Μαρινάκης: Επικαλείται τους ευρωπαϊκούς κανόνες για τα μέτρα στήριξης, αλλά ζητά εξαίρεση από αυτούς – Τα ερωτήματα για την κυβερνητική επιχειρηματολογία

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπερασπίζεται την ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ η κυβέρνηση ζητά μεγαλύτερη ευελιξία από την Ευρωπαϊκή Ένωση για να αντιμετωπίσει την ακρίβεια. Παράλληλα, προβάλλει δημοσκοπικά ποσοστά 30%–31% και επιμένει στην αυτοδυναμία, παρά τη συζήτηση για τον πήχη του 25%.

Οι δημοσιονομικοί κανόνες ως απάντηση στην ακρίβεια

Μια ενδιαφέρουσα αντίφαση αναδεικνύεται από τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου.

Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση επικαλείται τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες για να εξηγήσει γιατί δεν μπορεί να προχωρήσει ανεμπόδιστα σε πρόσθετα μέτρα οικονομικής στήριξης.

Από την άλλη, ο ίδιος ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ζητά από την Ευρωπαϊκή Ένωση μεγαλύτερη ευελιξία, ώστε να μπορέσουν να χρηματοδοτηθούν επιπλέον παρεμβάσεις.

Η συνύπαρξη αυτών των δύο θέσεων δεν είναι κατ’ ανάγκην αντιφατική. Μια κυβέρνηση μπορεί να τηρεί τους ισχύοντες κανόνες και ταυτόχρονα να ζητά την αλλαγή ή την προσωρινή χαλάρωσή τους.

Η πολιτική αντίφαση εμφανίζεται όταν η κυβέρνηση παρουσιάζει τους κανόνες ως αυστηρό περιορισμό στις δικές της δυνατότητες, ενώ αντιμετωπίζει την κριτική της αντιπολίτευσης περίπου ως άγνοια της δημοσιονομικής πραγματικότητας.

Εφόσον η ίδια αναγνωρίζει ότι χρειάζεται μεγαλύτερος δημοσιονομικός χώρος, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν περιορισμοί.

Είναι ποιες παρεμβάσεις θεωρεί αναγκαίες, πόσο κοστίζουν και γιατί δεν έχουν εξασφαλιστεί οι απαιτούμενοι πόροι για την εφαρμογή τους.

«Δεν μπορούμε να δώσουμε περισσότερα» – Αλλά τι ακριβώς ζητά η κυβέρνηση;

Ο Παύλος Μαρινάκης εξήγησε ότι το νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο περιλαμβάνει συγκεκριμένα όρια στις δημόσιες δαπάνες.

Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να ανακοινώνει διαρκώς νέα μέτρα χωρίς να λαμβάνει υπόψη αυτούς τους περιορισμούς.

Η επισήμανση έχει πραγματική βάση: οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες επηρεάζουν τη δυνατότητα των κρατών να αυξάνουν τις καθαρές δημόσιες δαπάνες τους.

Ωστόσο, η παρουσίασή τους ως μιας σχεδόν απόλυτης απαγόρευσης νέων παρεμβάσεων απλουστεύει ένα πιο σύνθετο πλαίσιο.

Οι δυνατότητες μιας κυβέρνησης εξαρτώνται, μεταξύ άλλων, από το εγκεκριμένο δημοσιονομικό της σχέδιο, την εξέλιξη των εσόδων, τη σύνθεση των δαπανών, τις δυνατότητες ανακατανομής πόρων και τους ειδικούς κανόνες που ισχύουν για έκτακτες περιστάσεις.

Η ύπαρξη ορίων δεν σημαίνει ότι κάθε πρόσθετη κοινωνική παρέμβαση απαιτεί υποχρεωτικά έναν νέο φόρο.

Μπορεί να χρειάζονται περικοπές ή ανακατανομές άλλων δαπανών, αλλαγές στις δημοσιονομικές προτεραιότητες ή αξιοποίηση επιτρεπόμενων περιθωρίων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τέτοιες επιλογές είναι εύκολες ή χωρίς συνέπειες.

Σημαίνει ότι αποτελούν πολιτικές αποφάσεις που χρειάζονται συγκεκριμένη τεκμηρίωση.

Επομένως, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει ποια ακριβώς δημοσιονομική εξαίρεση ζητά, ποια μέτρα θα χρηματοδοτήσει και ποιο θα είναι το κόστος τους.

Χωρίς αυτές τις πληροφορίες, οι πολίτες δεν μπορούν να γνωρίζουν τι θα αλλάξει πρακτικά εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεχθεί το αίτημα.

Η επίθεση στην αντιπολίτευση και το επιχείρημα των νέων φόρων

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατηγόρησε τα κόμματα της αντιπολίτευσης ότι εξαγγέλλουν πρόσθετες παροχές χωρίς να υπολογίζουν τους δημοσιονομικούς περιορισμούς.

Άφησε μάλιστα να εννοηθεί ότι οι προτάσεις τους θα απαιτούσαν νέους φόρους.

Η κοστολόγηση των προτάσεων είναι ασφαλώς αναγκαία.

Κάθε κόμμα που προτείνει αυξήσεις δαπανών ή μειώσεις φόρων οφείλει να εξηγεί πώς θα χρηματοδοτηθούν.

Αυτός, όμως, είναι ένας κανόνας που πρέπει να ισχύει για όλους.

Και για την αντιπολίτευση και για την κυβέρνηση.

Εάν το Μέγαρο Μαξίμου θεωρεί αναγκαία πρόσθετα μέτρα λόγω της ακρίβειας, χρειάζεται να παρουσιάσει το δημοσιονομικό τους αποτύπωμα και τις εναλλακτικές δυνατότητες χρηματοδότησης.

Δεν αρκεί να επικαλείται τους περιορισμούς όταν απαντά στην αντιπολίτευση και τη δυνατότητα εξαίρεσης όταν παρουσιάζει τις δικές του πρωτοβουλίες.

Η πραγματική συζήτηση πρέπει να αφορά συγκεκριμένα ποσά, μέτρα και επιλογές.

Το επιχείρημα της επιστροφής στην επιτήρηση

Ο Παύλος Μαρινάκης διερωτήθηκε αν κάποιοι επιθυμούν επιστροφή σε εποχές οικονομικής επιτήρησης.

Η αναφορά αυτή συνδέει τις προτάσεις για πρόσθετες κοινωνικές δαπάνες με την εμπειρία της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης.

Πρόκειται για ένα πολιτικά φορτισμένο επιχείρημα.

Η αποφυγή δημοσιονομικών κινδύνων αποτελεί ασφαλώς σημαντικό στόχο.

Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι κάθε πρόταση πρόσθετης στήριξης οδηγεί σε δημοσιονομική εκτροπή.

Για να αξιολογηθεί ένας τέτοιος κίνδυνος, χρειάζονται συγκεκριμένα στοιχεία: το ύψος της δαπάνης, η διάρκειά της, η χρηματοδότησή της και η επίδρασή της στους δημοσιονομικούς στόχους.

Η ιστορική εμπειρία της κρίσης δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτή την αξιολόγηση.

Ιδιαίτερα όταν η ίδια η κυβέρνηση επιδιώκει πρόσθετη ευρωπαϊκή ευελιξία για να λάβει νέα μέτρα.

Πετρέλαιο θέρμανσης: Οι ανακοινώσεις και τα πραγματικά ερωτήματα

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος προανήγγειλε ανακοινώσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης την Τετάρτη.

Η κυβερνητική παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της χειμερινής περιόδου, καθώς το ενεργειακό κόστος επηρεάζει άμεσα τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Ωστόσο, πριν από τις επίσημες ανακοινώσεις δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί το πραγματικό εύρος της νέας στήριξης.

Τα κρίσιμα ερωτήματα αφορούν το ύψος των ενισχύσεων, τους δικαιούχους, τα εισοδηματικά κριτήρια, τη διαφοροποίηση ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες και τη σχέση των μέτρων με τις πραγματικές τιμές των καυσίμων.

Έχει σημασία επίσης να διευκρινιστεί αν πρόκειται για ενίσχυση που καλύπτει ουσιαστικό μέρος της επιβάρυνσης ή για περιορισμένη οικονομική ανακούφιση.

Η αποτελεσματικότητα ενός μέτρου δεν κρίνεται μόνο από το συνολικό κονδύλι που ανακοινώνεται.

Κρίνεται και από το πόσο μειώνει το πραγματικό κόστος για τα νοικοκυριά που αντιμετωπίζουν τη μεγαλύτερη πίεση.

Ο πήχης του 25% και η επιμονή στην αυτοδυναμία

Η δεύτερη σημαντική πτυχή της ενημέρωσης αφορά τις εκλογικές επιδιώξεις της Νέας Δημοκρατίας.

Ο Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι οι δημοσκοπήσεις δίνουν στο κυβερνών κόμμα ποσοστά 30%–31% στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος.

Παράλληλα, επέμεινε ότι ο στόχος παραμένει η αυτοδυναμία.

Εδώ χρειάζεται μια βασική διάκριση.

Η εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος δεν ταυτίζεται με την πρόθεση ψήφου.

Πρόκειται για διαφορετικές μετρήσεις, οι οποίες δεν πρέπει να παρουσιάζονται ως ισοδύναμες.

Επιπλέον, τα ποσοστά που επικαλέστηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν συνοδεύτηκαν, στο υλικό που παρατέθηκε, από συγκεκριμένες δημοσκοπήσεις, ημερομηνίες και μεθοδολογικά στοιχεία.

Επομένως, δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί από αυτή την τοποθέτηση αν όλες οι μετρήσεις συγκλίνουν πράγματι στο εύρος που περιγράφει.

Αλλά ακόμη και αν η εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος βρίσκεται στο 30%–31%, αυτό δεν ισοδυναμεί με εξασφαλισμένη αυτοδυναμία.

Η κατανομή των εδρών εξαρτάται από το συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα και από το ποσοστό των ψήφων που λαμβάνουν κόμματα τα οποία μένουν εκτός Βουλής.

Συνεπώς, η επανάληψη του στόχου της αυτοδυναμίας δεν απαντά στο ερώτημα πώς συνδέεται αυτός ο στόχος με τον πήχη του 25% που τέθηκε στη δημόσια συζήτηση.

Το 25% δεν είναι απλώς ένας αριθμός

Η συζήτηση για το 25% αφορά και την πολιτική ερμηνεία του εκλογικού αποτελέσματος.

Άλλο είναι ο στόχος σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης και άλλο το ποσοστό που μπορεί να θεωρηθεί πολιτικά ικανοποιητικό για την ηγεσία ενός κόμματος.

Ο Παύλος Μαρινάκης παρουσίασε την τοποθέτηση του πρωθυπουργού ως μια ειλικρινή απάντηση που κλείνει το ζήτημα.

Ωστόσο, η ύπαρξη δύο διαφορετικών αριθμητικών αναφορών —του 25% στη συζήτηση για την ηγεσία και του 30%–31% στις δημοσκοπικές εκτιμήσεις— καθιστά αναγκαία μια σαφέστερη πολιτική εξήγηση.

Η αυτοδυναμία αποτελεί έναν εκλογικό στόχο.

Η αξιολόγηση της ηγεσίας μετά τις κάλπες αποτελεί διαφορετικό ζήτημα, το οποίο εξαρτάται και από τις εσωκομματικές διαδικασίες.

Η ταύτισή τους δεν βοηθά να ξεκαθαρίσει η συζήτηση.

Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται στα μέτρα που θα ανακοινωθούν

Η ενημέρωση του κυβερνητικού εκπροσώπου περιλάμβανε αναφορές σε δράσεις για την υγεία, την παιδική παχυσαρκία, την απασχόληση, τη φοιτητική στέγη και τους βρεφονηπιακούς σταθμούς.

Πρόκειται για τομείς με σημαντικό κοινωνικό ενδιαφέρον.

Όμως η αξιολόγηση των κυβερνητικών παρεμβάσεων απαιτεί στοιχεία για την εφαρμογή και τα αποτελέσματά τους.

Το ίδιο ισχύει και για την οικονομική στήριξη απέναντι στην ακρίβεια.

Οι πολίτες χρειάζεται να γνωρίζουν ποια μέτρα έχουν ήδη εφαρμοστεί, ποιοι ωφελήθηκαν, τι οικονομική ανακούφιση προέκυψε και ποιες ανάγκες εξακολουθούν να μένουν ακάλυπτες.

Η επίκληση της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής πειθαρχίας είναι ένα μέρος της εξήγησης.

Δεν αρκεί όμως ως πλήρης απάντηση στο ερώτημα αν οι κυβερνητικές προτεραιότητες ανταποκρίνονται στις σημερινές κοινωνικές ανάγκες.

Το κρίσιμο δεν είναι αν η κυβέρνηση μπορεί να επικαλεστεί τους ευρωπαϊκούς κανόνες ή αν η αντιπολίτευση μπορεί να υποσχεθεί περισσότερα. Είναι ποιες λύσεις μπορούν να χρηματοδοτηθούν, να εφαρμοστούν και να προσφέρουν μετρήσιμη ανακούφιση.

Η ανακοίνωση των μέτρων για το πετρέλαιο θέρμανσης θα αποτελέσει ένα συγκεκριμένο πεδίο αξιολόγησης αυτής της πολιτικής.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ