Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επιχειρεί να μετατρέψει την κριτική του Νίκου Ανδρουλάκη για το τουρκολιβυκό μνημόνιο σε ζήτημα εθνικής υπευθυνότητας. Μόνο που η αμφισβήτηση των κυβερνητικών χειρισμών δεν ισοδυναμεί με αποδοχή των τουρκικών αξιώσεων. Και η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από την υποχρέωση να εξηγήσει τις διπλωματικές εξελίξεις.
Όταν η κριτική στην κυβέρνηση βαφτίζεται υποστήριξη της άλλης πλευράς
Υπάρχει μια φράση του Παύλου Μαρινάκη που αξίζει να εξεταστεί πολύ προσεκτικά.
«Όταν μιλάς για ήττα, νομιμοποιείς την άλλη πλευρά».
Με αυτή τη διατύπωση, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιτέθηκε στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, για την κριτική του σχετικά με την κύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή.
Το επιχείρημα ακούγεται αποφασιστικό.
Στην πραγματικότητα, όμως, δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα.
Διότι, αν ακολουθήσουμε τη λογική του, οποιοσδήποτε επισημαίνει μια δυσμενή διπλωματική εξέλιξη κινδυνεύει να κατηγορηθεί ότι ενισχύει τις θέσεις της Τουρκίας.
Δηλαδή, η κυβέρνηση θα μπορούσε να εμφανίζεται ως ο αποκλειστικός εκφραστής των εθνικών συμφερόντων και κάθε διαφορετική αξιολόγηση να αντιμετωπίζεται ως περίπου εθνικά επιζήμια.
Αυτή δεν είναι υγιής αντίληψη για τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Η Ελλάδα δεν ταυτίζεται με καμία κυβέρνηση.
Τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας δεν αποτελούν κομματική ιδιοκτησία.
Και η κριτική στους διπλωματικούς χειρισμούς δεν συνεπάγεται αποδοχή των αξιώσεων της άλλης πλευράς.
Άλλο πράγμα να λες ότι η Τουρκία δεν έχει δίκιο και άλλο να υποστηρίζεις ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έκανε κανένα λάθος.
Οι δύο κρίσεις μπορούν απολύτως να συνυπάρχουν.
Η Τουρκία επιδίωκε την κύρωση. Τώρα γιατί δεν έχει σημασία;
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο υπογράφηκε το 2019.
Η Ελλάδα το απέρριψε εξαρχής, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και παραγνωρίζει τα θαλάσσια δικαιώματα των ελληνικών νησιών.
Αυτή η θέση παραμένει σταθερή.
Όμως υπάρχει ένα πολιτικό ερώτημα που δεν απαντάται με την επανάληψη της νομικής επιχειρηματολογίας.
Γιατί η Τουρκία επέμενε επί χρόνια να εξασφαλίσει την κύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή;
Και γιατί η μεταβολή της στάσης της ανατολικής Λιβύης δεν πρέπει να αξιολογηθεί ως διπλωματική εξέλιξη με ιδιαίτερη σημασία;
Αν η κύρωση δεν προσφέρει τίποτα στην Άγκυρα, τότε γιατί αποτέλεσε αντικείμενο τόσο επίμονης προσπάθειας;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς ότι το μνημόνιο παραμένει παράνομο κατά την ελληνική θέση.
Αυτό αφορά τη νομική διάσταση.
Η μεταστροφή της λιβυκής Βουλής αφορά τη διπλωματική και γεωπολιτική διάσταση.
Και οι δύο πρέπει να εξετάζονται.
Μια συμφωνία μπορεί να μην παράγει νόμιμα δικαιώματα εις βάρος της Ελλάδας, αλλά να χρησιμοποιείται από την Τουρκία ως εργαλείο διπλωματικής πίεσης και πολιτικής επιρροής.
Αυτή η διάκριση δεν συνιστά υποχώρηση.
Συνιστά στοιχειώδη κατανόηση της διεθνούς πολιτικής.
Ο Ανδρουλάκης δεν είναι «προπονητής της εξέδρας» επειδή ασκεί αντιπολίτευση
Ο Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με τη μέθοδο του «προπονητή της εξέδρας».
Πρόκειται για μια βολική παρομοίωση.
Μόνο που ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν είναι ένας τυχαίος σχολιαστής που παρακολουθεί τις εξελίξεις από την κερκίδα.
Είναι πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Ο θεσμικός του ρόλος περιλαμβάνει ακριβώς την άσκηση ελέγχου στην κυβέρνηση.
Και ο έλεγχος αυτός δεν σταματά στα οικονομικά, στην Υγεία ή στην Παιδεία.
Επεκτείνεται και στην εξωτερική πολιτική.
Ασφαλώς, ο χαρακτηρισμός μιας εξέλιξης ως «διπλωματικής ήττας» πρέπει να τεκμηριώνεται.
Δεν αρκεί να χρησιμοποιείται ως πολιτικό σύνθημα.
Αλλά η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει στην ουσία της κριτικής, όχι να αμφισβητεί το δικαίωμα της αντιπολίτευσης να τη διατυπώνει.
Αν ο κ. Μαρινάκης θεωρεί ότι ο κ. Ανδρουλάκης αξιολογεί λανθασμένα τις εξελίξεις, μπορεί να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του.
Να εξηγήσει τι έχει επιτύχει η ελληνική διπλωματία.
Να αναλύσει τις επιπτώσεις της λιβυκής απόφασης.
Να παρουσιάσει τις επόμενες πρωτοβουλίες της Αθήνας.
Αυτό θα ήταν μια ουσιαστική πολιτική απάντηση.
Η κατηγορία ότι η κριτική «νομιμοποιεί την άλλη πλευρά» δεν απαντά στο βασικό ζήτημα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση απορρίπτει το μνημόνιο. Αλλά η Τουρκία δεν σταμάτησε.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επικαλέστηκε την ευρωπαϊκή θέση απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ελληνικές θέσεις είναι αναμφίβολα σημαντική.
Αποτελεί ουσιαστικό διπλωματικό πλεονέκτημα.
Όμως η ύπαρξη ευρωπαϊκής υποστήριξης δεν σημαίνει ότι κάθε κίνηση της Τουρκίας έχει αποτραπεί.
Ούτε ότι η Αθήνα δεν αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς αξιοποιείται αυτή η υποστήριξη στην πράξη.
Πώς επηρεάζει τις κινήσεις της Άγκυρας;
Πώς διαμορφώνει τις σχέσεις με τη Λιβύη;
Πώς συμβάλλει στην προστασία των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων;
Η διπλωματική επιτυχία δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο των ανακοινώσεων των εταίρων μας.
Κρίνεται και από την εξέλιξη των πραγματικών συσχετισμών.
Και η μεταβολή της στάσης της ανατολικής Λιβύης είναι ένας τέτοιος συσχετισμός που χρειάζεται αξιολόγηση.
Η Chevron δεν αποτελεί απάντηση σε κάθε διπλωματικό ερώτημα
Ο Παύλος Μαρινάκης αναφέρθηκε επίσης στις ελληνικές συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης και στις ενεργειακές πρωτοβουλίες, επικαλούμενος την παρουσία της Chevron.
Οι συμφωνίες οριοθέτησης και το ενδιαφέρον μεγάλων ενεργειακών εταιρειών αποτελούν στοιχεία που έχουν σημασία για την ελληνική στρατηγική.
Δεν πρέπει να υποτιμώνται.
Αλλά ούτε μπορούν να χρησιμοποιούνται ως γενική απάντηση σε κάθε ερώτημα για το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η παρουσία μιας ενεργειακής εταιρείας δεν καταργεί αυτομάτως μια διεθνή διεκδίκηση.
Ούτε επιλύει από μόνη της μια διαφορά θαλάσσιας οριοθέτησης.
Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιεί τα ενεργειακά και διπλωματικά της εργαλεία με συνέπεια.
Αλλά η ύπαρξη αυτών των εργαλείων δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να αξιολογεί τις κινήσεις της άλλης πλευράς.
Η εξωτερική πολιτική δεν είναι κατάλογος επιτυχιών που παρουσιάζεται κάθε φορά που προκύπτει ένα δύσκολο ερώτημα.
Είναι διαρκής διαδικασία διαχείρισης κινδύνων, διεκδικήσεων και συμμαχιών.
«Ο διάλογος δεν σημαίνει υποχώρηση» – Σωστά. Αλλά ούτε και επιτυχία από μόνος του.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπερασπίστηκε τον Γιώργο Γεραπετρίτη, επισημαίνοντας ότι η διπλωματική επικοινωνία με την Τουρκία δεν συνεπάγεται υποχώρηση.
Σε αυτό έχει δίκιο.
Ο διάλογος δεν αποτελεί από μόνος του ένδειξη αδυναμίας.
Ακόμη και χώρες με σοβαρές διαφωνίες χρειάζεται να διατηρούν διαύλους επικοινωνίας.
Όμως ισχύει και το αντίστροφο.
Ο διάλογος δεν αποτελεί αυτομάτως απόδειξη επιτυχίας.
Η αποτελεσματικότητά του κρίνεται από τα αποτελέσματα, από την αποτροπή δυσμενών εξελίξεων και από την προστασία των συμφερόντων της χώρας.
Επομένως, η κριτική προς τον υπουργό Εξωτερικών δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν προσωπική επίθεση που απαιτεί άνευ όρων πολιτική κάλυψη.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει την ευθύνη να εξηγεί τη στρατηγική του.
Και η κυβέρνηση έχει την υποχρέωση να απαντά στα ερωτήματα που προκύπτουν.
Τα χωρικά ύδατα και η μόνιμη υπόσχεση του «κατάλληλου χρόνου»
Ο Παύλος Μαρινάκης επανέλαβε ότι η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα της χώρας, το οποίο θα ασκηθεί όταν κριθεί κατάλληλο.
Η θέση αυτή είναι γνωστή.
Το δικαίωμα επέκτασης έως τα 12 ναυτικά μίλια απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Η Ελλάδα το έχει ήδη ασκήσει στο Ιόνιο.
Στο Αιγαίο, όμως, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.
Και εδώ η συζήτηση δεν αφορά το αν η χώρα διαθέτει το δικαίωμα.
Αφορά τον χρόνο, τη στρατηγική και τις προϋποθέσεις άσκησής του.
Η επίκληση του «κατάλληλου χρόνου» αποτελεί κυβερνητική επιλογή.
Δεν μπορεί όμως να μετατρέπεται σε επιχείρημα που αποκλείει κάθε δημόσια συζήτηση.
Η κυβέρνηση δεν είναι υποχρεωμένη να δημοσιοποιεί ευαίσθητες διπλωματικές λεπτομέρειες.
Οφείλει, ωστόσο, να εξηγεί όσο είναι δυνατόν τη γενική στρατηγική της.
Ο πατριωτισμός δεν μετριέται με κυβερνητική πειθαρχία
Το πιο προβληματικό στοιχείο της τοποθέτησης του Παύλου Μαρινάκη δεν είναι η υπεράσπιση της κυβερνητικής πολιτικής.
Αυτή είναι απολύτως αναμενόμενη από έναν κυβερνητικό εκπρόσωπο.
Είναι η προσπάθεια να συνδεθεί η αυστηρή κριτική με την υποτιθέμενη νομιμοποίηση των θέσεων της Τουρκίας.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από σοβαρή εθνική στρατηγική.
Έχει ανάγκη από θεσμική συνέχεια, διπλωματική προετοιμασία και αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών της.
Δεν έχει ανάγκη από μια δημόσια συζήτηση στην οποία όποιος διαφωνεί με την κυβέρνηση πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι δεν εξυπηρετεί την άλλη πλευρά.
Η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων δεν προϋποθέτει σιωπή.
Ούτε η εθνική ενότητα σημαίνει ότι οι κυβερνητικοί χειρισμοί είναι υπεράνω ελέγχου.
Η Τουρκία δεν αποκτά δικαιώματα επειδή ο Νίκος Ανδρουλάκης μιλά για διπλωματική ήττα.
Και η Ελλάδα δεν γίνεται διπλωματικά ισχυρότερη επειδή ο Παύλος Μαρινάκης απορρίπτει την κριτική ως εθνικά επιζήμια.
Η ισχύς μιας χώρας αποδεικνύεται από την πολιτική της, τις συμμαχίες της, τις πρωτοβουλίες της και την ικανότητά της να προστατεύει τα δικαιώματά της.
Όχι από το πόσο αποτελεσματικά αποστομώνει την αντιπολίτευση.
Το ερώτημα που περιμένει απάντηση
Ας δεχθούμε, λοιπόν, όσα υποστηρίζει η κυβέρνηση για τη νομική θέση της Ελλάδας.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν δημιουργεί νόμιμα δικαιώματα εις βάρος της χώρας μας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση το απορρίπτει.
Η Ελλάδα διαθέτει διπλωματικά και ενεργειακά εργαλεία.
Όλα αυτά έχουν σημασία.
Δεν απαντούν όμως στο συγκεκριμένο ερώτημα:
Πώς και γιατί η ανατολική Λιβύη μετακινήθηκε προς τις τουρκικές θέσεις, παρά τις ελληνικές διπλωματικές προσπάθειες;
Αυτό είναι το ερώτημα που οφείλει να απαντήσει η κυβέρνηση.
Όχι επειδή το θέτει ο Νίκος Ανδρουλάκης.
Όχι επειδή το θέτει η αντιπολίτευση.
Αλλά επειδή αφορά τη θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και όσο η απάντηση περιορίζεται στο ότι όποιος μιλά για ήττα «νομιμοποιεί την άλλη πλευρά», τόσο ενισχύεται η εντύπωση ότι η κυβέρνηση προτιμά να αντιπαρατεθεί με εκείνον που θέτει το ερώτημα παρά να εξηγήσει πλήρως την εξέλιξη.
Η εθνική υπευθυνότητα δεν απαιτεί να συμφωνούμε όλοι με τον Παύλο Μαρινάκη. Απαιτεί να μπορούμε να συζητούμε σοβαρά ακόμη και τις δυσάρεστες διπλωματικές εξελίξεις, χωρίς να μετατρέπεται η πολιτική διαφωνία σε κατηγορία εθνικής μειοδοσίας.



