Μαρινάκης: Θέλει διαδηλώσεις χωρίς «μπάχαλα», φόρους χωρίς ακρίβεια και ΠΑΣΟΚ χωρίς Ανδρουλάκη!

Η επίθεση στον Τσίπρα, η επίκληση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και η επιλεκτική πρόσκληση για συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας. Τρία διαφορετικά ζητήματα, μία κοινή πολιτική τακτική: η κυβέρνηση επιχειρεί να καθορίσει όχι μόνο τις δικές της θέσεις, αλλά και τους όρους με τους οποίους θα ασκείται η αντιπολίτευση.

Όταν η κυβέρνηση μπερδεύει τη διαμαρτυρία με τα επεισόδια

Ο Παύλος Μαρινάκης εμφανίστηκε το πρωί της Τρίτης στον ΑΝΤ1 αποφασισμένος να επιτεθεί στον Αλέξη Τσίπρα, να υπερασπιστεί την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης και να εξηγήσει με ποιο ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να συνεργαστεί η Νέα Δημοκρατία.

Μέσα σε μία συνέντευξη, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άνοιξε τρία διαφορετικά πολιτικά μέτωπα.

Και στα τρία, όμως, ανακύπτει το ίδιο ερώτημα: Ποιος αποφασίζει τι αποτελεί υπεύθυνη πολιτική στάση;

Αφορμή για την επίθεση στον Αλέξη Τσίπρα αποτέλεσαν οι δηλώσεις στελέχους της ΕΛ.Α.Σ. σχετικά με τις μαζικές κοινωνικές κινητοποιήσεις σε ευρωπαϊκές χώρες.

Ο Πάνος Λαμπρινίδης – Στάχτος εξέφρασε την προσδοκία να υπάρξουν ανάλογες κινητοποιήσεις και στην Ελλάδα.

Ο Παύλος Μαρινάκης επέλεξε να σχολιάσει ότι ο Αλέξης Τσίπρας, αντί να προχωρήσει σε πολιτική ανανέωση, επέστρεψε στο 2008.

Και στη συνέχεια έθεσε το ζήτημα των επεισοδίων, καλώντας την αντιπολίτευση να τα καταδικάσει.

Μόνο που εδώ υπάρχει ένα κρίσιμο λογικό άλμα.

Από πότε η επιθυμία για κοινωνικές διαδηλώσεις συνεπάγεται υποστήριξη βίαιων επεισοδίων;

Η κοινωνική διαμαρτυρία αποτελεί θεμελιώδες δημοκρατικό δικαίωμα.

Οι πολίτες μπορούν να διαδηλώνουν για την ακρίβεια, τους μισθούς, τις συντάξεις, τις εργασιακές σχέσεις και τις κυβερνητικές επιλογές.

Και μπορούν να το κάνουν χωρίς να ταυτίζονται με όσους προβαίνουν σε πράξεις βίας.

Αν υπάρχουν συγκεκριμένες δηλώσεις που ενθαρρύνουν επεισόδια, πρέπει να παρουσιαστούν και να κριθούν.

Αλλά η γενική υποστήριξη των κινητοποιήσεων δεν αποτελεί από μόνη της τέτοια απόδειξη.

Η εύκολη πολιτική συνταγή: Πρώτα τα «μπάχαλα», μετά τα αιτήματα

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση θα προστατεύσει τις ειρηνικές διαδηλώσεις και δεν θα επιτρέψει έκτροπα.

Αυτή είναι μια θέση που συνδέεται με την υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει τόσο την ελευθερία της συνάθροισης όσο και τη δημόσια ασφάλεια.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη συγκεκριμένη αρχή.

Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται μέσα στην πολιτική αντιπαράθεση.

Όταν η συζήτηση ξεκινά από τις κοινωνικές κινητοποιήσεις για την οικονομική πίεση και καταλήγει κυρίως στο ενδεχόμενο επεισοδίων, τα αιτήματα των διαδηλωτών περνούν σε δεύτερο πλάνο.

Η κυβέρνηση δεν χρειάζεται απλώς να εξηγήσει πώς θα αντιμετωπίσει ενδεχόμενες βίαιες ενέργειες.

Χρειάζεται να απαντήσει και στο γιατί πολίτες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κινητοποιούνται για το κόστος ζωής και τις κοινωνικές ανισότητες.

Και κυρίως, τι πολιτικές εφαρμόζει η ίδια για τα αντίστοιχα προβλήματα στην Ελλάδα.

Η καταδίκη της βίας δεν μπορεί να υποκαθιστά την απάντηση στα κοινωνικά αιτήματα.

«Πολιτικοί απατεώνες» όσοι υπόσχονται να εξαφανίσουν την ακρίβεια

Στο οικονομικό σκέλος της συνέντευξης, ο Παύλος Μαρινάκης χαρακτήρισε «πολιτικούς απατεώνες» όσους υποστηρίζουν ότι μπορούν να εξαφανίσουν την ακρίβεια.

Η διατύπωση είναι ιδιαίτερα βαριά.

Και πράγματι, καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι θα μηδενίσει όλες τις αυξήσεις τιμών ή ότι θα εξαλείψει κάθε εξωτερική οικονομική πίεση.

Όμως αυτό δεν είναι το πραγματικό αντικείμενο της συζήτησης.

Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να εξαφανιστεί με ένα κυβερνητικό διάταγμα η παγκόσμια ακρίβεια.

Το ερώτημα είναι πόσο μπορεί να περιοριστεί η επιβάρυνση των ελληνικών νοικοκυριών με συγκεκριμένες εθνικές πολιτικές.

Μπορούν να εξεταστούν μειώσεις έμμεσων φόρων;

Μπορούν να ενισχυθούν αποτελεσματικότερα τα χαμηλά εισοδήματα;

Μπορούν να υπάρξουν παρεμβάσεις για τον ανταγωνισμό και τον έλεγχο της αγοράς;

Μπορεί να αξιοποιηθεί διαφορετικά ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος;

Αυτές είναι συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές που χρειάζονται κοστολόγηση και αξιολόγηση.

Δεν απαντώνται με τον χαρακτηρισμό «πολιτικοί απατεώνες».

Τα αυξημένα έσοδα από τον ΦΠΑ και το ερώτημα που μένει αναπάντητο

Ο Παύλος Μαρινάκης υποστήριξε ότι τα αυξημένα φορολογικά έσοδα έχουν επιστρέψει στην κοινωνία μέσω μέτρων στήριξης.

Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που απαιτεί συγκεκριμένη αριθμητική τεκμηρίωση.

Πόσα πρόσθετα έσοδα εισπράχθηκαν;

Πόσα προήλθαν από την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, πόσα από τη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και πόσα συνδέονται με τις υψηλότερες ονομαστικές τιμές;

Ποιο ήταν το συνολικό κόστος των μέτρων στήριξης;

Και ποιο μέρος τους κατευθύνθηκε στα νοικοκυριά με τις μεγαλύτερες ανάγκες;

Χωρίς αυτές τις απαντήσεις, η διαβεβαίωση ότι τα χρήματα «επέστρεψαν στην κοινωνία» παραμένει γενική.

Υπάρχει, άλλωστε, μια βασική πραγματικότητα στην έμμεση φορολογία.

Όταν ένα προϊόν με σταθερό συντελεστή ΦΠΑ ακριβαίνει, αυξάνεται και το ποσό του ΦΠΑ που πληρώνει ο καταναλωτής ανά μονάδα προϊόντος.

Αν, για παράδειγμα, η καθαρή τιμή ενός αγαθού αυξηθεί από 100 σε 120 ευρώ και ο συντελεστής ΦΠΑ παραμείνει στο 24%, ο φόρος αυξάνεται από 24 σε 28,80 ευρώ.

Ο καταναλωτής πληρώνει 4,80 ευρώ περισσότερο ΦΠΑ για το ίδιο αγαθό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση των συνολικών εισπράξεων ΦΠΑ οφείλεται αποκλειστικά στην ακρίβεια.

Σημαίνει όμως ότι η σχέση μεταξύ υψηλών τιμών και φορολογικών εσόδων είναι πραγματική και δεν μπορεί να παρακάμπτεται.

Η δημοσιονομική πειθαρχία δεν καταργεί την πολιτική ευθύνη

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επικαλέστηκε και τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα έχει πλησιάσει τα όρια των επιτρεπόμενων δαπανών.

Οι κανόνες αυτοί υπάρχουν και δεσμεύουν τη δημοσιονομική πολιτική.

Δεν είναι φανταστικό επιχείρημα.

Αλλά ούτε αποτελούν απάντηση σε κάθε ερώτηση για τις κυβερνητικές προτεραιότητες.

Η δημοσιονομική πολιτική περιλαμβάνει επιλογές.

Ποιες δαπάνες προηγούνται;

Ποιες φορολογικές ελαφρύνσεις προκρίνονται;

Ποιες κοινωνικές ομάδες ενισχύονται;

Και ποιες εναλλακτικές παρεμβάσεις απορρίπτονται ως λιγότερο αποτελεσματικές;

Η κυβέρνηση έχει δικαίωμα να υποστηρίζει ότι οι προτάσεις της αντιπολίτευσης υπερβαίνουν τα διαθέσιμα όρια.

Οφείλει όμως να παρουσιάζει συγκεκριμένα στοιχεία για το κόστος και τους περιορισμούς.

Διαφορετικά, ο ευρωπαϊκός δημοσιονομικός κανόνας κινδυνεύει να εμφανίζεται ως υποκατάστατο της πολιτικής επιχειρηματολογίας.

Το «σοβαρό ΠΑΣΟΚ» που θα μπορούσε να συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία

Η πιο αποκαλυπτική πολιτικά τοποθέτηση της συνέντευξης αφορά τις μετεκλογικές συνεργασίες.

Ο Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι η Νέα Δημοκρατία θα μπορούσε να συνεργαστεί με ένα «σοβαρό ΠΑΣΟΚ», αλλά όχι με το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη.

Η δήλωση αυτή ανοίγει μια σειρά από ερωτήματα.

Τι ακριβώς σημαίνει «σοβαρό ΠΑΣΟΚ»;

Ένα ΠΑΣΟΚ που θα συμφωνεί περισσότερο με την κυβερνητική πολιτική;

Ένα ΠΑΣΟΚ που θα αποφεύγει τις συγκρούσεις με τη Νέα Δημοκρατία;

Ή ένα ΠΑΣΟΚ με διαφορετική ηγεσία;

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει κάθε δικαίωμα να θέτει πολιτικούς όρους για πιθανές συνεργασίες.

Όμως ο χαρακτηρισμός ενός κόμματος ως «σοβαρού» ή μη, ανάλογα με τη στάση του απέναντι στην κυβέρνηση, δεν αρκεί για να εξηγήσει ποια είναι τα πραγματικά σημεία προγραμματικής σύγκλισης ή διαφωνίας.

Αν υπάρχει δυνατότητα συνεργασίας Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ, το ουσιαστικό ζήτημα είναι το περιεχόμενό της.

Στη φορολογία.

Στο ΕΣΥ.

Στην Παιδεία.

Στην εργασία.

Στη λειτουργία των θεσμών.

Στις κοινωνικές πολιτικές.

Όχι απλώς αν η σημερινή ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι αρεστή στο Μέγαρο Μαξίμου.

Ποιος αποφασίζει ποια αντιπολίτευση είναι αποδεκτή;

Η δήλωση Μαρινάκη έχει και μια δεύτερη διάσταση.

Από τη μία, η κυβέρνηση ασκεί κριτική στο ΠΑΣΟΚ επειδή, κατά την εκτίμησή της, συνομιλεί με πολιτικές δυνάμεις που χαρακτηρίζει λαϊκιστικές.

Από την άλλη, αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα συνεργασίας με το ίδιο κόμμα υπό διαφορετικές προϋποθέσεις.

Αυτό δεν αποτελεί αναγκαστικά αντίφαση.

Οι πολιτικές ηγεσίες και οι κομματικές κατευθύνσεις μπορούν να αλλάζουν.

Όμως χρειάζεται να εξηγηθεί ποια συγκεκριμένη αλλαγή θα καθιστούσε μια συνεργασία αποδεκτή.

Διαφορετικά, δημιουργείται η εντύπωση ότι η κυβερνητική αξιολόγηση της αντιπολίτευσης εξαρτάται κυρίως από τη διάθεσή της να συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία.

Και αυτό δεν είναι επαρκές πολιτικό κριτήριο.

Ένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν έχει υποχρέωση να είναι διαθέσιμο για κυβερνητική συνεργασία προκειμένου να θεωρείται θεσμικά υπεύθυνο.

Έχει υποχρέωση να λειτουργεί εντός του δημοκρατικού πλαισίου, να παρουσιάζει προτάσεις και να λογοδοτεί για τις επιλογές του.

Η διαφωνία με την κυβέρνηση δεν συνιστά από μόνη της ένδειξη πολιτικής ανευθυνότητας.

Η αντιπολίτευση καλείται να απολογηθεί, η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει

Αν εξετάσει κανείς συνολικά τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου, διακρίνει μια συγκεκριμένη δομή επιχειρηματολογίας.

Για τις κοινωνικές κινητοποιήσεις, η συζήτηση μεταφέρεται από τα αιτήματα των πολιτών στην ανάγκη καταδίκης των επεισοδίων.

Για την ακρίβεια, η συζήτηση μεταφέρεται από το κόστος ζωής στις υπερβολικές υποσχέσεις που αποδίδονται στην αντιπολίτευση.

Για τις μετεκλογικές συνεργασίες, η συζήτηση μεταφέρεται από τις πιθανές προγραμματικές συμφωνίες στον χαρακτηρισμό του σημερινού ΠΑΣΟΚ ως μη αποδεκτού συνομιλητή.

Αυτή η προσέγγιση έχει πολιτική χρησιμότητα για την κυβέρνηση.

Της επιτρέπει να αναδεικνύει τις αδυναμίες των αντιπάλων της.

Δεν απαντά όμως αυτομάτως στα ερωτήματα που αφορούν τη δική της πολιτική.

Η κυβέρνηση κρίνεται από τις αποφάσεις που λαμβάνει και τα αποτελέσματά τους.

Όχι μόνο από το αν η αντιπολίτευση έχει αντιφάσεις, υπερβολές ή ανεπαρκώς κοστολογημένες προτάσεις.

Το συμπέρασμα: Οι χαρακτηρισμοί δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς

Ο Παύλος Μαρινάκης επέλεξε να μιλήσει για «χρονομηχανές», «πολιτικούς απατεώνες» και «σοβαρό ΠΑΣΟΚ».

Πρόκειται για διατυπώσεις που παράγουν πολιτική αντιπαράθεση και τηλεοπτικούς τίτλους.

Αλλά τα ουσιαστικά ερωτήματα παραμένουν.

Τι μέτρα μπορούν να περιορίσουν αποτελεσματικά την οικονομική πίεση;

Πόσο έχουν ωφεληθεί πραγματικά τα νοικοκυριά από τις κυβερνητικές παρεμβάσεις;

Πώς αξιοποιούνται τα αυξημένα δημόσια έσοδα;

Ποιο είναι το πραγματικό δημοσιονομικό περιθώριο;

Και ποιες προγραμματικές συμφωνίες θα μπορούσαν να στηρίξουν μια μελλοντική κυβερνητική συνεργασία;

Αυτές είναι οι απαντήσεις που χρειάζεται η δημόσια συζήτηση.

Η κυβέρνηση έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί αυστηρή κριτική στην αντιπολίτευση. Δεν μπορεί όμως η κριτική αυτή να υποκαθιστά τη λογοδοσία για τη δική της πολιτική.

Γιατί οι πολίτες δεν αξιολογούν μόνο ποιος κέρδισε μια τηλεοπτική αντιπαράθεση.

Αξιολογούν και ποιος μπορεί να δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.

Και η ακρίβεια δεν μειώνεται με χαρακτηρισμούς. Ούτε οι λογαριασμοί πληρώνονται με επιθέσεις στον Τσίπρα και στον Ανδρουλάκη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ