Ο Παύλος Μαρινάκης εξαπολύει επίθεση στον Αλέξη Τσίπρα, παρουσιάζοντας την επταετία Μητσοτάκη ως περίοδο συνεχών εθνικών επιτυχιών. Μόνο που πίσω από τον κατάλογο των συμφωνιών, των μαχητικών και των φρεγατών υπάρχουν ερωτήματα που δεν απαντώνται με ειρωνείες για γραβάτες και «rebranding».
Μαρινάκης κατά Τσίπρα: Ξέχασε ποιος υπέγραψε τα F-16 και θυμήθηκε μόνο τη γραβάτα!
Η κυβερνητική επίθεση στον πρώην πρωθυπουργό, η επιλεκτική μνήμη για τους εξοπλισμούς και η προσπάθεια να παρουσιαστεί κάθε εθνική εξέλιξη ως προσωπικό επίτευγμα του Κυριάκου Μητσοτάκη
Ο Παύλος Μαρινάκης αποφάσισε να παραδώσει μαθήματα ιστορικής μνήμης στον Αλέξη Τσίπρα. Με αφορμή την κριτική του πρώην πρωθυπουργού για την εξωτερική πολιτική, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιστράτευσε γραβάτες, rebranding, εκλογικές ήττες, εξοπλιστικά προγράμματα και έναν μακρύ κατάλογο κυβερνητικών επιτευγμάτων.
Μόνο που όταν κάποιος επιχειρεί να «φρεσκάρει τη μνήμη» ενός πολιτικού αντιπάλου, καλό είναι να έχει ελέγξει προηγουμένως τη δική του.
Διότι στην ανακοίνωση του κ. Μαρινάκη υπάρχει μια εντυπωσιακή αντίφαση: Κατηγορεί τον Τσίπρα ότι επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία, ενώ ο ίδιος παρουσιάζει μια εκδοχή της ιστορίας στην οποία οτιδήποτε θετικό ξεκίνησε μετά τον Ιούλιο του 2019.
Και εδώ ακριβώς αρχίζουν τα προβλήματα.
Το F-16 που γκρεμίζει την κυβερνητική αφήγηση
Ας ξεκινήσουμε από το πιο συγκεκριμένο και απολύτως ελέγξιμο σημείο.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστηρίζει ότι ο Αλέξης Τσίπρας άφησε τη χώρα εκτός των προγραμμάτων F-16 και F-35.
Για τα F-35 μπορεί να γίνει συζήτηση σχετικά με το πότε προχώρησε η ελληνική συμμετοχή και ποια κυβέρνηση έλαβε τις καθοριστικές αποφάσεις.
Για τα F-16, όμως, υπάρχει ένα πολύ συγκεκριμένο πρόβλημα.
Το πρόγραμμα αναβάθμισης των ελληνικών F-16 σε Viper εγκρίθηκε και συμβασιοποιήθηκε το 2018, επί κυβέρνησης Αλέξη Τσίπρα.
Στις 28 Απριλίου 2018 το ΚΥΣΕΑ, υπό την προεδρία του τότε πρωθυπουργού, ενέκρινε την υλοποίηση του προγράμματος αναβάθμισης 85 αεροσκαφών.
Στις 30 Απριλίου 2018 υπογράφηκε η σχετική διακρατική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Δεν πρόκειται για ερμηνεία της αντιπολίτευσης.
Πρόκειται για καταγεγραμμένη κυβερνητική απόφαση.
Μάλιστα, ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αναγνωρίσει δημοσίως το 2023 ότι η σύμβαση αναβάθμισης των F-16 υπογράφηκε το 2018 από την προηγούμενη κυβέρνηση, με τη στήριξη τότε της Νέας Δημοκρατίας.
Ο σημερινός πρωθυπουργός είχε βεβαίως υπογραμμίσει και τις παρεμβάσεις της δικής του κυβέρνησης για την επιτάχυνση της υλοποίησης.
Και αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Άλλο, όμως, να υποστηρίζει μια κυβέρνηση ότι επιτάχυνε ένα πρόγραμμα που παρέλαβε και άλλο να εμφανίζει τον προκάτοχό της σαν να μην είχε ξεκινήσει ποτέ το πρόγραμμα.
Επομένως, πριν ο κ. Μαρινάκης καλέσει τον Τσίπρα να θυμηθεί τα πεπραγμένα του, ίσως θα ήταν χρήσιμο να ανατρέξει στην ίδια την τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Γιατί εδώ δεν έχουμε πολιτική διαφωνία.
Έχουμε μια συγκεκριμένη ιστορική ανακρίβεια στην κυβερνητική επίθεση.
Rafale και Belharra: Επιτεύγματα, αλλά όχι επιχείρημα που ακυρώνει κάθε κριτική
Η απόκτηση των Rafale και των φρεγατών Belharra αποτελεί σημαντική ενίσχυση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Αυτό δεν χρειάζεται να αμφισβητηθεί για να ασκηθεί κριτική στην κυβέρνηση.
Η χώρα έχει ανάγκη από ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και σύγχρονα οπλικά συστήματα.
Όμως ο κ. Μαρινάκης χρησιμοποιεί τις εξοπλιστικές προμήθειες σαν να αποτελούν αυτόματη απόδειξη επιτυχημένης εξωτερικής πολιτικής σε κάθε μέτωπο.
Δεν είναι έτσι.
Η αμυντική ισχύς αποτελεί κρίσιμο εργαλείο της εξωτερικής πολιτικής. Δεν την υποκαθιστά.
Μια χώρα μπορεί να αγοράζει σύγχρονα μαχητικά και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει σοβαρές διπλωματικές δυσκολίες.
Μπορεί να διαθέτει ισχυρότερο στόλο και παράλληλα να έχει ανοικτά ζητήματα οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών.
Μπορεί να ενισχύει τις στρατηγικές συμμαχίες της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες οι διεκδικήσεις της έχουν ικανοποιηθεί.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσα εξοπλιστικά προγράμματα μπορεί να απαριθμήσει ένας κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Είναι ποια αποτελέσματα παράγουν αυτά για την ασφάλεια και τα εθνικά συμφέροντα της χώρας.
Και, ασφαλώς, ποιο είναι το οικονομικό κόστος και πώς εξασφαλίζεται η μακροχρόνια υποστήριξή τους.
Οι συμφωνίες ΑΟΖ είναι σημαντικές – Αλλά η μισή αλήθεια παραμένει μισή
Ο κ. Μαρινάκης επικαλείται τις συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο.
Πράγματι, πρόκειται για σημαντικές διπλωματικές κινήσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Η συμφωνία με την Ιταλία ολοκλήρωσε μια μακρόχρονη εκκρεμότητα, ενώ η συμφωνία με την Αίγυπτο απέκτησε ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Όμως η συμφωνία με την Αίγυπτο αφορά μερική οριοθέτηση.
Δεν επιλύει το σύνολο των ζητημάτων θαλάσσιας οριοθέτησης στην περιοχή.
Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της.
Απλώς αποκαθιστά τις πραγματικές διαστάσεις της.
Όταν, μάλιστα, ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρεται σε νέες συζητήσεις για επέκταση της συμφωνίας, ουσιαστικά αναγνωρίζει ότι η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί.
Η εξωτερική πολιτική, λοιπόν, δεν μπορεί να αξιολογείται με βάση το αν μια κυβέρνηση έχει υπογράψει συμφωνίες.
Πρέπει να αξιολογείται και με βάση το εύρος τους, τις εκκρεμότητες που αφήνουν και τις μελλοντικές δυνατότητες που δημιουργούν.
Τα 12 μίλια στο Ιόνιο και το ερώτημα που παραμένει
Η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο αποτελεί ουσιαστική άσκηση κυριαρχικού δικαιώματος.
Είναι ένα πραγματικό επίτευγμα που πιστώνεται στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Αλλά ο κ. Μαρινάκης παραλείπει μια κρίσιμη διάσταση.
Η Ελλάδα δεν έχει επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια σε όλες τις θαλάσσιες περιοχές της.
Και επομένως το ερώτημα για το πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις θα ασκηθεί το αντίστοιχο δικαίωμα σε άλλες περιοχές παραμένει ανοικτό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια τέτοια απόφαση είναι απλή ή ότι μπορεί να ληφθεί χωρίς υπολογισμό των γεωπολιτικών συνεπειών.
Σημαίνει, όμως, ότι μια επιτυχία σε μία περιοχή δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να εξαφανιστούν από τη δημόσια συζήτηση οι δυσκολίες σε άλλες.
Η εθνική στρατηγική απαιτεί συνέχεια, συνέπεια και σοβαρότητα.
Όχι επιλεκτική παρουσίαση των δεδομένων.
Η Chevron, η ExxonMobil και η διαφορά ανάμεσα στην προοπτική και το αποτέλεσμα
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επικαλείται επίσης το ενδιαφέρον μεγάλων ενεργειακών εταιρειών για έρευνες υδρογονανθράκων.
Το ενδιαφέρον αυτό έχει ασφαλώς οικονομική και γεωπολιτική σημασία.
Ωστόσο, άλλο είναι μια ερευνητική δραστηριότητα ή μια επενδυτική συμφωνία και άλλο η πραγματική παραγωγή υδρογονανθράκων με μετρήσιμο οικονομικό όφελος.
Οι έρευνες εμπεριέχουν τεχνική και εμπορική αβεβαιότητα.
Μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντικές ανακαλύψεις.
Μπορεί και όχι.
Συνεπώς, όταν η κυβέρνηση παρουσιάζει τις ενεργειακές πρωτοβουλίες ως αποδείξεις αποτελεσμάτων, οφείλει να διαχωρίζει όσα έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από όσα αναμένονται στο μέλλον.
Το ίδιο ισχύει και για μεγάλα έργα διασύνδεσης, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.
Η κατάθεση ενός αιτήματος αδειοδότησης είναι ένα διοικητικό βήμα.
Δεν ταυτίζεται με την ολοκλήρωση του έργου ούτε απαντά από μόνη της σε όλα τα οικονομικά, τεχνικά και γεωπολιτικά ζητήματα που το συνοδεύουν.
Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν χωρά σε ένα αστείο για γραβάτες
Ο κ. Μαρινάκης επέλεξε να περιγράψει τη Συμφωνία των Πρεσπών μέσα από την εικόνα μιας γραβάτας.
Πρόκειται για έναν εύκολο επικοινωνιακό συμβολισμό.
Αλλά τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής δεν κρίνονται με βάση τα ενδυματολογικά στιγμιότυπα των πρωθυπουργών.
Η Συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε μια βαθιά αμφιλεγόμενη επιλογή, με πραγματικές πολιτικές και διπλωματικές συνέπειες.
Μπορεί κανείς να την επικρίνει για συγκεκριμένες προβλέψεις της.
Μπορεί να αναγνωρίσει ότι επέλυσε μια μακροχρόνια διμερή διαφορά.
Μπορεί επίσης να ασκήσει κριτική στον τρόπο εφαρμογής της.
Αυτό που δεν μπορεί να κάνει σοβαρά είναι να υποκαθιστά την ανάλυση μιας διεθνούς συμφωνίας με ένα ειρωνικό σχόλιο για μια γραβάτα.
Εξάλλου, ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπενθυμίζει ότι η Νέα Δημοκρατία είχε προειδοποιήσει πως, εφόσον η συμφωνία κυρωνόταν, δεν θα μπορούσε να ακυρωθεί μονομερώς.
Ακριβώς γι’ αυτό η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να αξιολογείται και ως προς τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την εφαρμογή της συμφωνίας που κληρονόμησε.
Οι διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας δεν εξαφανίζονται με την εναλλαγή των κυβερνήσεων.
Η παραίτηση Τσίπρα δεν αποτελεί απάντηση στην κριτική του
Ένα ακόμη στοιχείο της ανακοίνωσης είναι η αναφορά στην παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα από τη Βουλή.
Ο κ. Μαρινάκης χρησιμοποιεί την επιλογή αυτή για να υποστηρίξει ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν μπορεί πλέον να αντιπαρατεθεί κοινοβουλευτικά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Αυτό είναι θεσμικά διαφορετικό από το να μην μπορεί να ασκεί δημόσια πολιτική κριτική.
Ένας πρώην πρωθυπουργός δεν χάνει το δικαίωμα να τοποθετείται



