Άρθρο γνώμης | Kefalonia Magazine
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, λίγες ώρες μετά τις εκκλήσεις του για ψυχραιμία, διάλογο και πολιτική μετριοπάθεια, εξαπολύει νέα επίθεση στον Αλέξη Τσίπρα, χρησιμοποιώντας τον χαρακτηρισμό «ακραία γκεμπελικό τρόπο». Και ενώ ζητά να περιμένουμε τη Δικαιοσύνη, εμφανίζεται να θεωρεί την αποκάλυψη παρανομιών από τις αρχές σχεδόν πιστοποιητικό κυβερνητικής αθωότητας.
Από τα μαθήματα μετριοπάθειας στον Γκέμπελς μέσα σε λίγες ώρες
Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος για να αποδειχθεί πόσο δύσκολο είναι να συμβαδίζουν τα μεγάλα λόγια με την καθημερινή πολιτική πρακτική.
Ο Παύλος Μαρινάκης, που στην Παναττική Συνδιάσκεψη της ΟΝΝΕΔ μιλούσε για τη Δημοκρατία απέναντι στα άκρα, για την ψυχραιμία απέναντι στην τοξικότητα και για την ανάγκη πολιτικού διαλόγου, επέστρεψε με μια ανάρτηση που δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπόδειγμα μετριοπάθειας.
Αφορμή, αυτή τη φορά, ο Αλέξης Τσίπρας.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ειρωνεύτηκε τη συγγραφική του δραστηριότητα, σχολίασε ότι επιχειρεί να γίνει κριτικός κινηματογράφου και στη συνέχεια τον κατηγόρησε ότι χρησιμοποιεί έναν «ακραία γκεμπελικό τρόπο» για να αποδώσει ευθύνες στην κυβέρνηση.
Μάλιστα.
Ο άνθρωπος που ζητά να χαμηλώσουν οι τόνοι της πολιτικής αντιπαράθεσης επιστρατεύει το όνομα του Γιόζεφ Γκέμπελς, του υπουργού Προπαγάνδας του ναζιστικού καθεστώτος, για να επιτεθεί σε έναν πρώην πρωθυπουργό.
Και εδώ προκύπτει ένα απλό ερώτημα:
Κύριε Μαρινάκη, αν αυτό δεν αποτελεί ακραία όξυνση του πολιτικού λόγου, τότε τι ακριβώς θεωρείτε τοξικότητα;
Ο Γκέμπελς δεν είναι πολιτικό επίθετο για καθημερινή χρήση
Στην πολιτική αντιπαράθεση επιτρέπεται η σκληρή κριτική.
Επιτρέπεται η ειρωνεία.
Επιτρέπεται η αμφισβήτηση των επιχειρημάτων ενός πρώην πρωθυπουργού.
Αλλά η επίκληση του Γκέμπελς δεν είναι μια συνηθισμένη λεκτική υπερβολή.
Είναι μια ιστορικά φορτισμένη αναφορά, συνδεδεμένη με έναν από τους βασικούς μηχανισμούς προπαγάνδας του ναζισμού.
Όταν χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη δημόσια τοποθέτηση ενός πολιτικού αντιπάλου, η αντιπαράθεση μεταφέρεται από την εξέταση των γεγονότων στην ηθική εξόντωση του συνομιλητή.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν ο χαρακτηρισμός προέρχεται από τον επίσημο εκπρόσωπο της κυβέρνησης.
Ο Παύλος Μαρινάκης δεν είναι ένας ανώνυμος σχολιαστής των κοινωνικών δικτύων.
Εκπροσωπεί θεσμικά την κυβέρνηση της χώρας.
Ο λόγος του, επομένως, έχει διαφορετικό πολιτικό βάρος.
Αν θεωρεί ότι ο Αλέξης Τσίπρας παραποιεί γεγονότα, οφείλει να εξηγήσει ποια γεγονότα παραποιούνται.
Αν θεωρεί ότι αποδίδονται αβάσιμες ευθύνες στην κυβέρνηση, οφείλει να παρουσιάσει τα στοιχεία που αντικρούουν τους ισχυρισμούς.
Η προσφυγή σε ιστορικούς χαρακτηρισμούς δεν υποκαθιστά την τεκμηρίωση.
Και η επίκληση της μετριοπάθειας χάνει μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας της όταν συνοδεύεται από τέτοια ρητορική.
Αποκαλύφθηκε μια παρανομία. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν έχει ευθύνη;
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, σημείο της ανάρτησης δεν είναι η επίθεση στον Τσίπρα.
Είναι η συλλογιστική με την οποία ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιχειρεί να υπερασπιστεί την κυβέρνηση.
Ο κ. Μαρινάκης υποστηρίζει ότι είναι εξοργιστικό να επιχειρεί ένας πρώην πρωθυπουργός να χρεώσει στην κυβέρνηση υποθέσεις παρανομίας που αποκαλύπτονται από τις αρμόδιες αρχές κατά τη διάρκεια της θητείας της.
Και προσθέτει ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί κάνουν τη δουλειά τους, «και μάλιστα όσο ποτέ στο παρελθόν».
Εδώ χρειάζεται να γίνει μια απολύτως καθαρή διάκριση.
Η αποκάλυψη μιας παρανομίας από τις αρμόδιες αρχές είναι θετική εξέλιξη.
Η λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών είναι απαραίτητη για το κράτος δικαίου.
Όμως η αποκάλυψη μιας παρανομίας δεν αποδεικνύει αυτομάτως ούτε κυβερνητική ενοχή ούτε κυβερνητική αθωότητα.
Αυτή είναι η ουσία.
Μια παρανομία μπορεί να αποκαλυφθεί επειδή οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτούργησαν αποτελεσματικά.
Μπορεί, ταυτόχρονα, να υπάρχουν ερωτήματα για το αν οι διοικητικές δικλίδες ασφαλείας ήταν επαρκείς, αν υπήρξαν προηγούμενες προειδοποιήσεις ή αν οι αρμόδιοι αντέδρασαν εγκαίρως.
Τα δύο ενδεχόμενα δεν αλληλοαποκλείονται.
Μπορεί οι αρχές να κάνουν σωστά τη δουλειά τους και παράλληλα να χρειάζεται έλεγχος για πολιτικές ή διοικητικές ευθύνες.
Αυτό ακριβώς σημαίνει λογοδοσία.
Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν είναι κομματική περιουσία
Υπάρχει και μια δεύτερη προβληματική διάσταση.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παρουσιάζει την αποκάλυψη παρανομιών ως ένδειξη ότι οι μηχανισμοί ελέγχου λειτουργούν αποτελεσματικά επί των ημερών της κυβέρνησης.
Η αποτελεσματική λειτουργία των αρχών είναι ασφαλώς επιθυμητή.
Αλλά οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν αποτελούν ιδιοκτησία καμίας κυβέρνησης.
Ούτε οι επιτυχίες τους μπορούν να αποδίδονται συλλήβδην σε ένα κόμμα χωρίς εξέταση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν, της ανεξαρτησίας τους και των συγκεκριμένων ενεργειών που οδήγησαν σε κάθε αποκάλυψη.
Αντιστοίχως, η πολιτική ευθύνη δεν ταυτίζεται με την ποινική.
Μια κυβέρνηση μπορεί να μην έχει καμία ποινική εμπλοκή σε μια υπόθεση, αλλά να κρίνεται πολιτικά για τις διοικητικές επιλογές, την εποπτεία ή την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών πρόληψης.
Και μπορεί φυσικά να αποδειχθεί ότι δεν υπήρξε ούτε πολιτική ούτε διοικητική ευθύνη.
Αυτό, όμως, προκύπτει από την εξέταση των πραγματικών περιστατικών.
Όχι από το γεγονός και μόνο ότι μια υπόθεση αποκαλύφθηκε.
Η Δικαιοσύνη έχει τον τελευταίο λόγο. Συμφωνούμε. Για όλους, όμως.
Ο κ. Μαρινάκης επισημαίνει ότι σε μια Δημοκρατία τον τελευταίο λόγο για κάθε δικαστική υπόθεση τον έχει η Δικαιοσύνη.
Πρόκειται για θεμελιώδη αρχή.
Και ακριβώς επειδή είναι θεμελιώδης, πρέπει να ισχύει χωρίς εξαιρέσεις.
Για κυβερνητικά στελέχη.
Για πολιτικούς αντιπάλους.
Για δημόσιους λειτουργούς.
Για κάθε πολίτη.
Το τεκμήριο αθωότητας δεν εξαρτάται από την κομματική ταυτότητα.
Ούτε η ανάγκη διερεύνησης πιθανών ευθυνών μπορεί να απορρίπτεται μόνο και μόνο επειδή οι καταγγελίες προέρχονται από την αντιπολίτευση.
Η Δικαιοσύνη εξετάζει ποινικές και άλλες νομικές ευθύνες σύμφωνα με τις αρμοδιότητές της.
Η πολιτική κριτική, από την άλλη, αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας.
Η μία διαδικασία δεν καταργεί την άλλη.
Η αναμονή μιας δικαστικής απόφασης δεν σημαίνει ότι η κοινωνία οφείλει να σιωπά απέναντι σε ζητήματα δημόσιας διοίκησης και κυβερνητικής λογοδοσίας.
Τα «παρα-υπουργεία δικαιοσύνης» είναι σοβαρή κατηγορία
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν περιορίστηκε στην υπεράσπιση των σημερινών ελεγκτικών μηχανισμών.
Υποστήριξε ότι επί κυβέρνησης Τσίπρα υπήρχαν «παρα-υπουργεία» δικαιοσύνης και ότι ο πρώην πρωθυπουργός είχε ουσιαστικά τον τελευταίο λόγο σε δικαστικές υποθέσεις.
Αυτή είναι εξαιρετικά σοβαρή πολιτική κατηγορία.
Αν ο κ. Μαρινάκης αναφέρεται σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, οφείλει να τις προσδιορίσει και να τις τεκμηριώσει.
Η πολιτική αντιπαράθεση για την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είναι θεμιτή.
Η κριτική σε νομοθετικές επιλογές εκείνης της περιόδου είναι επίσης θεμιτή.
Αλλά η διατύπωση μιας τόσο βαριάς κατηγορίας δεν την καθιστά αυτομάτως αποδεδειγμένη.
Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του σε νομοθετήματα που, κατά τον ισχυρισμό του, διευκόλυναν την πρόωρη αποφυλάκιση καταδικασμένων για βαριά εγκλήματα.
Η ουσιαστική συζήτηση απαιτεί να προσδιορίζονται οι διατάξεις, οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και οι πραγματικές συνέπειές τους.
Διαφορετικά, η καταγγελία κινδυνεύει να λειτουργήσει περισσότερο ως πολιτικό σύνθημα παρά ως τεκμηριωμένο επιχείρημα.
Ο Τσίπρας μπορεί να κριθεί για την κυβέρνησή του. Ο Μητσοτάκης για τη δική του.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει κυβερνητικό παρελθόν.
Οι αποφάσεις του, οι επιλογές του και τα αποτελέσματα της περιόδου 2015–2019 αποτελούν αντικείμενο δημόσιας κριτικής.
Κανείς δεν δικαιούται πολιτική ασυλία επειδή αποχώρησε από την πρωθυπουργία.
Αλλά το ίδιο ισχύει και για την κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Η επίκληση των λαθών μιας προηγούμενης κυβέρνησης δεν απαντά αυτομάτως στα ερωτήματα που αφορούν τη σημερινή.
Μετά από περισσότερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η Νέα Δημοκρατία έχει τη δική της πολιτική διαδρομή.
Και αυτή πρέπει να αξιολογείται με βάση τις αποφάσεις, τις παραλείψεις και τα αποτελέσματά της.
Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν τι έγινε σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση, ποιοι έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν, πότε εντοπίστηκαν προβλήματα και ποια μέτρα ελήφθησαν.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι διαρκώς μια επιστροφή στην περίοδο Τσίπρα.
Η ιστορική σύγκριση είναι χρήσιμη.
Δεν μπορεί, όμως, να λειτουργεί ως υποκατάστατο της σημερινής λογοδοσίας.
Και στο τέλος, «Υπάρχει και φιλότιμο»…
Ο κ. Μαρινάκης ολοκλήρωσε την ανάρτησή του με κινηματογραφική αναφορά στην ταινία «Υπάρχει και φιλότιμο».
Προφανώς, επιδίωξε να προσδώσει ειρωνικό τόνο στην επίθεσή του κατά του πρώην πρωθυπουργού.
Μόνο που η αναφορά στο φιλότιμο προσφέρεται και για ένα διαφορετικό πολιτικό ερώτημα.
Δεν είναι άραγε στοιχείο πολιτικού φιλότιμου να αναγνωρίζει μια κυβέρνηση ότι η αποτελεσματική λειτουργία των ελεγκτικών αρχών δεν την απαλλάσσει εκ των προτέρων από κάθε ευθύνη;
Δεν είναι στοιχείο πολιτικού φιλότιμου να απαντά με συγκεκριμένα στοιχεία στις καταγγελίες αντί να περιορίζεται σε απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς;
Δεν είναι στοιχείο πολιτικού φιλότιμου να ζητά μετριοπάθεια από τους άλλους και να εφαρμόζει το ίδιο μέτρο στον δικό της δημόσιο λόγο;
Αυτά δεν είναι ερωτήματα μόνο για τον Παύλο Μαρινάκη.
Αφορούν συνολικά την ποιότητα της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Κύριε Μαρινάκη, αποφασίστε ποιον δημόσιο διάλογο θέλετε
Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παρουσίασε δύο διαφορετικές όψεις της πολιτικής του ρητορικής.
Από τη μία, τη θεσμική έκκληση για μετριοπάθεια, διάλογο και απομάκρυνση από την τοξικότητα.
Από την άλλη, μια οξύτατη προσωπική επίθεση στον Αλέξη Τσίπρα, με αναφορά στον Γκέμπελς και κατηγορίες που απαιτούν συγκεκριμένη τεκμηρίωση.
Η αντίφαση είναι εμφανής.
Δεν σημαίνει ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν έχει δικαίωμα να ασκεί σκληρή αντιπολίτευση στην αντιπολίτευση.
Σημαίνει ότι, όταν επικαλείται τη σοβαρότητα και τη θεσμική ευθύνη, οφείλει να κρίνεται και ο ίδιος με αυτά τα κριτήρια.
Η Δημοκρατία δεν απαιτεί να συμφωνούν οι πολιτικοί αντίπαλοι.
Απαιτεί, όμως, να μπορούν να διαφωνούν χωρίς να μετατρέπουν κάθε αντιπαράθεση σε διαγωνισμό ιστορικών προσβολών.
Και η λογοδοσία δεν είναι ούτε κυβερνητικό προνόμιο ούτε αντιπολιτευτική εμμονή.
Είναι υποχρέωση όσων ασκούν δημόσια εξουσία.
Κύριε Μαρινάκη, δεν μπορείτε να ζητάτε ψυχραιμία το πρωί και να επιστρατεύετε τον Γκέμπελς το απόγευμα, περιμένοντας να θεωρηθούν και τα δύο υπόδειγμα υπεύθυνου πολιτικού λόγου.
Και κάτι ακόμη.
Το φιλότιμο που επικαλείστε μέσα από τον κινηματογράφο θα είχε μεγαλύτερη αξία αν συνοδευόταν από περισσότερες συγκεκριμένες απαντήσεις και λιγότερους χαρακτηρισμούς.
Γιατί η πολιτική σοβαρότητα δεν αποδεικνύεται από το πόσο αυστηρά κρίνεις τους αντιπάλους σου.
Αποδεικνύεται κυρίως από το αν εφαρμόζεις στον εαυτό σου τους κανόνες που απαιτείς από τους άλλους.



