Τουρκολιβυκό μνημόνιο: Η Άγκυρα πανηγυρίζει στη Λιβύη και ο Μαρινάκης ενοχλείται από τη λέξη «ήττα»!

Κύριε Μαρινάκη, η εξωτερική πολιτική δεν είναι γήπεδο – Αλλά ούτε και η διπλωματική αποτυχία εξαφανίζεται επειδή είναι παράνομη!

Η κυβέρνηση επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο για να αποκρούσει την κριτική για το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Μόνο που άλλο η νομική ακυρότητα μιας συμφωνίας και άλλο η αδυναμία αποτροπής των πολιτικών και διπλωματικών συνεπειών της.

Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να έχεις το δίκιο με το μέρος σου και στο να καταφέρνεις να το επιβάλεις στη διεθνή πραγματικότητα.

Αυτή ακριβώς τη διαφορά φαίνεται να παρακάμπτει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, επιχειρώντας να αποκρούσει την κριτική για τις εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Μιλώντας στο ERTnews, ο κ. Μαρινάκης υποστήριξε ότι η εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να αναλύεται με «γηπεδικούς όρους», με αναφορές σε νίκες και ήττες.

Και προχώρησε ακόμη περισσότερο.

Κατά την επιχειρηματολογία του, όποιος χαρακτηρίζει μια εξέλιξη «ήττα» της Ελλάδας κινδυνεύει, έστω και άθελά του, να νομιμοποιήσει την παράνομη ενέργεια της Τουρκίας.

Είναι μια θέση που ακούγεται πατριωτική.

Μόνο που, αν την εξετάσει κανείς σοβαρά, οδηγεί σε ένα εξαιρετικά βολικό συμπέρασμα για την κυβέρνηση:

Όταν η Τουρκία προχωρά σε μια παράνομη ενέργεια, η Ελλάδα δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί ότι υπέστη διπλωματικό πλήγμα, επειδή η ενέργεια ήταν παράνομη!

Με αυτή τη λογική, όμως, η εξωτερική πολιτική παύει να αξιολογείται από τα αποτελέσματά της.

Και η κυβέρνηση απαλλάσσεται από την υποχρέωση να εξηγήσει τι κατάφερε να αποτρέψει.

Η Λιβύη άλλαξε στάση – Αυτό είναι το γεγονός που δεν εξαφανίζεται

Ας ξεκινήσουμε από την πραγματικότητα.

Στις 20 Οκτωβρίου 2026, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, που εδρεύει στην ανατολική πλευρά της χώρας, ενέκρινε το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.

Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη.

Το συγκεκριμένο κοινοβούλιο είχε προηγουμένως αντιταχθεί στη συμφωνία της Τουρκίας με την κυβέρνηση της Τρίπολης.

Τώρα, όμως, άλλαξε θέση.

Αυτό σημαίνει ότι η Άγκυρα κατάφερε να εξασφαλίσει την υποστήριξη ενός πολιτικού και θεσμικού κέντρου της Λιβύης που επί χρόνια αντιστεκόταν στη συγκεκριμένη συμφωνία.

Η εξέλιξη δεν καθιστά το μνημόνιο νόμιμο έναντι της Ελλάδας.

Δεν καταργεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών.

Δεν αναιρεί τις ευρωπαϊκές θέσεις.

Αλλά αποτελεί πολιτική και διπλωματική μεταβολή υπέρ της τουρκικής στρατηγικής.

Και αυτή είναι μια πραγματικότητα που η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να αξιολογήσει.

Το γεγονός ότι η Τουρκία δεν αποκτά αυτομάτως νόμιμα δικαιώματα δεν σημαίνει ότι δεν αποκτά πρόσθετα πολιτικά ερείσματα.

Αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης.

Και αυτή την ουσία δεν μπορεί να την εξαφανίσει καμία λεκτική αντιπαράθεση για το αν επιτρέπεται να χρησιμοποιούμε τη λέξη «ήττα».

Κύριε Μαρινάκη, κανείς δεν είπε ότι το παράνομο γίνεται νόμιμο

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιμένει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι παράνομο και ανυπόστατο.

Στο συγκεκριμένο ζήτημα η ελληνική θέση έχει ισχυρή ευρωπαϊκή υποστήριξη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επανειλημμένα ξεκαθαρίσει ότι η συμφωνία παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συμμορφώνεται με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες εις βάρος τους.

Η ίδια θέση επαναλήφθηκε και μετά την πρόσφατη απόφαση του λιβυκού κοινοβουλίου.

Αυτό αποτελεί σημαντικό διπλωματικό στήριγμα για την Ελλάδα.

Κανένας σοβαρός επικριτής της κυβέρνησης δεν χρειάζεται να το υποβαθμίσει.

Όμως το ερώτημα δεν είναι μόνο τι λέει το Διεθνές Δίκαιο.

Το ερώτημα είναι τι κάνει η ελληνική διπλωματία για να αποτρέψει την εδραίωση των τουρκικών επιδιώξεων.

Διότι το παράνομο μπορεί να είναι παράνομο και ταυτόχρονα να προκαλεί προβλήματα.

Μπορεί να μην παράγει νόμιμα αποτελέσματα για τρίτα κράτη, αλλά να χρησιμοποιείται ως βάση πολιτικών διεκδικήσεων.

Μπορεί να μην αναγνωρίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά να δημιουργεί εντάσεις, αβεβαιότητα και νέες διπλωματικές ισορροπίες.

Η αναγνώριση αυτών των κινδύνων δεν νομιμοποιεί την Τουρκία. Αποδεικνύει ότι αντιλαμβανόμαστε τι επιδιώκει.

Το παράδειγμα με την πολυκατοικία που δεν απαντά στο πρόβλημα

Ο κ. Μαρινάκης χρησιμοποίησε ένα παράδειγμα με μια παράνομη πράξη σε γειτονική πολυκατοικία.

Αναρωτήθηκε αν θα χαρακτηρίζαμε ποτέ μια τέτοια πράξη νίκη του δράστη ή ήττα εκείνου που την υπέστη.

Μόνο που η διεθνής πολιτική δεν είναι διαφορά μεταξύ δύο ενοίκων μιας πολυκατοικίας.

Στις διεθνείς σχέσεις υπάρχουν συσχετισμοί ισχύος, στρατηγικές επιδιώξεις, διπλωματικές συμμαχίες και μακροχρόνιες συνέπειες.

Και η αποτελεσματικότητα μιας κυβέρνησης κρίνεται, μεταξύ άλλων, από το αν μπορεί να περιορίζει αυτές τις συνέπειες.

Ας χρησιμοποιήσουμε, λοιπόν, το ίδιο παράδειγμα με διαφορετικό τρόπο.

Αν κάποιος παραβιάζει συστηματικά τα δικαιώματα ενός γείτονα, το γεγονός ότι παρανομεί δεν σημαίνει πως το πρόβλημα έχει λυθεί.

Ο θιγόμενος έχει δίκιο.

Αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται προστασία, θεσμικές παρεμβάσεις και αποτελεσματική αντιμετώπιση.

Το ίδιο ισχύει και στην εξωτερική πολιτική.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μόνο να έχει ισχυρά νομικά επιχειρήματα.

Χρειάζεται να διαμορφώνει και τις συνθήκες ώστε οι παράνομες διεκδικήσεις να μην αποκτούν νέα πολιτικά ερείσματα.

Αυτό ακριβώς είναι το πεδίο στο οποίο πρέπει να κρίνεται η κυβέρνηση.

Η Άγκυρα προχωρά και η Αθήνα επαναλαμβάνει το αυτονόητο

Από το 2019 μέχρι σήμερα, το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελεί σταθερό εργαλείο της τουρκικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα αντέδρασε διπλωματικά.

Εξασφάλισε ευρωπαϊκές τοποθετήσεις.

Προχώρησε το 2020 σε συμφωνία μερικής οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών με την Αίγυπτο, δημιουργώντας ένα σημαντικό αντίβαρο στις τουρκικές αξιώσεις.

Αυτές οι ενέργειες δεν πρέπει να αποσιωπώνται.

Όμως η πρόσφατη μεταστροφή του κοινοβουλίου της ανατολικής Λιβύης αποδεικνύει ότι το ζήτημα δεν έχει κλείσει.

Αντίθετα, η Τουρκία εξακολουθεί να επενδύει πολιτικά και διπλωματικά στη συγκεκριμένη συμφωνία.

Το ερώτημα, επομένως, είναι απολύτως συγκεκριμένο:

Γιατί η Ελλάδα δεν κατάφερε να διατηρήσει την προηγούμενη αντίθεση της ανατολικής Λιβύης;

Ποιες κινήσεις έγιναν για να αποτραπεί η αλλαγή στάσης;

Πώς αξιολογεί το υπουργείο Εξωτερικών τη διεύρυνση των τουρκικών ερεισμάτων;

Και ποια θα είναι η επόμενη ελληνική πρωτοβουλία;

Αυτές είναι ερωτήσεις ουσίας.

Δεν είναι γηπεδικά συνθήματα.

Δεν είναι αντεθνική συμπεριφορά.

Είναι ο αναγκαίος έλεγχος της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής.

Το επικίνδυνο επιχείρημα περί «νομιμοποίησης του παράνομου»

Το πιο προβληματικό σημείο της δήλωσης Μαρινάκη είναι ο ισχυρισμός ότι όποιος μιλά για διπλωματική ήττα νομιμοποιεί, έστω και άθελά του, την παράνομη τουρκική ενέργεια.

Αυτό είναι ένα άλμα λογικής.

Η κριτική στην αποτελεσματικότητα της ελληνικής διπλωματίας δεν συνεπάγεται αποδοχή των τουρκικών θέσεων.

Όπως η επισήμανση ενός προβλήματος ασφαλείας δεν σημαίνει υποστήριξη εκείνου που το προκαλεί.

Η κυβέρνηση μπορεί να διαφωνεί με τον χαρακτηρισμό «ήττα».

Μπορεί να θεωρεί ότι είναι υπερβολικός ή ανακριβής.

Οφείλει, όμως, να εξηγήσει γιατί.

Όχι να υπονοεί ότι η χρήση του όρου προσφέρει υπηρεσία στην τουρκική επιχειρηματολογία.

Διότι τότε η συζήτηση μεταφέρεται από τα πραγματικά γεγονότα στις πατριωτικές προθέσεις όσων ασκούν κριτική.

Και αυτό είναι εξαιρετικά βολικό για κάθε κυβέρνηση.

Αντί να απαντά τι πήγε στραβά, καλεί τους επικριτές της να αποδείξουν ότι δεν υπονομεύουν την εθνική θέση.

Ο πατριωτισμός, όμως, δεν μετριέται από το πόσο επιεικής είναι κάποιος απέναντι στην κυβέρνηση.

Μπορεί κάποιος να υπερασπίζεται απολύτως τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και ταυτόχρονα να θεωρεί ότι η ελληνική διπλωματία δεν πέτυχε όσα όφειλε.

Αυτές οι δύο θέσεις όχι μόνο δεν είναι ασύμβατες.

Συχνά συνυπάρχουν στην πιο ουσιαστική μορφή πολιτικού ελέγχου.

Οι ευρωπαϊκές δηλώσεις είναι σημαντικές – Αλλά δεν αρκούν

Η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφαση του λιβυκού κοινοβουλίου ήταν σαφής.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί επανέλαβαν ότι το μνημόνιο είναι άκυρο και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη.

Αυτό είναι θετικό για την Ελλάδα.

Αλλά μια διπλωματική δήλωση, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν εξαντλεί το πεδίο της εξωτερικής πολιτικής.

Η Τουρκία δεν φαίνεται να εγκαταλείπει τις επιδιώξεις της επειδή η Ευρώπη τις απορρίπτει.

Αντιθέτως, η νέα απόφαση στη Λιβύη δείχνει ότι η Άγκυρα συνεχίζει να εργάζεται για την ενίσχυση της πολιτικής θέσης της.

Άρα η Αθήνα δεν μπορεί να αρκείται στη διαπίστωση ότι έχει το Διεθνές Δίκαιο με το μέρος της.

Οφείλει να επιδιώκει συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Να διατηρεί και να ενισχύει τις συμμαχίες της.

Να αξιοποιεί τη σχέση της με την Αίγυπτο.

Να διατηρεί ενεργούς διαύλους με όλες τις σημαντικές πλευρές στη Λιβύη.

Να προλαμβάνει εξελίξεις αντί να περιορίζεται στην καταδίκη τους.

Και κυρίως να εξηγεί δημόσια τι πέτυχε και τι δεν πέτυχε.

Δεν είναι γήπεδο, κύριε Μαρινάκη – Είναι η εξωτερική πολιτική της χώρας

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει δίκιο σε ένα πράγμα.

Η εξωτερική πολιτική δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ποδοσφαιρικός αγώνας.

Δεν υπάρχουν μόνο νίκες και ήττες.

Υπάρχουν σύνθετες εξελίξεις, συμβιβασμοί, συσχετισμοί και μακροχρόνιες στρατηγικές.

Αλλά αυτή ακριβώς η πολυπλοκότητα απαιτεί σοβαρή αξιολόγηση.

Όχι επικοινωνιακή απαγόρευση των δυσάρεστων συμπερασμάτων.

Μια κυβέρνηση δεν κρίνεται μόνο από το αν υπερασπίζεται τις σωστές νομικές θέσεις.

Κρίνεται και από το αν καταφέρνει να προστατεύει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της χώρας.

Η πρόσφατη απόφαση του λιβυκού κοινοβουλίου δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα έχασε τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Δεν σημαίνει ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο έγινε νόμιμο.

Δεν σημαίνει ότι η Τουρκία δικαιώθηκε.

Σημαίνει, όμως, ότι η Τουρκία πέτυχε μια πολιτική μεταβολή που η Ελλάδα είχε κάθε λόγο να επιδιώκει να αποτρέψει.

Και αυτό είναι ένα γεγονός που απαιτεί εξηγήσεις.

Όχι μαθήματα περί γηπεδικής ορολογίας.

Το Διεθνές Δίκαιο δεν είναι κυβερνητικό άλλοθι

Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να υπερασπίζεται το Διεθνές Δίκαιο.

Να απορρίπτει τις παράνομες τουρκικές διεκδικήσεις.

Να αξιοποιεί την ευρωπαϊκή υποστήριξη.

Να επιδιώκει συμμαχίες και διπλωματικές πρωτοβουλίες.

Αλλά το Διεθνές Δίκαιο δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ασπίδα απέναντι στην κριτική για την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης.

Δεν αρκεί να λες ότι ο αντίπαλος παρανομεί.

Πρέπει να εξηγείς και τι κάνεις για να περιορίσεις τις συνέπειες της παρανομίας του.

Και όταν μια χώρα που προηγουμένως αντιστεκόταν σε μια αμφισβητούμενη συμφωνία αλλάζει στάση, η κυβέρνηση οφείλει να δώσει πολιτικές απαντήσεις.

Όχι να επιπλήττει όσους επισημαίνουν τη δυσμενή εξέλιξη.

Κύριε Μαρινάκη, η αναγνώριση ενός διπλωματικού προβλήματος δεν νομιμοποιεί την Τουρκία. Η άρνηση να συζητηθεί το πρόβλημα, όμως, δεν βοηθά την Ελλάδα.

Γιατί η εξωτερική πολιτική δεν είναι γήπεδο.

Αλλά δεν είναι ούτε τηλεοπτικό στούντιο, όπου μια εύστοχη ατάκα αρκεί για να εξαφανίσει μια δυσάρεστη πραγματικότητα.

Και το εθνικό συμφέρον δεν προστατεύεται με το να απαγορεύουμε τις λέξεις.

Προστατεύεται με αποτελεσματική διπλωματία.

Με αποτελέσματα.

Και με λογοδοσία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ