Μαρινάκης κατά Τσίπρα: Τα «λεφτόδεντρα», τα 7,5 δισ. και η μισή ιστορία που παρουσιάζεται ως ολόκληρη

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επαναφέρει το επιχείρημα των «λεφτόδεντρων» και υποστηρίζει ότι το πρόγραμμα Τσίπρα κοστίζει 7,5 δισ. κάθε χρόνο – Μόνο που ο ίδιος ο Κουτεντάκης έχει ήδη απαντήσει τι εννοούσε, ενώ η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει διαφορετικές κοστολογήσεις

Ο Παύλος Μαρινάκης απάντησε σήμερα στη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα με μια γνώριμη πλέον συνταγή.

«Λεφτόδεντρα».

«Κάλπικες υποσχέσεις».

Ποινικός Κώδικας.

Και στο τέλος το απαραίτητο «εμείς ή αυτοί».

Μόνο που όταν φύγουν οι χαρακτηρισμοί και μείνουν οι αριθμοί, η ιστορία γίνεται αρκετά πιο σύνθετη.

Γιατί το κεντρικό επιχείρημα της κυβερνητικής επίθεσης είναι ότι ακόμη και ο τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛ.Α.Σ., Φραγκίσκος Κουτεντάκης, δήθεν «άδειασε» τον Αλέξη Τσίπρα και παραδέχθηκε ότι το πρόγραμμα κοστίζει 7,5 δισ. ευρώ κάθε χρόνο, άρα 30 δισ. στην τετραετία.

Μόνο που ο άνθρωπος τον οποίο επικαλείται ο Μαρινάκης έχει ήδη απαντήσει στον Μαρινάκη.

Και είπε κάτι διαφορετικό.

Τι είπε πραγματικά ο Κουτεντάκης μετά τον θόρυβο

Ο Κουτεντάκης διευκρίνισε δημόσια ότι:

«Το συνολικό ύψος του προγράμματός μας είναι 7,5 δισ. με σταδιακή εφαρμογή σε βάθος τετραετίας».

Και εξήγησε τι σημαίνει:

το 2030 ο ετήσιος προϋπολογισμός, εφόσον εφαρμοστούν όλα τα μέτρα, θα έχει διευρυνθεί κατά 7,5 δισ. ευρώ σε σχέση με σήμερα.

Η δική του ένσταση είναι ότι ο Μαρινάκης παίρνει το ποσό της πλήρους ετήσιας επίδρασης όταν ολοκληρωθεί η εφαρμογή του προγράμματος και το πολλαπλασιάζει επί τέσσερα σαν να ίσχυε ολόκληρο από την πρώτη ημέρα.

Αυτό είναι τελείως διαφορετικό από το «ο τομεάρχης Οικονομικών παραδέχθηκε 30 δισ.».

Ο Μαρινάκης ασφαλώς δικαιούται να αμφισβητεί την κοστολόγηση.

Μπορεί να ζητήσει αναλυτικό πίνακα.

Πόσο κοστίζει κάθε μέτρο το 2027;

Πόσο το 2028;

Πόσο το 2029;

Πόσο το 2030;

Ποια είναι τα νέα έσοδα;

Ποιες είναι οι μόνιμες δαπάνες;

Ποιο είναι το δημοσιονομικό αποτέλεσμα κάθε χρονιάς;

Αυτές είναι απολύτως θεμιτές ερωτήσεις.

Αλλά είναι άλλο αυτό και άλλο να παρουσιάζεται ως δεδομένο ότι ο οικονομικός υπεύθυνος του κόμματος παραδέχθηκε πως απαιτούνται 30 δισ.

Δεν είπε αυτό στην επίσημη διευκρίνισή του.

Και πόσο κοστίζει τελικά το πρόγραμμα σύμφωνα με την κυβέρνηση;

Εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον.

Γιατί η κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει έναν και μοναδικό αριθμό.

Στη δημόσια αντιπαράθεση έχουν ακουστεί κυβερνητικές εκτιμήσεις 13 δισ., 18 δισ., 30 δισ. και ακόμη μεγαλύτερα ποσά, ανάλογα με το ποια μέτρα συνυπολογίζονται και με ποια χρονική βάση.

Ο ίδιος ο Μαρινάκης είχε δηλώσει στις 14 Σεπτεμβρίου ότι η κοστολόγηση του οικονομικού επιτελείου βρίσκεται περίπου στα 13 δισ. ευρώ τον χρόνο, με σχεδόν όλες τις σχετικές δαπάνες να επαναλαμβάνονται τα επόμενα χρόνια.

Άρα υπάρχει ένα πολύ απλό ερώτημα:

13 ή 7,5 δισ. τον χρόνο;

Και εάν η κυβερνητική κοστολόγηση είναι 13 δισ. ετησίως, γιατί σήμερα το πολιτικό επιχείρημα στηρίζεται στα 7,5 δισ. του Κουτεντάκη;

Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση χρειάζεται πίνακα και όχι χαρακτηρισμούς.

«Λεφτόδεντρα»: η λέξη που αντικαθιστά την κοστολόγηση

Η λέξη «λεφτόδεντρο» είναι πολιτικά αποτελεσματική.

Οικονομικά όμως δεν αποτελεί μονάδα μέτρησης.

Όταν η κυβέρνηση θεωρεί ότι μια πρόταση είναι ανεφάρμοστη, υπάρχει ένας πολύ απλός τρόπος να το αποδείξει:

να δημοσιοποιήσει αναλυτική αντι-κοστολόγηση ανά μέτρο.

Μέτρο.

Ετήσιο κόστος.

Μόνιμο ή προσωρινό.

Δημοσιονομική επίπτωση.

Πηγή χρηματοδότησης που προτείνει η αντιπολίτευση.

Και κυβερνητική εκτίμηση για το γιατί αυτή δεν επαρκεί.

Τότε θα μπορεί ο πολίτης να κρίνει.

Το «λεφτόδεντρο» είναι πολιτικό σύνθημα.

Δεν είναι Excel.

Και στην ενέργεια υπάρχει ένα ερώτημα που δεν απαντάται με το «λεφτόδεντρο»

Ο Μαρινάκης κατηγορεί τον Τσίπρα ότι δεν κοστολόγησε επαρκώς τις προτάσεις του για τα καύσιμα και την ενέργεια.

Και εδώ η κυβέρνηση δικαιούται να ζητά αριθμούς.

Εάν προτείνεται μείωση ΕΦΚ, πλαφόν ή επιδότηση, πρέπει να γνωρίζουμε πόσο κοστίζει.

Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά της συζήτησης.

Η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι οι πολίτες πιέζονται από τις τιμές των καυσίμων και ετοιμάζει πακέτο παρεμβάσεων.

Άρα το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν υπάρχει πρόβλημα.

Υπάρχει.

Το ερώτημα είναι ποιος πληρώνει την αντιμετώπισή του.

Ο κρατικός προϋπολογισμός;

Τα διυλιστήρια;

Τα υπερκέρδη;

Ο καταναλωτής;

Κάποιος συνδυασμός αυτών;

Εκεί χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις και από τις δύο πλευρές.

Όχι μόνο «λεφτόδεντρα».

Στον Ποινικό Κώδικα όμως χρειάζεται να είμαστε δίκαιοι

Εδώ ο Μαρινάκης έχει ένα πραγματικό επιχείρημα.

Ο νέος Ποινικός Κώδικας του 2019 επέφερε πράγματι αλλαγές στα πλαίσια ποινών.

Και ειδικά στη δωροδοκία υπαλλήλου υπάρχει ένα απολύτως συγκεκριμένο γεγονός:

η διακεκριμένη περίπτωση δωροδοκίας που αφορά πράξη αντίθετη προς τα καθήκοντα του υπαλλήλου μετατράπηκε με τον νέο Ποινικό Κώδικα του 2019 από κακούργημα σε πλημμέλημα.

Αυτό δεν αποτελεί κυβερνητικό αφήγημα.

Το έχει καταγράψει ρητά ακόμη και ο Άρειος Πάγος.

Αργότερα, μέσα στο 2019, η συγκεκριμένη περίπτωση επανήλθε σε βαθμό κακουργήματος.

Άρα, όταν ο Μαρινάκης επικαλείται αυτό το συγκεκριμένο παράδειγμα, δεν μπορεί σοβαρά να απορριφθεί συλλήβδην ως «ανοησία».

Η πολιτική συζήτηση μπορεί να γίνει για τις προθέσεις, τις συνέπειες και το συνολικό πνεύμα του Κώδικα.

Το συγκεκριμένο νομοθετικό γεγονός όμως υπάρχει.

Άλλο όμως αυτό και άλλο η πολιτική αξιοποίηση κάθε εγκληματικής υπόθεσης

Εδώ πρέπει επίσης να μπει ένα όριο.

Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί συστηματικά τις αλλαγές του 2019 για να συνδέσει πολιτικά τον Τσίπρα με κάθε μεταγενέστερη συζήτηση γύρω από βαριά εγκλήματα ή καταδικασμένους.

Αλλά άλλο η κριτική σε συγκεκριμένες διατάξεις ενός Ποινικού Κώδικα και άλλο η δημιουργία της εντύπωσης ότι ένας πρώην πρωθυπουργός επιδίωξε συγκεκριμένες εγκληματικές συνέπειες.

Αυτό απαιτεί τεκμηρίωση.

Δεν προκύπτει απλώς από το ότι άλλαξε ένα πλαίσιο ποινών.

Και η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.

Το «παραϋπουργείο Δικαιοσύνης»

Ο Μαρινάκης επαναφέρει και τη γνωστή αναφορά του Σταύρου Κοντονή.

Είναι απολύτως θεμιτό να υπενθυμίζει δημόσιες καταγγελίες πρώην υπουργών της κυβέρνησης Τσίπρα.

Αλλά και εδώ πρέπει να διαχωρίζεται:

τι δήλωσε ο Κοντονής

από

τι έχει αποδειχθεί θεσμικά ή δικαστικά.

Μια πολιτική καταγγελία πρώην υπουργού έχει προφανώς πολιτικό βάρος.

Δεν μετατρέπεται όμως από μόνη της σε δικαστικά διαπιστωμένο γεγονός.

Και μετά φτάνουμε στο «εμείς ή κανείς»

Εδώ πλέον εγκαταλείπουμε οικονομία και Ποινικό Κώδικα και περνάμε στην καθαρή πολιτική επικοινωνία.

Ο Μαρινάκης χαρακτηρίζει «αλαζονικό» το «εμείς ή κανείς».

Θεμιτή πολιτική κριτική.

Αλλά υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.

Η Νέα Δημοκρατία επαναλαμβάνει ταυτόχρονα ότι αποτελεί τη μόνη δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί σταθερότητα, ανάπτυξη, μείωση ανεργίας και αυτοδύναμη διακυβέρνηση.

Δηλαδή το:

«μόνο εμείς μπορούμε»

θεωρείται επιχείρημα κυβερνητικής αξιοπιστίας.

Ενώ το:

«εμείς ή κανείς»

θεωρείται αλαζονεία.

Η διαφορά είναι περισσότερο πολιτική παρά φιλοσοφική.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος κέρδισε την ατάκα

Ούτε ο Τσίπρας πρέπει να παίρνει λευκή επιταγή.

Ούτε η κυβέρνηση.

Εάν το πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ. κοστίζει 7,5 δισ., πρέπει να παρουσιαστεί αναλυτικά η κλιμάκωση του κόστους ανά έτος και ανά μέτρο.

Εάν η κυβέρνηση λέει ότι κοστίζει 13, 30 ή πολύ περισσότερα δισεκατομμύρια, πρέπει επίσης να παρουσιάσει αναλυτικά πώς προκύπτει ο δικός της αριθμός.

Αυτό είναι σοβαρή οικονομική αντιπαράθεση.

Γιατί σήμερα έχουμε ένα παράδοξο:

Ο Τσίπρας λέει 7,5 δισ. δημοσιονομικό χώρο στην τετραετία.

Ο Κουτεντάκης εξηγεί ότι το πρόγραμμα αναπτύσσεται σταδιακά μέχρι το 2030 και τότε η ετήσια επίπτωση φτάνει τα 7,5 δισ.

Ο Μαρινάκης μετατρέπει αυτό σε 30 δισ. στην τετραετία.

Και παράλληλα η ίδια η κυβέρνηση έχει μιλήσει για άλλη δική της κοστολόγηση.

Αυτό δεν λύνεται με τη λέξη «λεφτόδεντρο».

Λύνεται με αριθμούς.

Και ίσως τελικά σήμερα δεν γίναμε σοφότεροι από κανέναν

Σε ένα πράγμα μπορεί τελικά να έχει δίκιο ο Παύλος Μαρινάκης:

χρειαζόμαστε περισσότερες απαντήσεις.

Μόνο που τις χρειαζόμαστε και από τις δύο πλευρές.

Από τον Τσίπρα:

αναλυτική κοστολόγηση κάθε μέτρου και κάθε χρονιάς.

Από την κυβέρνηση:

αναλυτική αντι-κοστολόγηση, αντί για διαδοχικά διαφορετικά δισεκατομμύρια και τη λέξη «λεφτόδεντρα».

Και όταν συζητάμε για τον Ποινικό Κώδικα:

ακριβείς διατάξεις και πραγματικές αλλαγές, όχι γενικεύσεις.

Γιατί τελικά ο πολίτης δεν πληρώνει ούτε με πολιτικές ατάκες ούτε με αναρτήσεις στα social media.

Πληρώνει σε ευρώ.

Και εκεί η αριθμητική πρέπει να είναι ίδια είτε κυβερνάς είτε αντιπολιτεύεσαι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ