Όταν τελειώνουν οι απαντήσεις, αρχίζει ο «λαϊκισμός»: Ο Μαρινάκης επιτίθεται στον Σαμαρά αλλά αφήνει τα ερωτήματα αναπάντητα

Υπάρχει ένας πολύ βολικός τρόπος να αντιμετωπίζεις μια δύσκολη πολιτική κριτική: αντί να απαντήσεις στα επιχειρήματα, χαρακτηρίζεις εκείνον που τα διατυπώνει.

Και κάπως έτσι, η κριτική του Αντώνη Σαμαρά για τη Βόρεια Μακεδονία έγινε πλέον, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, «λαϊκίστικη κριτική».

Ωραία.

Αλλά ας αφήσουμε για λίγο τις ταμπέλες και ας επιστρέψουμε στα πραγματικά ερωτήματα.

Γιατί ο Σαμαράς δεν είπε απλώς ότι «δεν του αρέσει» η κυβερνητική εξωτερική πολιτική.

Έθεσε συγκεκριμένο ζήτημα με αφορμή τις αναφορές της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε «μακεδονική γλώσσα» και «μακεδονικό πολιτισμό».

Και επ’ αυτού η απάντηση δεν μπορεί να είναι:

«Λαϊκισμός».

Η απάντηση πρέπει να είναι πολιτική.

Και συγκεκριμένη.

Προχθές η Ελλάδα είχε το κλειδί – σήμερα έχουμε «λαϊκισμό»

Υπάρχει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.

Όταν ο Σαμαράς έκανε την παρέμβασή του, η πρώτη απάντηση του Παύλου Μαρινάκη ήταν ότι:

«Ο δρόμος της Βόρειας Μακεδονίας προς την Ευρώπη περνάει μέσα από την Ελλάδα».

Και συμπλήρωνε ότι η ευρωπαϊκή πορεία της γειτονικής χώρας προϋποθέτει «απαρέγκλιτο σεβασμό των συμφωνηθέντων».

Σωστά.

Αλλά αν ο δρόμος προς την Ευρώπη περνάει πράγματι μέσα από την Ελλάδα, τότε η Ελλάδα διαθέτει έναν εξαιρετικά ισχυρό διαπραγματευτικό μοχλό.

Αυτό ακριβώς είναι το θέμα.

Και συνεπώς το ερώτημα είναι απλό:

Πώς χρησιμοποιείται αυτός ο μοχλός;

Τι ακριβώς έχει απαιτήσει η Αθήνα;

Ποιες συγκεκριμένες ενέργειες έχει κάνει;

Ποια ζητήματα έχει θέσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Και κυρίως:

Τι αποτέλεσμα είχαν;

Αυτές είναι απαντήσεις.

Το «λαϊκισμός» δεν είναι απάντηση.

Είναι χαρακτηρισμός.

Δηλαδή όποιος ρωτά για τη «μακεδονική γλώσσα» είναι λαϊκιστής;

Και εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο ενδιαφέροντα.

Διότι το ζήτημα που έθεσε ο Σαμαράς δεν έμεινε μόνο στον Σαμαρά.

Οι ευρωβουλευτές του ΠΑΣΟΚ Γιάννης Μανιάτης και Σάκης Αρναούτογλου κατέθεσαν ερώτηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την επίμαχη ορολογία, ζητώντας διευκρινίσεις.

Άρα τι ακριβώς συμβαίνει;

Είναι και αυτοί λαϊκιστές;

Ή μήπως υπάρχει πράγματι ένα ζήτημα που δικαιολογεί πολιτικές και θεσμικές απαντήσεις;

Δεν χρειάζεται κάποιος να συμφωνεί με ολόκληρη την πολιτική διαδρομή του Αντώνη Σαμαρά για να αντιληφθεί το αυτονόητο:

Ένα επιχείρημα δεν ακυρώνεται επειδή χαρακτηρίστηκε «λαϊκίστικο».

Ακυρώνεται όταν απαντηθεί.

Η κυβέρνηση λέει ότι θα κινείται «με βάση το συμφέρον της χώρας»

Ο Παύλος Μαρινάκης δήλωσε επίσης ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να κινείται «με βάση το συμφέρον της χώρας».

Αλλά αυτό δεν είναι πολιτική θέση.

Είναι αυτονόητη υποχρέωση κάθε κυβέρνησης.

Υπάρχει άραγε ελληνική κυβέρνηση που θα δήλωνε ότι κινείται εναντίον του συμφέροντος της χώρας;

Το ζήτημα δεν είναι λοιπόν εάν η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι υπερασπίζεται το εθνικό συμφέρον.

Το ζήτημα είναι πώς το υπερασπίζεται και με ποια αποτελέσματα.

Εκεί κρίνεται η πολιτική.

Όχι στις διακηρύξεις.

Και κάπου εμφανίζεται ξανά ο Τσίπρας

Στην προηγούμενη κυβερνητική απάντηση υπήρχε και το άλλο γνώριμο επιχείρημα:

Για όσα συνέβησαν στο παρελθόν, ο λογαριασμός πρέπει να αναζητηθεί στον Αλέξη Τσίπρα και σε εκείνους που ψήφισαν τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Βεβαίως.

Η Συμφωνία των Πρεσπών υπογράφηκε και κυρώθηκε επί κυβέρνησης Τσίπρα.

Και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε προειδοποιήσει ότι, εφόσον κυρωθεί, δεν μπορεί να ακυρωθεί μονομερώς.

Όλα αυτά είναι γνωστά.

Αλλά υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.

Ο Αλέξης Τσίπρας έπαψε να είναι πρωθυπουργός το 2019.

Από τότε κυβερνά ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Επτά χρόνια αργότερα, λοιπόν, δεν μπορεί κάθε νέο πρόβλημα στην εφαρμογή μιας διεθνούς συμφωνίας να απαντάται αποκλειστικά με το:

«Φταίει ο Τσίπρας που την υπέγραψε».

Γιατί άλλο ποιος υπέγραψε μια συμφωνία και άλλο ποιος έχει σήμερα την ευθύνη να απαιτεί την εφαρμογή της.

Και αυτή την ευθύνη σήμερα την έχει η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται ότι έχει όπλο στα χέρια της

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση.

Η κυβέρνηση λέει:

«Ο δρόμος της Βόρειας Μακεδονίας προς την Ευρώπη περνά μέσα από την Ελλάδα».

Εξαιρετικά.

Τότε χρησιμοποιήστε το.

Αυτό δεν είναι λαϊκισμός.

Είναι η λογική συνέπεια της ίδιας της κυβερνητικής θέσης.

Εάν η Αθήνα θεωρεί ότι υπάρχουν παραβιάσεις των συμφωνηθέντων, έχει ένα πανίσχυρο ευρωπαϊκό εργαλείο πίεσης.

Εάν θεωρεί ότι δεν υπάρχουν παραβιάσεις, ας το πει καθαρά.

Εάν θεωρεί ότι οι αναφορές περί «μακεδονικού πολιτισμού» δεν δημιουργούν κανένα πρόβλημα, ας το εξηγήσει.

Εάν θεωρεί ότι δημιουργούν, ας μας πει τι έκανε.

Τόσο απλά.

Από πότε η διαφωνία στα εθνικά ζητήματα έγινε «λαϊκισμός»;

Υπάρχει όμως και ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα.

Ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι ένας τυχαίος σχολιαστής του διαδικτύου.

Υπήρξε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.

Υπήρξε πρωθυπουργός της χώρας.

Και το Σκοπιανό αποτελεί κομμάτι ολόκληρης της πολιτικής του διαδρομής.

Μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί μαζί του.

Μπορεί να του καταλογίσει λάθη.

Μπορεί να θεωρεί υπερβολική τη ρητορική του.

Αλλά όταν θέτει ένα συγκεκριμένο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, η σοβαρή απάντηση είναι να αντικρούσεις το επιχείρημά του.

Όχι να του κολλήσεις την ετικέτα του λαϊκιστή και να θεωρήσεις ότι τελείωσε η συζήτηση.

Γιατί με αυτή τη λογική, αύριο οποιαδήποτε κριτική στην εξωτερική πολιτική μπορεί να βαφτίζεται «λαϊκισμός».

Και αυτό είναι εξαιρετικά βολικό.

Δεν είναι όμως ιδιαίτερα πειστικό.

Οι χαρακτηρισμοί είναι εύκολοι – οι απαντήσεις δύσκολες

Ο Παύλος Μαρινάκης μπορεί ασφαλώς να θεωρεί λαϊκιστική την κριτική Σαμαρά.

Είναι πολιτικό του δικαίωμα.

Αλλά μετά τον χαρακτηρισμό εξακολουθούν να υπάρχουν τα ίδια ερωτήματα:

Τι ακριβώς έκανε η Ελλάδα μετά τις συγκεκριμένες αναφορές της προέδρου της Κομισιόν;

Τι έχει θέσει στα ευρωπαϊκά όργανα;

Ποια είναι η ελληνική κόκκινη γραμμή;

Και πώς ακριβώς θα χρησιμοποιηθεί το γεγονός ότι –όπως λέει η ίδια η κυβέρνηση– ο ευρωπαϊκός δρόμος της Βόρειας Μακεδονίας περνά μέσα από την Ελλάδα;

Απαντήστε σε αυτά.

Και μετά συζητάμε και για τον λαϊκισμό.

Γιατί στην πολιτική –και ακόμη περισσότερο στην εξωτερική πολιτική– οι χαρακτηρισμοί μπορεί να δημιουργούν τίτλους.

Τα επιχειρήματα όμως είναι εκείνα που δημιουργούν πολιτική.

Και μέχρι στιγμής, στο συγκεκριμένο ζήτημα, η λέξη «λαϊκισμός» μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια αποφυγής της συζήτησης παρά με απάντηση στον Αντώνη Σαμαρά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ