Η απάντηση του Παύλου Μαρινάκη στις εξαγγελίες του Νίκου Ανδρουλάκη στη ΔΕΘ ακολουθεί μια γνώριμη πολιτική συνταγή: «λεφτά υπάρχουν», «δωσ’ τα όλα», δισεκατομμύρια παροχών, λογαριασμός στους φορολογουμένους και στο τέλος ο διαγωνισμός για τον «καλύτερο λαϊκιστή».
Επικοινωνιακά είναι εύπεπτο.
Οικονομικά, όμως, δεν αποτελεί ακόμη αποδόμηση.
Για να αποδείξεις ότι ένα πρόγραμμα είναι δημοσιονομικά ανεφάρμοστο χρειάζεσαι κάτι περισσότερο από δύο ιστορικά συνθήματα του ΠΑΣΟΚ. Χρειάζεσαι αριθμούς.
Και εδώ ακριβώς αρχίζουν τα προβλήματα της κυβερνητικής απάντησης.
Πρώτα απ’ όλα, ο Ανδρουλάκης δεν εξήγγειλε γενικευμένη τετραήμερη εργασία
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρει μεταξύ όσων «έταξε» ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ την «τετραήμερη εργασία».
Μόνο που αυτή η διατύπωση αφήνει μια εντελώς διαφορετική εντύπωση από την πραγματική πρόταση.
Ο Ανδρουλάκης μίλησε για πιλοτική εφαρμογή τετραήμερης εργασίας με πλήρεις αποδοχές σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις και σε θέσεις έντασης διανοίας, με φορολογικά κίνητρα.
Μπορεί κάποιος να διαφωνεί.
Μπορεί να θεωρεί ότι τα φορολογικά κίνητρα θα έχουν κόστος.
Μπορεί να αμφισβητεί αν το μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει στην ελληνική οικονομία.
Αλλά πρέπει να αποδομήσει αυτό που πραγματικά προτάθηκε.
Το να μετατρέπεις μια πιλοτική εφαρμογή σε γενικό «έταξε τετραήμερη εργασία» είναι πολιτικά βολικό, αλλά δεν είναι ακριβής περιγραφή.
Και ο 13ος μισθός και η 13η σύνταξη παρουσιάστηκαν ως σταδιακές επαναφορές
Το ίδιο ισχύει και εδώ.
Ο Ανδρουλάκης δεν είπε απλώς «αύριο δίνω σε όλους 13ο μισθό και 13η σύνταξη». Μίλησε για σταδιακή επαναφορά και, στην περίπτωση της 13ης σύνταξης, έκανε ρητή αναφορά σε κοστολογημένο σχέδιο.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το σχέδιο είναι επαρκώς κοστολογημένο.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το πεδίο στο οποίο θα έπρεπε να χτυπήσει η κυβέρνηση:
Πόσο κοστίζει; Σε πόσα χρόνια; Ποια είναι η μόνιμη πηγή χρηματοδότησης; Χωρά στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες;
Αυτή θα ήταν σοβαρή αποδόμηση.
Το «επιστρέψαμε στο λεφτά υπάρχουν» είναι πολιτική ετικέτα.
Το παράδοξο: η ίδια η κυβέρνηση μάς έχει μάθει ότι «λεφτά υπάρχουν» όταν υπάρχει δημοσιονομικός χώρος
Μόλις πριν από λίγες ημέρες η κυβέρνηση παρουσίασε στη ΔΕΘ δικό της πακέτο μέτρων δισεκατομμυρίων.
Και τι απάντησε όταν τέθηκε το ερώτημα «πού βρέθηκαν τα χρήματα»;
Ότι προήλθαν από την ανάπτυξη, τα αυξημένα δημόσια έσοδα, την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.
Σωστά.
Αλλά τότε ο κανόνας πρέπει να είναι ίδιος για όλους.
Δεν μπορούμε να θεωρούμε υπεύθυνη οικονομική πολιτική κάθε κυβερνητική δαπάνη επειδή συνοδεύεται από τη λέξη «δημοσιονομικός χώρος» και λαϊκισμό κάθε δαπάνη της αντιπολίτευσης επειδή συνοδεύεται από τη λέξη «κοινωνική πολιτική».
Ο λογαριασμός πρέπει να ανοίξει και στις δύο περιπτώσεις.
Το σωστό ερώτημα του Μαρινάκη είναι: «ποιος πληρώνει;»
Σε αυτό ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει απόλυτο δικαίωμα να επιμένει.
Κάθε κόμμα που διεκδικεί την εξουσία οφείλει να παρουσιάζει το κόστος των δεσμεύσεών του.
Και ειδικά όταν μιλά για μόνιμες δαπάνες, όπως μισθούς και συντάξεις, πρέπει να παρουσιάζει μόνιμες και αξιόπιστες πηγές χρηματοδότησης.
Το ΠΑΣΟΚ δεν δικαιούται καμία εξαίρεση.
Αλλά ούτε η κυβέρνηση δικαιούται να απαντά σε ένα οικονομικό πρόγραμμα μόνο με το «λεφτά υπάρχουν».
Αν θεωρεί ότι το πρόγραμμα Ανδρουλάκη κοστίζει, για παράδειγμα, 5, 7 ή 10 δισ. ευρώ, ας παρουσιάσει τον υπολογισμό.
Μέτρο προς μέτρο.
13ος μισθός: τόσο.
13η σύνταξη: τόσο.
Φορολογικές μειώσεις: τόσο.
Ρυθμίσεις ιδιωτικού χρέους: τόσο.
Κίνητρα τετραήμερης εργασίας: τόσο.
Και απέναντι από κάθε ποσό, ας βάλει την πηγή χρηματοδότησης που επικαλείται το ΠΑΣΟΚ.
Εκεί θα μάθουμε εάν υπάρχει δημοσιονομική τρύπα.
Γιατί διαφορετικά έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά
Η κυβέρνηση ζητά —σωστά— να κρίνεται το δικό της πρόγραμμα ως σύνολο: ανάπτυξη, φορολογικά έσοδα, πρωτογενή πλεονάσματα, δαπάνες, χρέος.
Το ίδιο δικαίωμα έχει και η αντιπολίτευση.
Και μάλιστα υπάρχει ένας ακόμη λόγος.
Το ΠΑΣΟΚ δεν παρουσίασε μόνο γενικόλογες υποσχέσεις. Παρουσίασε συγκεκριμένες παρεμβάσεις για μισθούς, συντάξεις, συλλογικές συμβάσεις, φορολογία, ιδιωτικό χρέος και εργασία.
Άρα υπάρχει υλικό για πραγματικό οικονομικό έλεγχο.
Ας γίνει.
Και κάτι ακόμη για το «λεφτά υπάρχουν»
Η επίκληση της συγκεκριμένης φράσης έχει τεράστιο πολιτικό φορτίο λόγω όσων ακολούθησαν το 2009.
Ακριβώς γι’ αυτό χρησιμοποιείται.
Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι το σημερινό πρόγραμμα οδηγεί σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Αρκεί να ενεργοποιήσεις στη μνήμη του πολίτη την περίοδο της χρεοκοπίας και των μνημονίων.
Μόνο που έχουν περάσει δεκαεπτά χρόνια.
Η Ελλάδα έχει διαφορετικό δημοσιονομικό πλαίσιο, διαφορετικούς ευρωπαϊκούς κανόνες και διαφορετικούς μηχανισμούς εποπτείας.
Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα του 2026 δεν είναι αν κάποιος θυμίζει επικοινωνιακά το ΠΑΣΟΚ του 2009.
Είναι εάν οι συγκεκριμένοι αριθμοί του 2026 βγαίνουν.
Αφήστε λοιπόν τον «καλύτερο λαϊκιστή» και βγάλτε το κομπιουτεράκι
Εδώ βρίσκεται και η ουσία.
Ο Μαρινάκης μπορεί τελικά να έχει δίκιο ότι το συνολικό πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ δεν χρηματοδοτείται επαρκώς.
Αλλά αυτό πρέπει να αποδειχθεί, όχι να θεωρηθεί αυτονόητο επειδή το πρόγραμμα περιλαμβάνει πολλές παροχές.
Το ίδιο ακριβώς ζητάμε από τον Ανδρουλάκη: πλήρη κοστολόγηση, συγκεκριμένες πηγές χρηματοδότησης και συμβατότητα με τους δημοσιονομικούς κανόνες.
Και τότε η συζήτηση αποκτά νόημα.
Γιατί το «ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό;» είναι εξαιρετικό ερώτημα.
Το «θα τον πληρώσει ο ελληνικός λαός» χωρίς να προηγηθεί ο λογαριασμός είναι απλώς η απάντηση που βολεύει εκείνον που έκανε την ερώτηση.
Λιγότερο «λεφτά υπάρχουν», λοιπόν, λιγότερο «καλύτερος λαϊκιστής» και περισσότεροι αριθμοί.
Αν το πρόγραμμα Ανδρουλάκη είναι οικονομικά στον αέρα, η κυβέρνηση έχει στα χέρια της τον ευκολότερο τρόπο να το τελειώσει πολιτικά:
να μας δείξει τον λογαριασμό.



