Μια φράση του Παύλου Μαρινάκη στη συνέντευξή του στο Mega ίσως περιγράφει καλύτερα από οποιαδήποτε κυβερνητική παρουσίαση το πραγματικό πρόβλημα:
«Δεν έχουμε αυταπάτη ότι φτάνουν τα μέτρα».
Η παραδοχή έχει σημασία.
Διότι μεταφέρει τη συζήτηση από το αν υπάρχουν κυβερνητικές παρεμβάσεις —υπάρχουν— στο πολύ δυσκολότερο ερώτημα: είναι αρκετές σε σχέση με την πίεση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά;
Και εδώ οι αριθμοί είναι πολύ πιο χρήσιμοι από τα πολιτικά συνθήματα.
Πληθωρισμός 3,8% και στέγαση σχεδόν +10%
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο ετήσιος πληθωρισμός τον Αύγουστο του 2026 βρισκόταν στο 3,8%.
Πίσω όμως από τον γενικό δείκτη υπάρχουν πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις σε κατηγορίες που δύσκολα μπορεί ένα νοικοκυριό να αποφύγει.
Η στέγαση καταγράφει ετήσια αύξηση 9,7%, οι μεταφορές 7,7%, τα ξενοδοχεία-καφέ-εστιατόρια 6%, η ένδυση και υπόδηση 5,3% και η εκπαίδευση 2,8%.
Άρα η πίεση που περιγράφει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν είναι αφηρημένη.
Αποτυπώνεται στα επίσημα στοιχεία.
Τα νοικοκυριά δαπανούν ήδη 5,5% περισσότερα
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ που δημοσιεύθηκε μόλις στις 25 Σεπτεμβρίου.
Η μέση ετήσια δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών το 2025 έφθασε τα 21.842,40 ευρώ, από 20.694,48 ευρώ το 2024.
Πρόκειται για αύξηση 5,5% μέσα σε έναν χρόνο.
Η μέση μηνιαία δαπάνη διαμορφώθηκε στα 1.820,20 ευρώ. Από τον οικογενειακό προϋπολογισμό, το 20,4% κατευθύνεται στα τρόφιμα, το 14,7% στη στέγαση και το 13,6% στις μεταφορές.
Μόνο αυτές οι τρεις βασικές κατηγορίες απορροφούν σχεδόν το μισό της μέσης καταναλωτικής δαπάνης.
Και για όσους νοικιάζουν σπίτι, η εικόνα γίνεται ακόμη δυσκολότερη: κατά μέσο όρο διαθέτουν 23,4% του συνολικού μηνιαίου προϋπολογισμού τους στη στέγαση.
Επομένως, όταν ο Μαρινάκης παραδέχεται ότι τα μέτρα δεν φτάνουν, υπάρχει σαφής στατιστική βάση που εξηγεί γιατί.
Τα 15 λεπτά στο diesel: βοήθεια, αλλά για δεκαπέντε ημέρες
Ας δούμε και το μέτρο που βρίσκεται σήμερα στην πρώτη γραμμή των κυβερνητικών ανακοινώσεων.
Η επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης αυξάνεται από τα 10 στα 15 λεπτά ανά λίτρο — 12 λεπτά προ ΦΠΑ — για την περίοδο 1 έως 15 Οκτωβρίου.
Το δημοσιονομικό κόστος της συγκεκριμένης παρέμβασης υπολογίζεται από την κυβέρνηση στα 20 εκατ. ευρώ.
Άρα πρέπει να είμαστε ακριβείς.
Δεν πρόκειται αυτή τη στιγμή για μόνιμη μείωση της φορολογίας των καυσίμων.
Πρόκειται για προσωρινή επιδότηση δεκαπέντε ημερών.
Για έναν οδηγό που θα αγοράσει 50 λίτρα diesel, η διαφορά των 15 λεπτών αντιστοιχεί περίπου σε 7,50 ευρώ στην αντλία.
Για 100 λίτρα, περίπου 15 ευρώ.
Η παρέμβαση επομένως μειώνει πράγματι το κόστος. Το ερώτημα όμως για τον οικογενειακό προϋπολογισμό είναι η διάρκεια και η κλίμακά της, ιδιαίτερα όταν οι μεταφορές εμφάνιζαν τον Αύγουστο ετήσια αύξηση 7,7%.
«Δίνουμε ό,τι αντέχει η οικονομία» – τι δείχνει ο προϋπολογισμός;
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.
Ο Μαρινάκης υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση επιστρέφει στην κοινωνία όσα επιτρέπουν τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Αυτό δεν μπορεί να απορριφθεί απλώς με το επιχείρημα ότι «υπάρχει πλεόνασμα».
Οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες, οι στόχοι δαπανών, η εξυπηρέτηση του χρέους και οι μελλοντικές υποχρεώσεις σημαίνουν ότι ένα καλύτερο ταμειακό αποτέλεσμα δεν μετατρέπεται αυτομάτως ολόκληρο σε διαθέσιμα χρήματα για παροχές.
Τι δείχνουν όμως τα τελευταία επίσημα στοιχεία;
Στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2026, το πρωτογενές αποτέλεσμα του κρατικού προϋπολογισμού ήταν πλεόνασμα 6,534 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 4,989 δισ.
Η φαινομενική διαφορά είναι περίπου 1,545 δισ. ευρώ.
Όμως το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών εξηγεί ότι μεγάλο μέρος αυτής της διαφοράς προέρχεται από χρονικές μετατοπίσεις πληρωμών και άλλους παράγοντες. Μετά τις προσαρμογές που αναφέρει το υπουργείο, η ουσιαστική υπέρβαση του πρωτογενούς αποτελέσματος έναντι του στόχου περιορίζεται στα 219 εκατ. ευρώ.
Αυτό είναι σημαντικό γιατί αποτρέπει μια εύκολη αλλά λανθασμένη σύγκριση του τύπου «υπάρχουν 1,5 δισ. παραπάνω, γιατί δεν τα μοιράζουν;».
Δεν είναι έτσι.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο στοιχείο.
Τα φορολογικά έσοδα, μετά την αφαίρεση ειδικών ποσών που επισημαίνει το υπουργείο, ανήλθαν στα 49,04 δισ. ευρώ, δηλαδή ήταν 1,353 δισ. ή 2,8% πάνω από τον στόχο.
Άρα η πολιτική συζήτηση για το πού κατευθύνεται ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος είναι απολύτως θεμιτή.
Δεν είναι όμως το ίδιο πράγμα με τον ισχυρισμό ότι υπάρχει ανεξάντλητο αποθεματικό που μπορεί να δαπανηθεί χωρίς συνέπειες.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι η αγοραστική δύναμη
Υπάρχει ένας ακόμη αριθμός που βάζει τη σημερινή συζήτηση σε πολύ μεγαλύτερο χρονικό πλαίσιο.
Στη νέα έκδοση της Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης στην Ευρώπη, το πραγματικό διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα της Ελλάδας το 2025 εμφανίζεται 22,3% χαμηλότερο από το επίπεδο του 2010.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, αντίθετα, ήταν 25,4% υψηλότερο από το 2010.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το εισόδημα των Ελλήνων μειώθηκε 22,3% μέσα στη σημερινή κυβερνητική περίοδο — κάτι τέτοιο θα ήταν λανθασμένο συμπέρασμα.
Το σημείο εκκίνησης είναι το 2010 και στο διάστημα μεσολάβησε η βαθιά οικονομική κρίση.
Δείχνει όμως κάτι εξαιρετικά σημαντικό:
η Ελλάδα εξακολουθεί να κουβαλά ένα μεγάλο ιστορικό έλλειμμα πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.
Γι’ αυτό και οι αυξήσεις τιμών γίνονται αισθητές τόσο έντονα.
Η κυβέρνηση έχει ένα επιχείρημα – αλλά και ένα δύσκολο ερώτημα
Η κυβερνητική θέση έχει οικονομική λογική: οι μόνιμες δαπάνες πρέπει να χρηματοδοτούνται με τρόπο που να μη δημιουργεί δημοσιονομικό πρόβλημα και η οικονομία δεν διαθέτει απεριόριστους πόρους.
Ταυτόχρονα, όμως, τα επίσημα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η πίεση στα νοικοκυριά παραμένει σοβαρή.
Πληθωρισμός 3,8%.
Στέγαση +9,7%.
Μεταφορές +7,7%.
Μέση οικογενειακή δαπάνη +5,5% μέσα σε έναν χρόνο.
Και πραγματικό διάμεσο εισόδημα που, παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, εξακολουθούσε το 2025 να βρίσκεται αισθητά χαμηλότερα από το 2010.
Έτσι η φράση «δεν έχουμε αυταπάτη ότι φτάνουν τα μέτρα» ίσως είναι η σημαντικότερη της συνέντευξης.
Γιατί η πραγματική πολιτική και οικονομική συζήτηση δεν είναι αν τα 15 λεπτά στο diesel αποτελούν ελάφρυνση. Αποτελούν.
Ούτε αν οι 120 δόσεις μπορούν να βοηθήσουν έναν οφειλέτη. Μπορούν.
Το ερώτημα είναι διαφορετικό:
Όταν η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η πίεση είναι μεγαλύτερη από την ανακούφιση που προσφέρουν τα μέτρα, ποια είναι η μακροπρόθεσμη απάντηση στο πρόβλημα της αγοραστικής δύναμης;
Γιατί οι προσωρινές επιδοτήσεις μπορούν να απορροφήσουν ένα μέρος ενός σοκ.
Δεν μπορούν από μόνες τους να υποκαταστήσουν τη μόνιμη αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.



