στην τραγωδία των Τεμπών.
Δεν αποκτά ασυλία για τις δημόσιες τοποθετήσεις της.
Οι πολιτικές θέσεις της, οι συνεργάτες της, οι αντιφάσεις της και οι επιλογές του κόμματός της είναι απολύτως θεμιτά αντικείμενα δημόσιου ελέγχου.
Αλλά το δικαίωμα στην κριτική δεν αποτελεί λευκή επιταγή για οποιονδήποτε ισχυρισμό ή προσωπικό υπαινιγμό.
Αυτό είναι που ο Λιάγκας παρακάμπτει.
Διότι άλλο να πεις ότι διαφωνείς με μια πολιτική θέση και άλλο να μεταφέρεις τη συζήτηση στην προσωπική ζωή ενός ανθρώπου ή να αφήνεις υπόνοιες που απαιτούν αποδείξεις.
Η επίκληση της ελευθερίας του λόγου δεν απαλλάσσει κανέναν από την υποχρέωση της τεκμηρίωσης.
Ούτε τους πολιτικούς.
Ούτε τους δημοσιογράφους.
Ούτε τους τηλεοπτικούς παρουσιαστές.
Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι δικαστήριο και ο Λιάγκας δεν είναι δικαστής
Το επόμενο επιχείρημα του παρουσιαστή ήταν η δημοσκοπική υποχώρηση της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία».
Αναφέρθηκε σε μια πορεία από το 18% στο 4%, ενώ αμφισβήτησε ακόμη και τη δυνατότητα του κόμματος να ξεπεράσει το όριο του 3% για την είσοδο στη Βουλή.
Πράγματι, οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν σημαντική υποχώρηση του κόμματος σε σχέση με την αρχική δυναμική που του αποδιδόταν.
Η εικόνα αυτή δεν πρέπει να αποκρύπτεται.
Ούτε όμως να μετατρέπεται σε προσωπικό όπλο εναντίον της επικεφαλής του.
Πρώτον, τα ποσοστά χρειάζονται σαφή αναφορά στην εταιρεία, στην ημερομηνία και στο ερώτημα της μέτρησης.
Άλλο πρόθεση ψήφου και άλλο εκτίμηση ψήφου.
Άλλο υποθετικό σενάριο για ένα νέο κόμμα και άλλο καταγραφή της εκλογικής του απήχησης μετά την ίδρυσή του.
Δεύτερον, ακόμη και μια πραγματική δημοσκοπική πτώση δεν αποδεικνύει ότι κάθε κριτική εναντίον ενός πολιτικού προσώπου είναι δικαιολογημένη.
Τρίτον, η λαϊκή αποδοχή δεν είναι μέτρο της αλήθειας.
Αν ήταν έτσι, κάθε πολιτικός που ανεβαίνει στις δημοσκοπήσεις θα είχε αυτομάτως δίκιο και κάθε πολιτικός που πέφτει θα είχε αυτομάτως άδικο.
Αυτό δεν είναι πολιτική ανάλυση.
Είναι μια εξαιρετικά απλουστευτική αντίληψη για τη δημοκρατία.
Κύριε Λιάγκα, οι δημοσκοπήσεις μετρούν πολιτική απήχηση. Δεν απονέμουν πιστοποιητικά ορθότητας σε τηλεοπτικούς παρουσιαστές.
Το πραγματικό ερώτημα που έμεινε αναπάντητο
Η ανακοίνωση της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» δεν περιορίστηκε στο να διαμαρτυρηθεί επειδή ο Λιάγκας άσκησε κριτική στην πρόεδρό της.
Περιλάμβανε συγκεκριμένες αιτιάσεις για αναφορές στην προσωπική ζωή της, για διαστρέβλωση τοποθετήσεων και για υπαινιγμούς περί οικονομικών δοσοληψιών.
Το κόμμα χαρακτήρισε τις σχετικές αναφορές συκοφαντικές και προειδοποίησε με δικαστικές ενέργειες.
Οι καταγγελίες αυτές, βεβαίως, δεν αποδεικνύονται αληθείς απλώς επειδή διατυπώθηκαν σε κομματική ανακοίνωση.
Απαιτούν εξέταση των ακριβών τηλεοπτικών δηλώσεων και των διαθέσιμων στοιχείων.
Αλλά ακριβώς γι’ αυτό θα είχε ενδιαφέρον μια συγκεκριμένη απάντηση.
Τι ακριβώς είπε ο παρουσιαστής;
Σε ποια στοιχεία βασίστηκε;
Ποια από όσα του καταλογίζονται θεωρεί ανακριβή;
Αντί η δημόσια αντιπαράθεση να επικεντρωθεί αποκλειστικά σε αυτά, ο Λιάγκας επέλεξε να εξηγήσει στην Καρυστιανού γιατί πέφτει δημοσκοπικά.
Πρόκειται για μια βολική μετατόπιση της συζήτησης.
Διότι η δημοσκοπική πτώση ενός κόμματος δεν απαντά στο ερώτημα αν ένας συγκεκριμένος τηλεοπτικός ισχυρισμός ήταν ακριβής.
Και η κριτική στην πολιτική πορεία της Καρυστιανού δεν υποκαθιστά την υποχρέωση απάντησης σε συγκεκριμένες καταγγελίες.
Από τη δημοσιογραφία στην προσωπική επίπληξη
«Ας ασχοληθεί με το πώς θα μαζέψει το κόμμα της», είπε ο παρουσιαστής.
Με ποια ιδιότητα, αλήθεια, υποδεικνύει σε μια πολιτική αρχηγό πού πρέπει να διαθέσει τον χρόνο της;
Η Καρυστιανού μπορεί να έχει κάνει σοβαρά πολιτικά λάθη.
Μπορεί να έχει απογοητεύσει ανθρώπους που αρχικά τη στήριξαν.
Μπορεί να έχει αποδειχθεί ανεπαρκής σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές.
Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αυστηρής κριτικής.
Αλλά για να έχουν δημοσιογραφική αξία, χρειάζονται συγκεκριμένα παραδείγματα, στοιχεία και επιχειρήματα.
Το «μαζέψτε το κόμμα σας» δεν είναι ανάλυση.
Είναι μια υποτιμητική τηλεοπτική προτροπή.
Και όταν συνοδεύεται από αναφορές στην «κατρακύλα» ενός προσώπου, η πολιτική κριτική αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με δημόσια επίπληξη.
Ο Λιάγκας δεν υποχρεούται να συμπαθεί την Καρυστιανού.
Οφείλει όμως, όταν επιλέγει να ασκήσει δημοσιογραφική κριτική, να διαχωρίζει την τεκμηριωμένη αξιολόγηση από την προσωπική απαξίωση.
Το περίφημο «με αγάπη»
Ίσως το πιο αποκαλυπτικό σημείο της παρέμβασης να ήταν το κλείσιμό της.
«Αυτά, κυρία Καρυστιανού. Με αγάπη».
Αλήθεια, τι ακριβώς προσθέτει αυτή η φράση;
Όταν προηγείται μια σειρά από σκληρούς χαρακτηρισμούς και υποδείξεις, το «με αγάπη» δεν κάνει αυτομάτως την τοποθέτηση πιο ευγενική.
Μπορεί, αντιθέτως, να ενισχύει την αίσθηση ειρωνείας και πατερναλισμού.
Είναι σαν να λέει κάποιος στον συνομιλητή του ότι έχει αποτύχει, ότι δεν καταλαβαίνει τι του συμβαίνει, ότι έχει πάρει λάθος δρόμο και ότι πρέπει να ακούσει τις συμβουλές του.
Και στο τέλος να προσθέτει ένα χαμόγελο.
Η ευγένεια δεν κρίνεται από τις δύο τελευταίες λέξεις μιας τοποθέτησης.
Κρίνεται από το συνολικό της περιεχόμενο.
Και ο σεβασμός δεν είναι ασύμβατος με τη σκληρή κριτική.
Είναι ασύμβατος με την περιφρόνηση.
«Ποτέ δεν φταίει κάποιος άλλος» – Μια φράση που καταρρέει μόλις την εξετάσεις
Ο Λιάγκας έκλεισε με μια ακόμη απόλυτη διατύπωση:
«Ο εαυτός μας είναι ο εχθρός μας πάντα, κυρία Καρυστιανού. Ποτέ δεν φταίει κάποιος άλλος. Φταίμε πάντα εμείς».
Πρόκειται για μια φράση που μπορεί να ακούγεται εντυπωσιακή ως τηλεοπτικό απόφθεγμα.
Ως γενική αρχή, όμως, είναι λανθασμένη.
Στην πραγματική ζωή υπάρχουν θεσμικές ευθύνες.
Υπάρχουν κρατικές παραλείψεις.
Υπάρχουν ψευδείς κατηγορίες, άδικες συμπεριφορές και αποφάσεις τρίτων που προκαλούν πραγματική βλάβη.
Δεν ευθύνεται πάντοτε αποκλειστικά το άτομο για όσα του συμβαίνουν.
Και ειδικά σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να συζητά τις ευθύνες για την τραγωδία των Τεμπών, η απόλυτη φράση «ποτέ δεν φταίει κάποιος άλλος» ακούγεται τουλάχιστον άστοχη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Λιάγκας αναφέρθηκε στις ευθύνες για τα Τέμπη ή ότι επιχείρησε να τις αναιρέσει.
Σημαίνει ότι η γενίκευσή του δεν αντέχει σε σοβαρό έλεγχο.
Η προσωπική ευθύνη είναι σημαντική.
Αλλά δεν καταργεί την ευθύνη των άλλων.
Και η δημοκρατία δεν λειτουργεί με την παραδοχή ότι όποιος διαμαρτύρεται για μια άδικη συμπεριφορά πρέπει πρώτα να θεωρεί ένοχο τον εαυτό του.
Η Καρυστιανού πρέπει να ελέγχεται – Αλλά και ο Λιάγκας επίσης
Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης.
Η Μαρία Καρυστιανού είναι πλέον επικεφαλής πολιτικού κόμματος.
Οφείλει να απαντά σε ερωτήματα για το πρόγραμμά της, τις συνεργασίες της, τις θέσεις της και τις πολιτικές της αντιφάσεις.
Δεν μπορεί να επικαλείται την προσωπική της διαδρομή για να αποφεύγει κάθε πολιτική κριτική.
Αλλά ούτε ο Γιώργος Λιάγκας μπορεί να επικαλείται τη δημοσιογραφική του ιδιότητα για να θεωρεί ότι ο δικός του λόγος βρίσκεται εκτός ελέγχου.
Αν η Καρυστιανού πρέπει να αποδέχεται την κριτική, το ίδιο ισχύει και για εκείνον.
Αν η Καρυστιανού πρέπει να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της, το ίδιο ισχύει και για εκείνον.
Αν η Καρυστιανού οφείλει να αναγνωρίζει τα λάθη της, δεν υπάρχει κανένας λόγος να εξαιρείται ένας τηλεοπτικός παρουσιαστής.
Η κριτική δεν είναι προνόμιο εκείνου που κρατά το μικρόφωνο. Είναι δικαίωμα και εκείνου που βρίσκεται απέναντί του.
Και μια πολιτική ανακοίνωση, ακόμη και ιδιαίτερα επιθετική, δεν συνιστά από μόνη της επίθεση στην ελευθερία του Τύπου.
Μπορεί να είναι υπερβολική, άδικη ή ατεκμηρίωτη.
Αλλά και αυτή υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο.
Όπως ακριβώς οι τηλεοπτικές δηλώσεις που προκάλεσαν την έκδοσή της.
Κύριε Λιάγκα, λιγότερα μαθήματα και περισσότερες απαντήσεις
Η δημοσκοπική υποχώρηση της Μαρίας Καρυστιανού είναι ένα υπαρκτό πολιτικό γεγονός.
Δεν χρειάζεται να το ωραιοποιήσει κανείς.
Αλλά δεν είναι επιχείρημα που απαντά σε κάθε καταγγελία εναντίον ενός δημοσιογράφου.
Ούτε δίνει σε έναν παρουσιαστή το δικαίωμα να εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που γνωρίζει τον σωστό δρόμο για όλους τους υπόλοιπους.
Αν ο Γιώργος Λιάγκας θεωρεί ότι η Καρυστιανού έχει κάνει πολιτικά λάθη, ας τα αναλύσει.
Αν πιστεύει ότι οι καταγγελίες εναντίον του είναι ψευδείς, ας τις αντικρούσει συγκεκριμένα.
Αν έχει στοιχεία για όσα έχει αφήσει να εννοηθούν, ας τα παρουσιάσει.
Αυτό θα ήταν δημοσιογραφία.
Το να απαριθμεί δημοσκοπικά ποσοστά, να μοιράζει συμβουλές και να καταλήγει με το «με αγάπη» είναι κάτι διαφορετικό.
Είναι τηλεοπτική αντιπαράθεση με έντονο προσωπικό χαρακτήρα.
Και τελικά υπάρχει μια ειρωνεία σε όλη αυτή την ιστορία.
Ο άνθρωπος που απαιτεί από τη Μαρία Καρυστιανού να καταλάβει ότι δεν είναι υπεράνω κριτικής μοιάζει να ενοχλείται ιδιαίτερα όταν η κριτική στρέφεται προς τον ίδιο.
Κύριε Λιάγκα, το μικρόφωνο σάς δίνει τη δυνατότητα να ακούγεστε. Δεν σας δίνει αυτομάτως και το δίκιο.
Και αυτό είναι ένα μάθημα που αξίζει να ισχύει για όλους.
Χωρίς εξαιρέσεις.
Χωρίς τηλεοπτικούς κηδεμόνες.
Και χωρίς το ειρωνικό «με αγάπη».



